Legislator Case Law & Legislation
1962/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal due to insufficient reasoning on delay and causation regarding damages.

Case Number 1962/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's decision in a construction contract dispute. The appellant argued the lower court failed to provide clear reasoning regarding the specific date of the contractor's delay and the causal link between that delay and the claimant's lost wages. The court found these omissions violated procedural requirements for adequate justification of damages, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient reasoning regarding the timing of a breach and the causal connection to damages requires remand for further examination.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning causal link damages breach timing construction contract remand for further examination Code of Civil Procedure delay justification

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1962 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1962/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.Αλεξανδρής", που εδρεύει στο Ηράκλειο, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σπανουδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Βοργιά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-10-2003 και 3-1-2004 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 483/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 481/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 17-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή του τετάρτου αναιρετικού λόγου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ προκύπτει ότι τα αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο θεμελιώνει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχουν προσκομισθεί με επίκληση, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει σύμβασης έργου μεταξύ των διαδίκων, για την οποία συντάχθηκε το από 10.12.2002 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων Ψ, ανέθεσε στην εναγομένη και ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "Δημήτριος Αλεξανδρής Α.Ε." την ανέγερση σε οικόπεδό του στην περιοχή ...

μιας προκατασκευασμένης οικίας, συνολικού εμβαδού 120 τ.μ., αντί αμοιβής ποσού 91.668 ευρώ, έναντι του οποίου ο παραπάνω εργοδότης κατέβαλε στην εργολάβο εταιρία ως προκαταβολή το ποσό των 54.600 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο 37.068 ευρώ, το οποίο κατά τη συμφωνία θα κατέβαλε κατά την παράδοση του έργου, που συμφωνήθηκε να γίνει στις 10.4.2003.

Κατά τη διάρκεια κατασκευής της οικίας οι διάδικοι επικοινωνούσαν ηλεκτρονικά, λόγω της μόνιμης κατοικίας του εργοδότη στο εξωτερικό, στις δε 12.2.2003 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργολάβου εταιρίας με e-mail, που δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους, οι οποίοι συνομολογούν πρότεινε στον εργοδότη την πραγματοποίηση μερικών αλλαγών και ο τελευταίος επίσης με e-mail, που προσκομίζεται σε μετάφραση από την αγγλική γλώσσα, ύστερα από επίκληση, απάντησε κατά λέξη τα εξής: "Συμφωνώ μαζί σας ότι η βεράντα πρέπει να γίνει κυκλική, όπως η αποκάτω, και επίσης η οροφή να επεκταθεί πάνω από το κλιμακοστάσιο.

Εντάξει, προχωρήστε και κάνετε τις αλλαγές". Μετά την αποπεράτωση της κατασκευής της οικίας (Μάιος του 2003) εμφιλοχώρησε μεταξύ των διαδίκων διαφωνία σχετικά με το περιεχόμενο της νεώτερης αυτής συμφωνίας τους, καθώς η μεν εργολάβος εταιρία ισχυριζόταν ότι η πρότασή της προς τον εργοδότη συνίστατο στην επέκταση της οικίας, πέραν του αρχικά συμφωνηθέντος εμβαδού της κατά 17,78 τ.μ.

και στην επέκταση των μπαλκονιών κατά 8 μέτρα των σκεπαστών και κατά 18,37 μέτρα των ασκέπαστων (βλ. αγωγή της), αξιώνοντας γι' αυτό επιπλέον αμοιβή ποσού 12.719 ευρώ, ο δε εργοδότης ισχυριζόταν ότι ουδέποτε είχε συμφωνήσει για την επέκταση του εμβαδού της κυρίως οικίας του, αλλά (είχε συμφωνήσει) μόνο για επουσιώδεις αλλαγές και συγκεκριμένα για το σχήμα του μπαλκονιού και της στέγης (βλ.

πρωτόδικες προτάσεις του) εμμένοντας στους όρους της αρχικής συμφωνίας. Έτσι, παρά την αποπεράτωση της οικίας με μικρή καθυστέρηση, λόγω των πρόσθετων εργασιών που καθομολογία και του εργοδότη πραγματοποιήθηκαν, δεν επακολούθησε παράδοση αυτής (οικίας) από την εργολάβο εταιρία στον εργοδότη, ο οποίος στις 10.6.2003 και μετά από προηγούμενη προφορική πρόσκλησή του να παραλάβει την οικία, αφού καταβάλει πλην του υπολοίπου της αρχικά συμφωνημένης αμοιβής (37.068 ευρώ) και την επιπλέον αμοιβή για την επέκταση της οικίας (12.719 ευρώ), με εξώδικο έγγραφό του κάλεσε της εταιρία να μεριμνήσει για την από κοινού επιμέτρηση της οικίας υπενθυμίζοντάς της ότι δεν αποδέχεται ως συμφωνηθείσα την επέκταση της οικίας πέραν του εμβαδού των 120 τ.μ.

και ότι το μόνο που αποδέχεται είναι οι αλλαγές στο μπαλκόνι. Τέλος, καθόσον αφορά στο αίτημα της πρώτης αγωγής (εργολάβου) για καταβολή αμοιβής πέραν εκείνης που αρχικά συμφωνήθηκε, αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω ότι ο εναγόμενος στην πρώτη αγωγή εργοδότης, μετά την αρχική συμφωνία έδωσε εντολή στην ενάγουσα να προβεί σε πρόσθετες εργασίες, που αφορούσαν στη βεράντα που θα γινόταν κυκλική, όπως η αποκάτω, και επίσης στην οροφή που θα επεκτείνετο πάνω από το κλιμακοστάσιο, τη μεταγενέστερη δε αυτή συμφωνία συνομολογεί ο εναγόμενος και με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος συμφώνησε ποτέ η οικία του να έχει εμβαδόν 137,78 τ.μ., αντί του αρχικά συμφωνηθέντος των 120 τ.μ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή της η ενάγουσα, καθόσον η τελευταία, που φέρει το βάρος (εννοείται: αποδείξεως) του ισχυρισμού της αυτού, δεν προσκομίζει το σχετικό έγγραφο - πρόταση (e-mail), αν και με την αγωγή της επικαλείται ότι απέστειλε τέτοιο έγγραφο στον εναγόμενο, ενώ και η μάρτυράς της για το ζήτημα αυτό κατέθεσε αόριστα: "Δεν μου είπε ο κ.

Ψ ότι θέλει επέκταση 17,40 ή 50 τ.μ., αλλά μου είπε ότι θέλει επέκταση". Έτσι, η οφειλή του εναγομένου συνίσταται στην αμοιβή για τις εργασίες επέκτασης της οικίας, που έγιναν στη βεράντα και στην οροφή της οικίας, συνολικού εμβαδού 5 τ.μ., η οποία οφειλή, ενόψει της αξίας της ύψους 750 ευρώ ανά τετρ. Μέτρο (90.000 ευρώ δια 120 τ.μ.), ανέρχεται στο ποσό των 3.750 ευρώ (5 τ.μ.

χ 750 ευρώ). Επομένως, η παραπάνω αγωγή (πρώτη) είναι εν μέρει βάσιμη ως προς το αίτημα καταβολής περαιτέρω αμοιβής για εργασίες πέραν των αρχικά συμφωνηθεισών".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο, η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψιν, αφενός μεν, την περιεχόμενη στ 2385/25-7-2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου ότι "συνομολογεί ο Ψ τις συμβατικές υποχρεώσεις 17 μ.Χ 50 ευρώ το τμ", αφετέρου δε, τη γενόμενη σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας δήλωση του αναιρεσιβλήτου "ότι όντως έγινε επέκταση 17 τετρ. Μέτρων", στις οποίες (δηλώσεις), κατά την αναιρεσείουσα, εμπεριέχεται ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί του ότι έγιναν πρόσθετες εργασίες κατά 17 μ2 και όχι μόνο κατά 5 μ2, όπως δέχθηκε το Εφετείο. Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως, διότι, όπως προκύπτει από το εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, σε σχέση με τις πρόσθετες αυτές εργασίες που αφορούν στην κατά 17 μ2 επέκταση του αρχικώς συμφωνηθέντος εμβαδού της οικίας, δέχθηκε - όχι ότι αυτές δεν έγιναν αλλά - ότι ο αναιρεσίβλητος "δεν συμφώνησε ποτέ" να γίνουν.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, και αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρεβίασε ευθέως, σε κάθε δε περίπτωση εκ πλαγίου, τους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, σχετικώς με την τροποποιητική της αρχικής συμβάσεως συμφωνία των διαδίκων και ιδίως της δήλωσης αποδοχής της προτάσεως της αναιρεσείουσας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου καθόσον δεν προσέφυγε στους εν λόγω κανόνες, παρόλο που εμμέσως πλην σαφώς διεπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφειας στις δικαιοπρακτικές αυτές δηλώσεις και πάντως δεν αναφέρει το περιεχόμενο της δηλώσεως της αναιρεσείουσας και δεν δικαιολογεί την έλλειψη αμφιβολίας ως προς το αληθινό περιεχόμενο της πρόσθετης συμφωνίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι-όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση-το Εφετείο, χωρίς να διαπιστώσει-ούτε και εμμέσως-την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στο περιεχόμενο της μεταγενέστερης συμφωνίας, δέχθηκε ότι αυτή απεριφράστως αφορούσε σε πρόσθετες εργασίες μόνο στη βεράντα και στην οροφή της οικίας, ενώ η κρίση του, περί ανυπαρξίας συμφωνίας για επέκταση του εμβαδού της οικίας κατά 17,78 μ2, δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και (έμμεσης) ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από τη-μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου-εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 8 και ii ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση, ότι αγνόησε τον περιεχόμενο στην αγωγή της και επαναφερθέντα με την έφεσή της ισχυρισμό, ότι, στις 13-6-2003 και κατόπιν προφορικής δηλώσεως του ... ("μετρήσαντος το σπίτι" τεχνικού συμβούλου του αναιρεσιβλήτου) περί πραγματοποιήσεως των πέραν των 120 μ2 "εργασιών", ο αναιρεσίβλητος προέβη, ενώπιον του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και των τεχνικών συμβούλων αυτής και του ίδιου, στην προφορική δήλωση ότι, λόγω της τριήμερης διακοπής λειτουργίας των Tραπεζών, "θα της παρέδιδε τα χρήματα την Τρίτη 17-6-03" αυτή δε "θα του παρέδιδε τα κλειδιά", δήλωση, η οποία, κατά την αναιρεσείουσα, αποτελεί σαφή αναγνώριση από τον αναιρεσίβλητο του υπολοίπου της οφειλής εκ 49.798 ευρώ και αποκλείει την υπερημερία της ως προς την παράδοση της οικίας και, πάντως, συνιστά μη αμφισβητηθείσα βάση δικαστικού τεκμηρίου για "την αλήθεια" του ισχυρισμού της περί ενοχής του αναιρεσιβλήτου στην πληρωμή της αμοιβής της για το πρόσθετο έργο.

Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις (κύρια και επικουρική), ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι στην αγωγή της είχε διαλάβει ως έρεισμα και τη σύμβαση (αιτιώδους ή αφηρημένης) αναγνωρίσεως του κρίσιμου χρέους (τέτοια ιστορική βάση δεν προκύπτει άλλωστε από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου), ούτε ότι είχε επικαλεσθεί, με τις κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις της, τη - φερόμενη ως περιέχουσα εξώδικη ομολογία ή βάση δικαστικού τεκμηρίου - ως άνω προφορική δήλωση του αναιρεσιβλήτου.

Κατά το άρθρο 343 παρ. 1 ΑΚ: "Ο υπερήμερος οφειλέτης, εκτός από την παροχή, οφείλει και αποζημίωση για τη ζημία του δανειστή από την καθυστέρηση". Κατά το άρθρο 297 παρ. 1 ΑΚ: "Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα". Κατά το άρθρο 298 ΑΚ: "H αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίναν ότι η αναιρεσείουσα εργολήπτρια εταιρία περιήλθε σε υπερημερία περί την εκπλήρωση της παροχής της έναντι του αναιρεσιβλήτου, ήτοι περί την παράδοση του συμφωνηθέντος έργου, ανεγνώρισε ότι αυτή του οφείλει ποσό 19.293 ευρώ (νομιμοτόκως), προς αποκατάσταση των ζημιών που ο τελευταίος υπέστη κατά τη διάρκεια και εξαιτίας της υπερημερίας της πρώτης.

Διέλαβε δε σχετικώς τα ακόλουθα: "Η παράδοση του έργου συμφωνήθηκε να γίνει στις 10-4-2003. Μετά την αποπεράτωση της κατασκευής της οικίας (Mάιος του 2003), εμφιλοχώρησε μεταξύ των διαδίκων διαφωνία... Έτσι, παρά την αποτεράτωση της οικίας με μικρή καθυστέρηση λόγω των προσθέτων εργασιών που καθομολογία και του εργοδότη πραγματοποιήθηκαν, δεν επακολούθησε παράδοση αυτής (οικίας) από την εργολάβο εταιρία στον εργοδότη, ο οποίος στις 10-6-2003 και μετά από προηγούμενη προφορική πρόσκληση να παραλάβει την οικία...

κάλεσε την εταιρία να μεριμνήσει για την από κοινού επιμέτρηση της οικίας. Στη συνέχεια, μετά από συνάντηση των διαδίκων που έγινε στην αποπερατωμένη ήδη οικία στις 13-6-2003 με σκοπό τη διευθέτηση των διαφορών τους, που όμως δεν επιτεύχθηκε, ο εργοδότης με νέο εξώδικο έγγραφό του προς την εταιρεία (23-6-2003) την κάλεσε να του την παραδώσει...

Ανταπαντώντας η εταιρία... επανέλαβε ότι είναι διατεθειμένη να του παραδώσει τα κλειδιά της οικίας, εφόσον αυτός θα κατέβαλλε, έστω και με επιφύλαξη, το κατ' αυτήν χρέος του για τις επιπλέον... εργασίες... Το δικαίωμα αυτό (σημ: δηλαδή το δικαίωμα επίσχεσης που άσκησε η αναιρεσείουσα), ασκηθέν στις 10-6-2003 κάτω από τέτοιες περιστάσεις, υπερέβη τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος....

Ο ενάγων αφίχθη στην Ελλάδα στα μέσα Απριλίου 2003, προκειμένου να παραλάβει την οικία του, που έπρεπε να του παραδοθεί έτοιμη στις 10-4-2003, πλην όμως αυτή αποπερατώθηκε στις 9-6-2003. Λόγω της άρνησης της εναγομένης να του παραδώσει την οικία, έστω κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, αναγκάσθηκε να παρατείνει την παραμονή του στο ... ...

στις δε 27-6-2003 υπέβαλε... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων... την ίδια ημέρα αναχώρησε για τη ... και επέστρεψε στο ... στις 22-7-2003... Διέμενε στο ξενοδοχείο.... Δαπανώντας ... 1.810 ευρώ από 11-5-2003 μέχρι 27-6-2003... Ακόμη, ο ενάγων... που τον Απρίλιο του 2003 εργαζόταν στον ποδοσφαιρικό σύλλογο "..." ... με μισθό 2250 λίρες Αγγλίας και με σύμβαση μέχρι 31-12-2003, απώλεσε από μισθούς του από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο του 2003...λόγω διακοπής του συμβολαίου του στο τέλος Ιουνίου 2003 εξαιτίας της κατά τα παραπάνω αναγκαστικής παραμονής του στην Ελλάδα.

Το παραπάνω ποσό ο ενάγων θα αποκόμιζε από την εργασία του, αν η εναγομένη του είχε παραδώσει την οικία στον συμφωνημένο χρόνο...". Υπό τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες: (α) σχετικά με τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε σε υπερημερία, πράγμα που έχει προφανείς συνέπειες και στο ύψος της αποζημιώσεως την οποία αυτή οφείλει στον αναιρεσίβλητο, και (β) σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας της πρώτης και της ζημίας του δευτέρου, αφού δεν διευκρινίζεται ούτε γιατί ήταν αναγκαία η αυτοπρόσωπη παρουσία του αναιρεσιβλήτου στην Κρήτη, και δη καθόλα τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα (και δεν αρκούσε η εκπροσώπηση αυτού από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του), ούτε η αιτία, για την οποία αυτός απώλεσε τους μισθούς του από του μηνός Μαίου 2003, ενώ η απόλυσή του από τον εργοδότη του φέρεται ότι έγινε "στο τέλος Ιουνίου" του ίδιου έτους.

Κατόπιν τούτων, είναι βάσιμος ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του - αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην επιδικασθείσα στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ένα μέρος των δικαστικών εξόδων πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 481/2006 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Παραπέμπει, αντιστοίχως, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ