Legislator Case Law & Legislation
1963/2006 AI generated

1963/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1963/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 39029/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11679/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1091/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Ιουλίου 2004 αίτησή τους και τους από 12 Οκτωβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1963/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1963 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1963/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. .... , 2. .... και 3. .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σαργιαννίδη, ο οποίος δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται του από 12-10-2006 δικογράφου των προσθέτων λόγων.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... , 2. .... , 3. ..... , 4. .... , 5. .... , 6. .... , 7. ..... , 8. .... και 9. ..... . ΄Ολοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, πλην των υπό στοιχεία 4 και 8 (..... και .... ), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 39029/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11679/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1091/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28 Ιουλίου 2004 αίτησή τους και τους από 12 Οκτωβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 4ου και 8ης εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε τις από 19-10-2005 και 13-10-2006 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων ως απαράδεκτων, αντίστοιχα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση 4378/13-12-2004, 6106/13-9-2006 και 11025Β/14-9-2006 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Θεσσαλονίκης .... και .... , αποδεικνύεται, ότι πιστά αντίγραφα της κρινόμενης από 28-7-2004 αίτησης αναίρεσης και της από 7-3-2006 κλήσης των αναιρεσειόντων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τέταρτο και όγδοη αναιρεσίβλητους .... και .... . Όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολ.Δικ.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ).

ΙΙ. Με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, που φέρει ημερομηνία 12-10-2006. Η παραίτηση αυτή είναι σύννομη (άρθρα 294, 296, 297, 573 παρ. 1 και 495 παρ.1 ΚΠολ.Δικ) και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς τους πρόσθετους αυτούς λόγους αναίρεσης, που θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρα 295 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 εδ. 1 ΚΠολΔικ συγχωρείται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων.

Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία που διαπιστώνεται από το δικαστήριο έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν με σαφήνεια από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κρίνει το δικαστήριο αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές σε σχέση με το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού το αναιρετήριο πρέπει να διαλαμβάνει, εκτός από άλλα και α) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι στερείται κάθε αιτιολογίας, β) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, σε σχέση με τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" ή "αντιφατικότητα". Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης επικαλούνται τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ και προβάλλουν την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις από τη διάταξη αυτή πλημμέλειες, γιατί α) παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ που δεν εφάρμοσε, μολονότι έμμεσα διαπίστωσε κενό και αμφιβολία στη βούληση των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση του 32502/1997 κανονισμού διοίκησης συγκροτήματος της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .....

και β) στέρησε την ίδια από νόμιμη βάση, γιατί περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα αν επιτρέπει ή απαγορεύει ο άνω κανονισμός τη χρήση των διαιρετών χώρων (μεζονετών) του συγκροτήματος ως προξενείου, ενώ πάσχει από εκ πλαγίου παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα, ύστερα από εκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα κ.λ.π.), τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) είναι κύριοι αυτοτελών και διηρημένων ιδιοκτησιών (κατοικιών - τύπου μεζονέτας) ενός συγκροτήματος τριών διώροφων οικοδομών με στοιχεία Α, Β, Γ, που βρίσκεται στο Δήμο ....

Θεσσαλονίκης, στο συνοικισμό ν.... και στις οδούς .... και ..... Η Α΄ οικοδομή αποτελείται από 4 αυτοτελείς και ανεξάρτητες κατοικίες, η Β΄ οικοδομή αποτελείται από 2 αυτοτελείς και ανεξάρτητες κατοικίες και η Γ΄ οικοδομή αποτελείται από 6 αυτοτελείς και ανεξάρτητες κατοικίες. Ο πρώτος ενάγων είναι κύριος της με αριθμό 2 κατοικίας της υπό στοιχείο Α΄ οικοδομής, δυνάμει του με αριθμό ....

οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .... , νομίμως μεταγεγραμμένου, ο δεύτερος είναι κύριος της με αριθμό 4 κατοικίας της με στοιχείο Α΄ οικοδομής, δυνάμει του με αριθμό .... οριστικού συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο τρίτος είναι κύριος της με αριθμό τρία (3) κατοικίας της με στοιχείο Α΄ οικοδομής, δυνάμει του με αριθμό ....

οριστικού συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο τέταρτος είναι κύριος της με αριθμό ένα (1) κατοικίας της με στοιχείο Α΄ οικοδομής, δυνάμει του με αριθμό .....οριστικού συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο πέμπτος είναι κύριος της με αριθμό δέκα (10) κατοικίας της με στοιχείο Γ΄ οικοδομής, δυνάμει του με αριθμό ....

συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου, η έκτη είναι κυρία της με αριθμό εννέα (9) κατοικίας της με στοιχείο Γ΄ οικοδομής, δυνάμει του με αριθμό .... οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης,.... , νομίμως μεταγεγραμμένου, ο έβδομος είναι κύριος της με αριθμό έντεκα (11) κατοικίας της με στοιχείο Γ΄ οικοδομής, δυνάμει του με αριθμό ....

οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευμορφίλης Μεταξά, νομίμως μεταγεγραμμένου, η όγδοη είναι κυρία της με αριθμό έξι (6) κατοικίας της με στοιχείο Β΄οικοδομής, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου της ως άνω συμβολαιογράφου ...., νομίμως μεταγεγραμμένου και ο ένατος ενάγων είναι κύριος της με αριθμό πέντε (5) κατοικίας της με στοιχείο Β΄ οικοδομής, δυνάμει του με αριθμό ....

οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, ....., νομίμως μεταγεγραμμένου, όπως συνομολογείται από τους εναγόμενους, οι οποίοι επίσης ομολογούν ότι οι δεύτερος και τρίτη από αυτούς είναι ψιλοί κύριοι και ο πρώτος επικαρπωτής των υπ΄αριθμ. επτά (7) και οκτώ (8) κατοικιών της με στοιχείο Γ΄ οικοδομής του συγκροτήματος, δυνάμει του υπ΄αριθμ. ....

οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .... , που μεταγράφηκε νόμιμα, τόσον, ως διανομή, όσον και ως σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της υπ΄αριθμ. .... πράξεως της ιδίας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης. Ολόκληρο το συγκρότημα των τριών διωρόφων οικοδομών διέπεται από τις διατάξεις του νόμου 3741/1929, των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ.

και του Ν.Δ/τος 1024/1971 όπως ισχύει, ενώ οι μεταξύ των συνιδιοκτητών σχέσεις ρυθμίζονται από τον προβλεπόμενο από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 13 του Νόμου 3741/1929, Κανονισμό Διοικήσεως που συντάχθηκε, δυνάμει του υπ΄αριθμ. 32.502/1997 οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .... και έχει επίσης νομίμως μεταγραφεί.

Το άρθρο 4 του εν λόγω Κανονισμού Διοικήσεως του συγκροτήματος των κατοικιών ορίζει τα εξής: "1) Κάθε διαιρετή ιδιοκτησία θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για κατοικία, 2) Καθένας από τους ιδιοκτήτες δύναται να προβαίνει στην εκμίσθωση του ακινήτου του σε τρίτον, ελεύθερα και χωρίς περιορισμό του χρόνου εκμισθώσεώς του, απαγορεύεται όμως η εκμίσθωση ή παραχώρηση ιδιοκτησίας, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί αυτό ως τόπος παραδόσεως μαθημάτων, μουσικής ή φροντιστηρίου, εκλογικό κέντρο, λέσχη, καφετέρια, οίκος ανοχής, χοροδιδασκαλείο, χορωδία, ωδείο, πολιτικό γραφείο ή κλινική, πανσιόν, χορευτικό κέντρο, κτηνιατρείο και γενικά η χρησιμοποίησή του κατά τρόπο που προκαλεί δυσοσμία ή θορύβους και δονήσεις, που ενοχλούν τους ενοίκους της οικοδομής, να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και τους νόμους, με τρόπο που να προκαλεί σκάνδαλο".

Όπως συνομολογείται από τους εναγομένους, οι τελευταίοι έχουν εκμισθώσει τις κατοικίες τους και συγκεκριμένα τις με αριθμούς επτά (7) και οκτώ (8) ιδιοκτησίες τους, της με στοιχείο Γ΄ οικοδομής του παραπάνω συγκροτήματος, από τις 1 Ιουλίου 2002, στον Πρόξενο του Ρουμανικού Κράτους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι εκμίσθωσαν τις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες τους στον Πρόξενο του Ρουμανικού Κράτους, προκειμένου το τελευταίο να τις χρησιμοποιήσει για την εγκατάσταση των διπλωματικών του αποστολών της Βόρειας Ελλάδος.

Όμως η σύμβαση μισθώσεως που προαναφέρθηκε, ήταν ρητά αντίθετη με το άρθρο 4 παρ. 1 του κανονισμού που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και που όριζε ρητά, ότι κάθε διαιρετή ιδιοκτησία θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνον για κατοικία. Ο όρος αυτός του κανονισμού δεν επιδέχεται καμιάς άλλης ερμηνείας.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι με την ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγομένων και του Προξένου του Ρουμανικού Κράτους, παραβιάσθηκε το ρητό άρθρο του προαναφερόμενου κανονισμού, το οποίο αυτοί (εναγόμενοι) γνώριζαν και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί τους, πρέπει, να απορριφθούν, ως αβάσιμοι στην ουσία τους.

Στην κρίση αυτή άγεται το Δικαστήριο, εκτός από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αλλά και από την σαφή και συγκεκριμένη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, η οποία δεν μπορεί να αναιρεθεί από την κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως, που κατέθεσε μερικά πραγματικά περιστατικά, τα οποία, παρά την προσπάθειά της, δεν μπόρεσε να προσδιορίσει επακριβώς και να διευκρινίσει επαρκώς.

Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία της, εσφαλμένως το νόμο εφάρμοσε και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, που τέθηκαν υπό την κρίση του, και συνεπώς οι λόγοι της κρινομένης εφέσεως κρίνονται ως ουσιαστικά βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει, η προαναφερομένη έφεση να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, ως προς όλους τους εκκαλούντες, λόγω της μεταξύ τους υφισταμένης αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 76 του Κ.Πολ.Δ.) και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση.

Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί από την ουσιαστική της άποψη (άρθρο 535 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει, να γίνει δεκτή η αγωγή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν τη χρήση των προαναφερομένων ιδιοκτησιών τους με την καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως μισθώσεως που καταρτίσθηκε κατά παράβαση του προαναφερομένου κανονισμού, με απειλή προσωπικής κρατήσεως και χρηματικής ποινής σε βάρος του καθενός εναγομένου, για την περίπτωση παραβιάσεως του διατακτικού της παρούσας αποφάσεως".

Με τις παραδοχές αυτές γίνεται φανερό, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε άμεσα ή έμμεσα κενό ή αμφιβολία στη βούληση των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση του 32502/1997 Κανονισμού διοίκησης συγκροτήματος που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης .... , επομένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το άρθρο 559 εδ. 1 ΚΠολΔικ και ο αντίθετος πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συνεπώς ο πιο πάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 εδ. 19 ΚΠολΔικ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, γιατί στο αναιρετήριο δεν περιέχονται όλα τα παραπάνω αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία και ιδίως οι πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης στο σύνολό τους, με εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου κατά την ως άνω έννοια, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος.

IV. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνω 32502/1997 κανονισμού διοίκησης συγκροτήματος που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης .... , με την έννοια της παράλειψης να αναφερθεί και στον τίτλο του άρθρου 4 "Δικαιώματα, υποχρεώσεις και περιορισμοί ως προς τη χρήση ιδιοκτησίας", πριν από την παράθεση του κειμένου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.

Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, γιατί η ως άνω φράση του τίτλου του άρθρου 4 του κανονισμού αυτού δεν είναι εδώ κρίσιμη, δηλαδή τέτοια που μπορούσε να οδηγήσει το δικαστήριο της ουσίας σε διαφορετικό πόρισμα. V. Από τη βεβαίωση του Εφετείου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο πόρισμά του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη εκτός από άλλα αποδεικτικά μέσα, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της προσβαλλομένης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και την από 3.12.2002 έγγραφη δήλωση του πρώτου αναιρεσείοντος .....

και του ...., νομίμου εκπροσώπου της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", οι οποίοι συμβλήθηκαν και υπόγραψαν (ως πληρεξούσιοι όλων των υπολοίπων) τον 32502/1997 κανονισμό Διοίκησης συγκροτήματος που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης .... . Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος αναίρεσης που προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από το εδάφιο 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.

πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. VI. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, με επίκληση του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, προβάλλουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, συγκεκριμένα υπέπεσε στην από τη διάταξη αυτή πλημμέλεια, γιατί οι αναιρεσίβλητοι ομολόγησαν ρητά με την από 15.6.2003 έφεσή τους, όπου αναφέρουν "στην πρώτη παράγραφο του κανονισμού διοίκησης συγκροτήματος (θεσπίστηκε) .......ρητά και με σαφήνεια ο κανόνας χρήσης των μεζονετών αποκλειστικά και μόνο ως κατοικίες, στη δεύτερη δε παράγραφο του άρθρου τονίστηκαν ιδιαίτερα και μάλιστα ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, κάποιες απαγορεύσεις χρήσεις των ιδιοκτησιών (ως πολιτικού γραφείου, εκλογικού κέντρου κ.λ.π.)", όπως και με "άλλες αναφορές των αντιδίκων στην έφεση", ότι υφίσταται ασάφεια μεταξύ της πρώτης και δεύτερης παραγράφου του άρθρου 4 του κανονισμού, γεγονός που επικαλέστηκαν αυτοί (αναιρεσείοντες) και πρότειναν στην κατ΄ έφεση δίκη με τις από 26.1.2004 έγγραφες προτάσεις τους.

Ο λόγος αυτός, κατ΄εκτίμηση από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, αφού κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ., στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται όλα εκείνα τα περιστατικά και ισχυρισμοί που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο και συνθέτουν την επικαλούμενη και τώρα ομολογία, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι από το όλο περιεχόμενο της έφεσης αυτής το αντίθετο προκύπτει, δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι υποστηρίζουν με επιχειρήματα, ότι θεσπίστηκε με το άρθρο 4 του άνω κανονισμού ρητά και με σαφήνεια ο κανόνας χρήσης των μεζονετών αποκλειστικά μόνον ως κατοικιών.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν΄απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων.

Για τους λόγους αυτούς Καταργεί τη δίκη, αναφορικά με το από 12-10-2006 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την από 28-7-2004 αίτηση των .... κ.λ.π., για αναίρεση της 1091/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων .... , .... , .... , ..... , .... , ...... και ..... , που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο στις 15 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ