1964/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1964/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. α΄ του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται χωρίς απόδειξη πραγματικό ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση, στην έκβαση της δίκης. Επίσης οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δικ.
Full text
Απόφαση 1964 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1964/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σταύρου Μαυρομάτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα, ο οποίος ανακάλεσε την από 21-9-2007 δήλωση για παράσταση του άρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3232/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 726/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-12-2005 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 19-1-2007 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμη βάσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. Απ 24/1992). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 643 παρ. 2 και 650 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και άρα η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου.
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία η από 7.10.2003 ανακοπή του αναιρεσείοντος έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής λόγω μη προσκομιδής της κρίσιμης συναλλαγματικής, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ως λόγο ανακοπής προβληθέντα ισχυρισμό περί πλαστογραφήσεως από τον αναιρεσίβλητο της υπάρχουσας στη συναλλαγματική υπογραφής του αναιρεσείοντος ως αποδέκτη.
Την απορριπτική αυτή κρίση του διεμόρφωσε, δεχθέν ότι η εν λόγω συναλλαγματική ποσού 50.000 ευρώ και εκδόσεως του αναιρεσιβλήτου, έγινε δεκτή από τον αναιρεσείοντα, προς εξασφάλιση ισόποσης εκ δανείου απαιτήσεως του πρώτου κατά του τελευταίου, καθώς και ότι κατά την εκ μέρους της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου παράδοση αυτής (συναλλαγματικής) στον αναιρεσείοντα προς υπογραφή ήταν ήδη συμπληρωμένη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου (Χάρη Προδρομίδη), ως προς όλα τα στοιχεία, εκτός από την υπογραφή του αποδέκτη, η οποία ετέθη χωρίς την παρουσία του αναιρεσιβλήτου.
Με τις παραδοχές του αυτές το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως το ζήτημα της πλαστογραφήσεως ή μη της κρίσιμης συναλλαγματικής, Ειδικότερα, η διαπίστωσή του περί της αποδοχής της συναλλαγματικής από τον αναιρεσείοντα ενέχει, κατά λογική αναγκαιότητα, κατάφαση του γεγονότος ότι ο ίδιος έχει θέσει επ΄ αυτής την υπογραφή του ως αποδέκτη, αφού αναγκαίο στοιχείο της ισχύος της αποδοχής είναι η υπογραφή του πληρωτή (άρθρο 25 παρ. 1 ν. 5325/1932).
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται ανεπάρκεια αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 και 11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδονται στο εφετείο, κατ' εκτίμηση, οι αιτιάσεις α) ότι παρά το νόμο δέχθηκε τη γνησιότητα της υπογραφής του αναιρεσείοντος ως αποδέκτη της ως άνω συναλλαγματικής χωρίς να διατάξει γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για το ζήτημα της προβληθείσας πλαστότητας αυτής και β) δεν έλαβε υπόψη την από .......
έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου .......... Ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι κατά τα προεκτιθέμενα η διάταξη πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και, η σχετική κρίση του εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, αφού άλλωστε ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι υποβλήθηκε από αυτόν ή τον αναιρεσίβλητο αίτημα για διάταξη πραγματογνωμοσύνης και ότι το Εφετείο έκρινε πως για το σχετικό ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (άρθρο 368 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Ως προς τη δεύτερη (υπό β') αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανωτέρω (ιδιωτική) πραγματογνωμοσύνη ελήφθη ειδικώς υπόψη και εκρίθη ως μη παρέχουσα αξιοπιστία. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, παρέλειψε να διατάξει πραγματογνωμοσύνη προς απόδειξη της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα πλαστότητας της υπογραφής του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ενόψει αφενός της πλήρους διαγνώσεως της υποθέσεως από το εφετείο με τη συνεκτίμηση μαρτυρικών καταθέσεων και αποδεικτικών εγγράφων (μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω γραφολογική πραγματογνωμοσύνη) και αφετέρου της διασφαλίσεως από αυτό στον αναιρεσείοντα του δικαιώματος υπερασπίσεως, δεν προσεβλήθη το δικαίωμά του για δίκαιη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. α΄ του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται χωρίς απόδειξη πραγματικό ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα που έχουν αυτή την επίδραση, στην έκβαση της δίκης. Επίσης οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δικ.
ιδρύονται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" και "ζητήματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.
ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 25/2003) όχι δε και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Επομένως δεν ιδρύονται οι παραπάνω λόγοι όταν ο ισχυρισμός που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, χωρίς να προταθεί, είναι νομικώς αδιάφορος και δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης ή όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται σε επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή στην ανάλυση ή τη στάθμιση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 10 και 19 Κ.Πολ.Δικ. προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) χωρίς προβολή σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου και χωρίς απόδειξη δέχθηκε ως αληθινό το γεγονός της συμπληρώσεως από τον δικηγόρο Χάρη Προδρομίδη της επίμαχης συναλλαγματικής ως προς όλα τα στοιχεία, πλην των υπογραφών του εκδότη και αποδέκτη και β) με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε πως "είναι προφανές ότι ο ως άνω δικηγόρος δεν θα προέβαινε σε αντίστοιχη ενέργεια δηλαδή να υπογράφει στη θέση του αποδέκτη της συναλλαγματικής".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις ως απαράδεκτος, διότι, η μεν συμπλήρωση από τον δικηγόρο Χάρη Προδρομίδη των στοιχείων της συναλλαγματικής, πλην των υπογραφών του εκδότη και αποδέκτη, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η δε παραδοχή πως "είναι προφανές ότι ο εν λόγω δικηγόρος δεν θα προέβαινε σε αντίστοιχη ενέργεια, δηλαδή να υπογράψει στη θέση του αποδέκτη της συναλλαγματικής", αποτελεί επιχείρημα του Εφετείου προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος περί της αποδοχής της συναλλακτικής από τον αναιρεσείοντα.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττει την ανέλεγκτη κατ΄ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 726/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ