Legislator Case Law & Legislation
1962/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on burden of proof but allows partial appeal on set-off and interest claims.

Case Number 1962/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding the burden of proof, ruling that no specific decision on evidence allocation existed to violate the principle of burden of proof distribution. However, the court allowed the partial appeals concerning the set-off of a counterclaim and the imposition of default interest. Consequently, the case was remitted to the Single Court of Appeal for further adjudication on these specific points.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(13) and 338 of the Code of Civil Procedure; The appeal alleging violation of the burden of proof distribution is inadmissible if no specific decision on evidence allocation was rendered, and the burden of proof must be clearly defined in the appeal.

Keywords

AI generated
burden of proof distribution set-off counterclaim default interest inadmissible appeal remittal to court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1962 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1962/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπαδόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2010 αγωγή του Α. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 866/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, 4400/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και 475/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 23-8-2016 και 2-10-2016 αιτήσεις του.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του Α. Χ. και ο αυτοπροσώπως παραστάς Ε. Γ. ζήτησαν ο καθένας την παραδοχή της αίτησής τους, την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης του αντιδίκου, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ενάγων Α. Χ. (αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος) με την από 22.7.2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά του Ε. Γ. (αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητου), επικαλούμενος υπεξαίρεση από εντολοδόχο, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 866/2013 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Επί της εφέσεως του εναγομένου και της αντεφέσεως του ενάγοντος εκδόθηκε, αντιμωλία αυτών, η υπ’ αριθ. 475/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η μεν αντέφεση του ενάγοντος απορρίφθηκε ως αβάσιμη, η δε έφεση του εναγομένου έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη και το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν τις υπό κρίση αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης ο ενάγων και ο εναγόμενος οι οποίες ως συναφείς πρέπει να συνεκδικασθούν, αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα το με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα. Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

Α.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 23.8.2016 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ Α. Χ. Κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, "αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής". Μολονότι η διάταξη αυτή αναφέρεται σε συμβατικό καθορισμό της δήλης ημέρας, πάντως, κατά την αληθινή έννοιά της, εφαρμόζεται και όταν η ορισμένη (δήλη) ημέρα ορίζεται από το νόμο ή από δικαστική απόφαση (ΑΠ 1044/2008, ΑΠ 182/1955).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 720 ΑΚ, ο εντολοδόχος, αν χρησιμοποίησε για τον εαυτό του χρήματα του εντολέα, οφείλει τόκο γι’ αυτά από τότε, που τα χρησιμοποίησε. Επομένως, ο εντολοδόχος, και χωρίς οποιαδήποτε υπερημερία του, οφείλει να καταβάλει τόκο στον εντολέα του για κάθε ποσό, που ανήκει σ’ αυτόν και βρέθηκε στα χέρια του εξ αιτίας της εκτελέσεως της εντολής, το οποίο χρησιμοποίησε για προσωπική του ανάγκη ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο και από της χρησιμοποιήσεως αυτού.

Δηλαδή η αφετηρία έναρξης της τοκοδοσίας θα είναι ο χρόνος της χρησιμοποιήσεως των χρηματικών ποσών από τον εντολοδόχο ο οποίος ορίζεται από το νόμο ως δήλη ημέρα, οπότε με την παρέλευσή της γίνεται υπερήμερος. Χρησιμοποίηση των χρημάτων του εντολέα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν ο εντολοδόχος θέτει στη διάθεσή του τα χρήματα του εντολέα για την ικανοποίηση αναγκών δικών του ή τρίτου.

Ως χρησιμοποίηση θεωρείται και η υπεξαίρεση των δοθέντων για την εκτέλεση της εντολής ή κτηθέντων από την εκτέλεσή της χρημάτων (ΑΠ 26/2017), αφού συνιστά παράνομη ιδιοποίηση αυτών, καθώς και η ανάμιξή τους με τα χρήματα του εντολοδόχου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (ΟλΑΠ 3/1997).

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος δικηγόρος, όντας οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", εισέπραξε από την εκποίηση της πτωχευτικής περιουσίας 23.543.162 δρχ (ήδη 69.092,18 ευρώ) για λογαριασμό και κατ’ εντολήν του ενάγοντος, οποίος είχε κατά της πτωχής ισόποση απαίτηση.

Ότι δεν απέδωσε τα εισπραχθέντα από την εκτέλεση της εντολής στον εντολέα του αλλά τα υπεξαίρεσε την 9.5.2003, ενσωματώνοντάς τα στην ατομική του περιουσία, με αποτέλεσμα την ισόποση ζημία του ενάγοντος. Περαιτέρω, κρίνοντας (α) επί του νομίμου του παρεπόμενου αγωγικού αιτήματος περί καταβολής τόκων υπερημερίας από το χρόνο της υπεξαιρέσεως (9.5.2003) και (β) επί του βασίμου της ενστάσεως του εναγομένου περί καταβολής, έναντι της οφειλόμενης αποζημιώσεως 69.092,18 ευρώ, τριών χρηματικών ποσών συνολικού ύψους 55.804,67 ευρώ, δέχθηκε και τα εξής: (α) "Με την από 4.9.2014 αντέφεσή του ο εφεσίβλητος παραπονείται διότι η εκκαλουμένη του επιδίκασε το ποσό των 69.092,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, ενώ θα έπρεπε να το επιδικάσει από 9-5-2003 ότε ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος περί την καταβολή του ποσού αυτού, επειδή αυτή ήταν η εκ του νόμου καθοριζομένη δήλη ημέρα αποδόσεως του εισπραχθέντος χρηματικού ποσού.

Όπως προεκτέθηκε, με την από 22-7-2010 αγωγή του ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος-αντεκκαλών ισχυρίστηκε ότι σε βάρος του τελέστηκε αδικοπραξία εκ μέρους του εναγόμενου, ο οποίος με την ιδιότητα του ως συνδίκου πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε.", στην οποία ο ενάγων εργάστηκε και κατά της οποίας είχε απαιτήσεις από δεδουλευμένες αποδοχές, παρανόμως και υπαιτίως υπεξαίρεσε το ποσό των 69.092,18 ευρώ, το οποίο αναλογούσε στον ενάγοντα από την πτωχευτική περιουσία, όπως το ποσό αυτό τελεσίδικα αναγνωρίστηκε μετά την άσκηση ανακοπών κατά του πίνακα κατάταξης.

Ότι, ειδικότερα, ο εναγόμενος αν και εισέπραξε το ως άνω ποσό από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ουδέποτε το απέδωσε στον ενάγοντα, με συνέπεια ο τελευταίος, αφενός μεν να υποστεί ισόποση περιουσιακή ζημία, αφετέρου δε να υποστεί ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, μεταξύ άλλων, ως αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστη το ποσό των 69.092,18 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 9-5-2003 , χρόνος κατά τον οποίο ο εναγόμενος εισέπραξε το ως άνω ποσό από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, που δέχθηκε ότι το αίτημα του ενάγοντος περί τοκοδοσίας για το ποσό των 69.092,18 ευρώ είναι νόμιμο μόνον από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και όχι από 9.5.2003 διότι η αγωγή ερείδεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και ο ενάγων δεν επικαλείται, όπως προεκτέθηκε, προηγούμενη όχληση του εναγομένου, ορθά το νόμο ερμήνευσε, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με την αντέφεση είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα".

Εν τέλει, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης κατά παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου, καταδίκασε τον εναγόμενο στην καταβολή της επιδικασθείσας αποζημιώσεως με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. (β) "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι έναντι της οφειλής του ενάγοντος, ο εναγόμενος προέβη σε τρεις καταβολές και συγκεκριμένα στις 10-2-2010 κατέβαλε το ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500 €), στις 1-3-2010 κατέβαλε το ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (6.500 €)...

και στις 3-1-2013 ο ενάγων εισέπραξε τραπεζική επιταγή ύψους 48.804,67 ευρώ... ήτοι συνολικά ο εναγόμενος κατέβαλε έναντι της οφειλής του το ποσό των 55.804,67 ευρώ (500,00€ + 6.500,00€ + 48.804,67€). Σύμφωνα, εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 423 ΑΚ "Αν το χρέος αποτελείται από κεφάλαιο, τόκους και έξοδα η παροχή καταλογίζεται πρώτα στα έξοδα, έπειτα στους τόκους και τελευταία στο κεφάλαιο (παρ. 1).

Ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή της παροχής αν ο οφειλέτης όρισε αλλιώς τον καταλογισμό (παρ. 2]". Από τη διάταξη αυτή, που εισάγει ενδοτικό δίκαιο, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν, έστω και σιωπηρώς, διαφορετικό καταλογισμό και ότι αν δεν υπάρξει τέτοια σύμβαση και ο οφειλέτης καταβάλει χωρίς να ορίσει σειρά καταλογισμού της καταβολής διαφορετική από την οριζόμενη στην παρ. 1 της ως άνω διατάξεως, τότε θα ισχύσει η τελευταία, η οποία και θα εφαρμοστεί από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως...

Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή δεν προκύπτει συμφωνία των διαδίκων για τον καταλογισμό των ανωτέρω καταβολών, από αυτές το ποσό των 7.000 ευρώ (500 + 6.500) καταλογίζονται στο κεφάλαιο και επομένως αυτό μειώνεται στο ποσό των 62.092,18 ευρώ, αφού τότε δεν έτρεχαν τόκοι υπερημερίας και τα 48.804,67 ευρώ, που κατεβλήθησαν στις 3-1-2013 καταλογίζονται πρώτα στους τόκους υπερημερίας που έτρεχαν από 10-8-2010 μέχρι και την ανωτέρω ημέρα καταβολής τους ήτοι 3-1-2013 εκ ποσού 13.090,59 ευρώ και εν συνεχεία στο κεφάλαιο των 62.092,18 ευρώ.

Έτσι το συνολικά οφειλόμενο ποσό μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία ανερχόταν στις 26.421,48 ευρώ, που αποτελεί και τη θετική ζημία που ο ενάγων υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος του". Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτό ως βάσιμο το σχετικό τέταρτο λόγο της εφέσεως του εναγομένου και επιδίκασε ως υπόλοιπο αποζημιώσεως το ποσό των 26.421,48 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (10.8.2010), εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που για τις ανάγκες του ανωτέρω καταλογισμού είχε υπολογίσει τόκους υπερημερίας από το χρόνο της ιδιοποιήσεως (9.5.2003) με αποτέλεσμα η προκύπτουσα υπέρ του ενάγοντος διαφορά να είναι 76.917,62 ευρώ.

Απορρίπτοντας λοιπόν την κύρια βάση του αιτήματος τοκοδοσίας με την οποία ο ενάγων επικαλούμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, τις συρρέουσες αξιώσεις από τη σχέση εντολής και τις περί αδικοπραξιών διατάξεις ζητούσε τόκους υπερημερίας από το χρόνο, που ο εναγόμενος υπεξαίρεσε και καρπώθηκε το για λογαριασμό του εισπραχθέν ποσό (9.5.2003), παραβίασε, δια της μη εφαρμογής του, τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου του άρθρου 720 ΑΚ τον οποίο όφειλε αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει σε συνδυασμό με τον κανόνα του άρθρου 341 παρ. 1 ΑΚ κατά την αληθή ως άνω έννοιά του.

Ομοίως, κατά την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, με το να καταλογίσει κατά τα ανωτέρω τα καταβληθέντα την 3.1.2013 από τον εναγόμενο ποσά των 48.804,67 ευρώ στους τόκους υπερημερίας του κεφαλαίου υπολογιζόμενους με αφετηρία, όχι το χρόνο της ιδιοποιήσεως (9.5.2003), αλλά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής (10.8.2010), έσφαλε διότι τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της ιδιοποίησης και χρησιμοποίησης εκ μέρους του εναγομένου του ποσού των 69.092,18 ευρώ από τότε που το εισέπραξε για λογαριασμό του ενάγοντος με την ιδιότητα του εντολοδόχου εκείνου, δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή του άρθρου 346 ΑΚ, το οποίο εσφαλμένα εφάρμοσε το Εφετείο για την έναρξη της τοκοδοσίας και τον υπολογισμό των τόκων του κεφαλαίου, στους οποίους έπρεπε να καταλογισθούν τα καταβληθέντα, αλλά την εφαρμογή των άρθρων 720 και 341 παρ. 1 ΑΚ, σύμφωνα άλλωστε και με τις προπαρατιθέμενες σκέψεις.

Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ -κατ’ εκτίμηση μοναδικός- λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται το ανωτέρω σφάλμα, επαναλαμβανόμενο στα δύο ως άνω κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι βάσιμος.

Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 2.10.2016 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ε. Γ. Κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ, δικαίωµα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννοµο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο. Η ύπαρξη εννόµου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ’ άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόµου συμφέροντος το οποίο πρέπει να υφίσταται, τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι µόνο γενικά για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε λόγο αναίρεσης, θεμελιώνεται δε στη βλάβη του αναιρεσείοντος από την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία υπάρχει όταν η τελευταία αναπτύσσει δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες.

Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατ’ ορθή ενιαία εκτίμηση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 345, 346 και 423 ΑΚ, διότι, ενώ δέχεται ότι αυτός οφείλει τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής (10.8.2010) και ότι κατέβαλε στον ενάγοντα την 3.1.2013 έναντι της οφειλής ποσό 48.804,67 ευρώ, μέρος από το οποίο καταλογίζει στους διαδραμόντες στο ενδιάμεσο -από 10.8.2010 έως 3.1.2013- διάστημα τόκους υπερημερίας και το υπόλοιπο στο κεφάλαιο, εν τέλει τον υποχρεώνει να καταβάλλει τη διαφορά κεφαλαίου με το νόμιμο τόκο όχι από την 4.1.2013 και στο εξής, αφού μέχρι τότε εξοφλήθηκε το σύνολο των τόκων, αλλά εσφαλμένα από την επίδοση τη αγωγής (10.8.2010), με αποτέλεσμα να υποχρεώνεται να πληρώσει για δεύτερη φορά τόκους υπερημερίας για το διάστημα αυτό.

Εφόσον όμως με την κατά τα ανωτέρω παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως του ενάγοντος η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται ως προς τις περί τοκοδοσίας διατάξεις της (αφετηρία τοκοδοσίας και καταλογισμός μέρους των καταβληθέντων στους τόκους υπερημερίας), η προσβαλλόμενη εν προκειμένω κρίση του Εφετείου και η αντίστοιχη διάταξη της αποφάσεώς του δεν αναπτύσσουν πλέον τις προβαλλόμενες από τον εναγόμενο αναιρεσείοντα δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες.

Επομένως στερείται κατά τα προαναφερόμενα εννόμου συμφέροντος για την προσβολή του σφάλματος αυτού, ο δε ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο, πέμπτο και δέκατο λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα του αναιρεσείοντος και ειδικότερα: α) την υπ’ αριθ. ...2003 πράξη εξόφλησης πίνακα διανομής αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, β) την υπ’ αριθ.

…2007 πράξη εξόφλησης πίνακα διανομής αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μ. Λ. και γ) την από 2.1.2013 εξώδικη δήλωση αυτού προς τον ενάγοντα και την υπ’ αριθ. .../2013 έκθεση επιδόσεως της του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Χ. Δ.. Ωστόσο, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του πλην άλλων και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως τεκμήρια.

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά στοιχεία όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει ο αναιρεσείων στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι.

Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά (αναφορικά με την αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) τα ακόλουθα: "Ο ενάγων εργάστηκε από το έτος 1969 στην εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε.", με έδρα το ..., η οποία με την υπ’ αριθμ. 3997/13-12-1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, οριστικός δε σύνδικος αυτής ορίστηκε ο εναγόμενος και νυν εκκαλών.

Ο ενάγων/εφεσίβλητος έχοντας απαιτήσεις κατά της πτωχής εταιρείας, οι οποίες προέρχονται από δεδουλευμένες αποδοχές, μη καταβολή αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση, αποζημίωση για μη χορήγηση αδειών αναψυχής και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης, ανήγγειλε νόμιμα και εμπρόθεσμα τις απαιτήσεις αυτές κατά την πτωχευτική διαδικασία και άσκησε την με αριθ.

έκθ. κατάθεσης 4009/1995 ανακοπή του κατά του συνδίκου και ώδε εναγόμενου/εκκαλούντος, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση των απαιτήσεών του, την προνομιακή του κατάταξη και ικανοποίηση από την πτωχευτική περιουσία. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 774/1996 απόφασή του αναγνώρισε ότι οι συνολικές πτωχευτικές απαιτήσεις του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 43.197.942 δρχ.

και ότι αυτός δικαιούταν να καταταγεί στη συνταχθησόμενη έκθεση εξέλεγξης πιστωτών προνομιακά, στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, για τις απαιτήσεις του συνολικού ύψους 23.543.162 δρχ. Στην πτωχευτική περιουσία υπήρχε ένα ακίνητο το οποίο βρισκόταν στο ... και το οποίο απαλλοτριώθηκε υπέρ της εταιρείας "...

ΑΕ", ενώ η εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης ύψους 250.543.600 δρχ. ποσό το οποίο κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από την υπόχρεη γι’ αυτό εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε". Ακολούθως ο εναγόμενος αναγγέλθηκε στον συμβολαιογράφο Πειραιώς Μ. Λ. για τη διανομή της παραπάνω αποζημίωσης με την ιδιότητα του οριστικού συνδίκου των πιστωτών της πτωχής εταιρείας για προνομιακές απαιτήσεις των υπαλλήλων και εργατών της συνολικού ποσού 130.621.220 δρχ., μεταξύ δε αυτών και για λογαριασμό του ενάγοντος.

Επειδή το ποσό της αποζημίωσης δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των αναγγελμένων πιστωτών, ο παραπάνω συμβολαιογράφος συνέταξε, κατ’ ανάθεση από το σύνδικο, τον υπ’ αριθ. .../28-7-2000 πίνακα διανομής αποζημίωσης, στον οποίο ο σύνδικος των πιστωτών κατατάχθηκε οριστικά για 130.621.220 δρχ. για τις απαιτήσεις των εργατοϋπαλλήλων, μεταξύ δε αυτών και για τον ενάγοντα για συνολικό ποσό 63.362.722 δρχ., εκ των οποίων οι 39.819.550 δρχ.

για τόκους και οι υπόλοιπες 23.543.162 δρχ. για κεφάλαιο. Κατόπιν ασκήσεων ανακοπών κατά του ως άνω πίνακα, εξεδόθη η υπ’ αριθ. 648/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία αποβλήθηκε ο ενάγων κατά το ποσό των 39.819.220 δρχ. και κατατάχθηκε για το ποσό των 23.543.162 δρχ., μαζί με τις απαιτήσεις και των λοιπών εργατοϋπαλλήλων.

Ο εναγόμενος στις 9-5-2003 εισέπραξε για λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό των 23.543.162 δρχ. (ήδη 69.092,18€) ... χωρίς ωστόσο μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό να έχει αποδώσει το ποσό αυτό στον ενάγοντα, παρά το γεγονός ότι οχλήθηκε προς τούτο με την προκειμένη αγωγή του. Αντίθετα προφασιζόμενος άλλοτε εκκρεμότητα των δικαστικών αποφάσεων και άλλοτε φόρτο εργασίας απέφευγε την καταβολή στον ενάγοντα του επιδικασθέντος σε αυτόν ποσού.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ο εφεσίβλητος γνώριζε ήδη από το έτος 2003 το γεγονός της είσπραξης των χρημάτων και είχε κληθεί τόσο από τον ίδιο όσο και μέσω άλλου κοινού γνωστού τους να τα εισπράξει, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, ο δε εκκαλών ούτε και τώρα εξηγεί πειστικά για ποιο λόγο ο εφεσίβλητος και δικαιούχος καθυστερούσε να προβεί στην είσπραξη ενός τέτοιου ποσού και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τα όσα επίσης ένορκα καταθέτουν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν επιμέλεια του εναγομένου/εκκαλούντος στον Ειρηνοδίκη σχετικά με την μη προσέλευση του ενάγοντος για την είσπραξη των χρημάτων του από τον εκκαλούντα, δεν κρίνονται πειστικά ως αντιτιθέμενα στα όσα προκύπτουν από όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα.

Σε βάρος του εκκαλούντος, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, όπου το Πειθαρχικό Συμβούλιο αυτού με την υπ’ αριθ. 115/2011 απόφασή του, που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 68/2012 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου, του επέβαλε την πειθαρχική ποινή προσωρινής παύσης από την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος διάρκειας έξι (6) μηνών.

Παράλληλα, κατόπιν της από 30-6-2010 εγκλήσεως του εφεσίβλητου ασκήθηκε σε βάρος του εκκαλούντος ποινική δίωξη για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με την ιδιότητα του εντολοδόχου, αδίκημα για το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων με το υπ’ αριθ. 4047/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο επικυρώθηκε με το υπ’ αριθ. 1089/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 0 ενάγων κατά το έτος 2009, μετά από έρευνα της πληρεξούσιάς του δικηγόρου, διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε ήδη εισπράξει το ποσό που του αναλογούσε και το οποίο όφειλε να του έχει αποδώσει.

Συνεπώς, από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως συνδίκου και άρα εντολοδόχου του εφεσίβλητου, αλλά και την απόσταση της κατοικίας του εφεσίβλητου (..., εισέπραξε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το χρηματικό ποσό των 69.092,18 ευρώ, όχι με σκοπό να το αποδώσει άμεσα, ως όφειλε, προς τον εφεσίβλητο, αλλά με σκοπό να το οικειοποιηθεί παράνομα, ήτοι να το ενσωματώσει στην ατομική του περιουσία, όπως και έπραξε στις 9-5-2003, εκδηλώνοντας την πρόθεσή του αυτή με την ενσωμάτωση του ποσού στην περιουσία του, βλάπτοντας έτσι, αντίστοιχα την περιουσία του ενάγοντος".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως ως προς το ζήτημα της αδικοπρακτικής λόγω υπεξαιρέσεως από εντολοδόχο ευθύνης του αναιρεσείοντος, γιατί εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα περιστατικά της διαπράξεως από τον εναγόμενο του αδικήματος της υπεξαιρέσεως στα πλαίσια της εκ του νόμου εντολής ως εκ της ιδιότητάς του συνδίκου πτωχεύσεως, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 375 ΠΚ, τις οποίες (το Εφετείο) αιτιολογημένα εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη αιτίαση με τον τέταρτο λόγο είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, ο ως άνω λόγος κατά το μέρος που με την επίκληση της ανωτέρω αιτιάσεως πλήττει την εκτίμηση πραγμάτων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 62 παρ. 2 του ν. 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1.500 ευρώ. Με την ως άνω διάταξη (άρθρο 62 παρ. 2 ν. 3994/2011) αυξήθηκε το τελευταίο αυτό ποσό σε 30.000 ευρώ, ενώ κατά το άρθρο 72 παρ. 12 του ίδιου νόμου (3994/2011), η παράγραφος 2 του άρθρου 1047 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται και σε αγωγές που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευσή του, η οποία έγινε στις 25-7-2011. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, το άνω ποσό των 30.000 ευρώ μέχρι του οποίου δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση, ισχύει και για τις εκκρεμείς αγωγές ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον κατά τον άνω χρόνο της δημοσίευσης του νόμου αυτού δεν είχε δημοσιευθεί τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής με την οποία ζητείτο προσωπική κράτηση και για απαίτηση από αδικοπραξία (ΑΠ 308/2016).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αποφάσεων του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, η πρώτη καταδίκασε τον εναγόμενο αναιρεσείοντα να πληρώσει στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο αποζημίωση 72.917,62 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης 4.000 ευρώ, συνολικά δε 76.917,62 ευρώ, ενώ για την εκτέλεση της απόφασης απάγγειλε σε βάρος του προσωπική κράτηση διάρκειας τριών μηνών.

Το Εφετείο, απέρριψε κατ’ αρχάς τον έκτο λόγο της εφέσεως του εναγομένου, που αναφερόταν στην περί προσωπικής κρατήσεως διάταξη, κρίνοντας ότι οι προβαλλόμενες επ’ αυτού αιτιάσεις (ότι ο εναγόμενος δεν ήταν αφερέγγυος και δεν είχε δόλια προαίρεση) δεν ήταν βάσιμες, πλην όμως στη συνέχεια δεχόμενο κατά τα λοιπά την έφεση αυτού, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση εν μέρει, δηλαδή ως προς όλες τις διατάξεις της πλην εκείνης περί καταψηφίσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, διότι δεν είχε προσβληθεί από κανένα διάδικο μέρος.

Δικάζοντας δε επί της ουσίας, καταδίκασε τον εναγόμενο αναιρεσείοντα να πληρώσει στον ενάγοντα αναιρεσίβλητο αποζημίωση 26.421,48 ευρώ, παραλείποντας ορθά να διατάξει και την προσωπική του κράτηση, αφού η αγωγή είχε κατατεθεί την 22.7.2010 και άρα ήταν εκκρεμής κατά τη δημοσίευση του ν. 3994/2011 (25-7-2011), η δε απαίτηση ήταν μικρότερη από 30.000 ευρώ, οπότε, κατά τα προαναφερόμενα, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση.

Επομένως, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, που διατυπώνει ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο, ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ, παρέλειψε να εξαφανίσει την περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός να ελέγχεται ως αβάσιμος.

Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, δηλαδή προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ’ αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει ως μη νόμιμη ένσταση του εναγομένου με την οποία συνάπτεται αποδεικτικά το κρίσιμο έγγραφο, αφού σε μία τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει επί της ουσίας αποδεικτικό πόρισμα, αλλά κρίση επί του νομίμου, ελεγχόμενη με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 551 ΕΝ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 81 του Ν. 3588/2007 "πτωχευτικός Κώδικας", ο οποίος εφαρμόζεται για τις διαδικασίες που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή από την 16.9.2007 (άρθρο 180,182 παρ. 1 του νόμου τούτου), ο σύνδικος, αφού δώσει λόγο της διαχείρισής του, δικαιούται να λάβει αντιμισθία το ποσό της οποίας ορίζεται από το δικαστήριο μετά από έκθεση του εισηγητή της πτώχευσης.

Η εξ αντιμισθίας απαίτηση του συνδίκου, ως αναγόμενη στο έξοδα διαχειρίσεως, έχει χαρακτήρα ομαδικού πιστώματος το οποίο ικανοποιείται πριν από τους ανέγγυους και τους έχοντες γενικό προνόμιο πιστωτές. Καίτοι όμως είναι χρέος της ομάδας, η αντιμισθία δεν δύναται να παρακρατηθεί από το σύνδικο από τα χρήματα που προέρχονται από τις πωλήσεις και από τις εν γένει εισπράξεις, αλλά ζητείται κατά τη λογοδοσία.

Η αγωγή του συνδίκου για την οριστική του αντιμισθία είναι καταψηφιστική, υπάγεται στην τακτική διαδικασία και στο αρμόδιο καθ` ύλη, κατά τις γενικές διατάξεις, δικαστήριο, ασκείται δε κατά του νέου συνδίκου ή κατά του πτωχού, αν περατώθηκε η πτώχευση. Για το ορισμένο της αγωγής δεν χρειάζεται ξεχωριστή αποτίμηση κάθε ενέργειας του συνδίκου, ούτε απαιτείται κάτι τέτοιο για την απόφαση του δικαστηρίου, το οποίο και λαμβάνει υπόψη, όσον αφορά τον καθορισμό της αντιμισθίας του συνδίκου, τη διάρκεια και το είδος των ενεργειών του, την αναγκαιότητα και αποτελεσματικότητα τους για την πρόοδο της πτωχευτικής διαδικασίας, καθώς και την έκταση της πτωχευτικής περιουσίας, αυτά δε ισχύουν και όταν ο σύνδικος, κατά το χειρισμό των πτωχευτικών υποθέσεων, προσέφερε τις υπηρεσίες του ως δικηγόρος, για τις οποίες δεν δικαιούται να αξιώσει τα ελάχιστα όρια αμοιβής που προβλέπονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ΑΠ 859/1998, ΑΠ 53/1995).

Επομένως, οι πτωχευτικοί πιστωτές δεν υπέχουν έναντι του συνδίκου ατομική ενοχή για την καταβολή της αντιμισθίας του.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων εναγόμενος είχε προβάλλει κατά της αγωγής ένσταση συμψηφισμού πλην άλλων και μίας απαίτησης ποσού 10.291,06 ευρώ, που κατά τους ισχυρισμούς του διατηρούσε κατά του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, διότι ως σύνδικος της πτωχεύσεως εκπροσώπησε τον τελευταίο ως πτωχευτικό πιστωτή με απαίτηση 69.092,18 ευρώ στις ενώπιον του Πρωτοδικείου και Εφετείου δίκες για τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας (δηλαδή του προϊόντος της αποζημιώσεως από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ενός πτωχευτικού ακινήτου), δικαιούμενος για τις δικαστικές ως άνω ενέργειές του με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων αμοιβή συνολικά 10.291,06 ευρώ.

Το Πρωτοδικείο είχε απορρίψει την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ το Εφετείο αντικατέστησε την εν λόγω αιτιολογία και έκρινε ότι ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι "ο εναγόμενος ως σύνδικος της πτωχεύσεως λαμβάνει αμοιβή για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του από την πτωχευτική περιουσία με τη μορφή είτε προσωρινής είτε οριστικής αντιμισθίας με σχετική αίτηση του προς τον εισηγητή της πτωχεύσεως και απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου και όχι από τον εκπροσωπούμενο πιστωτή ως εν προκειμένω".

Επομένως, εφόσον δεν υπήρξε επί της ουσίας αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, αλλά κρίση επί του νομίμου της ενστάσεως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναιρέσεως, ότι (το Εφετείο) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθ. 503/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε επιδικάσει στον εναγόμενο αμοιβή 8.421.308 δρχ.

για τις δικηγορικές του εργασίες στη δίκη της απαλλοτριώσεως του πτωχευτικού ακινήτου, στην οποία -σημειωτέον- πλεοναστικά αναφέρθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος. Ο δε από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ένατος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγει το Εφετείο ότι με το να απορρίψει την ανωτέρω ένστασή του ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι ο σύνδικος δεν μπορεί να στραφεί για την εξ αντιμισθίας αποζημίωσή του κατά πτωχευτικού πιστωτή, παραβίασε τις προπαρατιθέμενες διατάξεις του Εμπορικού Νόμου, είναι κατά τα προαναφερόμενα αβάσιμος, αφού οι πτωχευτικοί πιστωτές δεν υπέχουν έναντι του συνδίκου ατομική ενοχή για την καταβολή της αντιμισθίας του.

Από τα άρθρα 361, 440, 441 και 451 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Ο μονομερής συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν οι εν λόγω απαιτήσεις είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Επέρχεται δε ο συμψηφισμός αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλον, ενώ η αντίστοιχη πρόταση επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται τέτοιος συμψηφισμός κατά απαιτήσεως, που κατά νόμο είναι ακατάσχετη. "Ακατάσχετες" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι απαιτήσεις οι οποίες κατά εξαιρετικό, και επομένως στενά ερμηνευτέο, δίκαιο εξαιρούνται από την κατάσχεση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. α’ έως στ’ ΚΠολΔ ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες) από ειδικές διατάξεις νόμων, διατάξεις δηλονότι οι οποίες εκφράζουν σαφή περί του ακατάσχετου επιλογή του νομοθέτου. Επομένως, ακατάσχετη είναι μεν η απαίτηση μισθών που διατηρεί ο εργαζόμενος κατά του εργοδότη του, όχι όμως και η αποζημίωση από αδικοπραξία που τελέσθηκε σε βάρος του εργαζομένου με την υπεξαίρεση του μισθού του από τον εντολοδόχο, που για λογαριασμό του εισέπραξε το μισθό του από τον εργοδότη, οφειλέτη του μισθού, διότι πρόκειται για διαφορετικής φύσεως αξίωση.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με την από 31.8.2013 έφεση του αναιρεσείοντος εναγομένου, αυτός είχε προβάλλει κατά της αγωγής ένσταση συμψηφισμού πλην άλλων και μίας απαίτησης ποσού 1.681,84 ευρώ, που κατά του ισχυρισμούς του διατηρούσε κατά του αναιρεσίβλητου ενάγοντος από δικηγορική αμοιβή για την εκτέλεση των εξιστορούμενων δικαστικών ενεργειών, που ενήργησε για λογαριασμό του.

Το Πρωτοδικείο είχε απορρίψει την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ το Εφετείο αντικατέστησε την εν λόγω αιτιολογία και έκρινε ότι ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη με την εξής σκέψη: "αναφορικά με το ποσό των 11.972,90 ευρώ, που ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι του όφειλε ενάγων/εφεσίβλητος, τα εξ αυτών 1.681,84 ευρώ ως αφορώντα εργατικές αξιώσεις αβασίμως κατά νόμον προτάθηκαν σε συμψηφισμό ως ακατάσχετες αξιώσεις (άρθρ. 451 ΑΚ σε συνδ.

με 982 παρ.2 δ ΚΠολΔ) και έπρεπε να απορριφθεί η σχετική ένσταση ως τέτοια". Εφόσον όμως η ένδικη απαίτηση του ενάγοντος, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, ήταν αποζημίωση από αδικοπραξία, έστω και αν η υπεξαίρεση, που δημιούργησε την υποχρέωση αποζημιώσεως, αφορούσε σε ιδιοποίηση χρημάτων, που οφείλονταν στον ενάγοντα ως μισθός, νομίμως προβλήθηκε κατ’ αυτής σε συμψηφισμό η ποσού 1.681,84 ευρώ ανταπαίτηση του εναγομένου από δικηγορική αμοιβή.

Επομένως, κρίνοντας διαφορετικά το Εφετείο και απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση με τη σκέψη ότι η ένδικη απαίτηση είναι ανεπίδεκτη συμψηφισμού ως ακατάσχετη, υπολαμβάνοντας ότι είναι απαίτηση μισθών, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 361, 440, 441, 451 και 914 ΑΚ κατά το βάσιμο περί τούτου όγδοο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει το σφάλμα αυτό.

Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου στις ειδικές διαδικασίες, κατά τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως, εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1113/2009, ΑΠ 344/2007).

Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος, που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Επομένως, ο ενδέκατος, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως (338 ΚΠολΔ), ως προς την απόδειξη της ιστορικής βάσεως της αγωγής και ειδικότερα ως προς την τέλεση από τον εναγόμενο υπεξαιρέσεως σε βάρος του ενάγοντος, εκ του ότι αξίωσε από τον εναγόμενο να αποδείξει τις υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις της ανωτέρω αδικοπραξίας (αναφορικά με το ειδικότερο θέμα ότι ο ενάγων γνώριζε ήδη από το 2003 για την είσπραξη του επίδικου ποσού εκ μέρους του εναγομένου και αδιαφορούσε παρότι είχε προσκληθεί από τον τελευταίο για να το παραλάβει) είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως.

Ο ίδιος λόγος, κατά την αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια α) της ενστάσεως του εναγομένου περί συμψηφισμού ανταπαιτήσεως ποσού 48.804,67 ευρώ και β) της επιδικάσεως τόκων υπερημερίας. Η δε αίτηση αναίρεσης του εναγομένου πρέπει να γίνει επίσης δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της ενστάσεως αυτού περί συμψηφισμού ανταπαιτήσεως ποσού 1.681,84 ευρώ. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση (κατά τα ανωτέρω κεφάλαια) για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικόν από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Επίσης, πρέπει, να διαταχθεί η απόδοση σε κάθε αναιρεσείοντα των καταβληθέντων παραβόλων (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), η δε δικαστική δαπάνη να κατανεμηθεί, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, ανάλογα με την έκταση τη νίκης του καθενός (άρθρο 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 475/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση (κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια) στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον απ’ αυτόν, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση σε κάθε αναιρεσείοντα των παραβόλων, που καταβλήθηκαν απ’ αυτούς. Και Κατανέμει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων και επιβάλλει σε βάρος του εναγομένου (αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητου) ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος (αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητου), τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 1 Δεκεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ