Legislator Case Law & Legislation
1962/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to procedural defects and inadmissible vague grounds.

Case Number 1962/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs and guardians against the Court of Appeals' judgment in a traffic accident case. The Court of Appeals had found the bus driver solely responsible for the fatal collision, rejecting claims of contributory negligence by the victim. The Supreme Court rejected the appeal because the appellant's arguments were vague, failed to specify legal errors, and improperly challenged the Court of Appeals' factual findings which are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4), 576(1)-(3), 498(2)-(3), 226(4), 559(1), 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal where the grounds are vague, fail to identify specific legal errors, or improperly challenge the appellate court's evaluation of material facts.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague grounds factual review contributory negligence traffic accident liability legal error specification court of appeals

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 576(1), (2), (3) of the Code of Civil Procedure
Articles 498(2), (3) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1962 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1962/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 2. Χ2 , ατομικά και ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος Χ3, κατοίκου εν ζωή ομοίως, 3. Χ1 και Χ4 ως ασκούντων τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου τους .... κατοίκου ομοίως, 4. Χ1 και Χ4 ως ασκούντων τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου τους .... , κατοίκου ομοίως, 5. Χ6 και 6. Χ5 κατοίκου Κοινότητας ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 2. ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Τσούτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., 3. Ψ2 και 4. ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-8-2000, 30-9-2000, 14-12-2000, 6-2-2001 και 7-3-2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1029/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 676/2003 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Ιουνίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην των 3ου και 4ης εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, κατά την οποία ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος επιδίδει κλήση στους άλλους διαδίκους και από το άρθρο 576 παρ. 1, 2 και 3 του ιδίου Κώδικα, κατά το οποίο επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα αυτήν, συνάγεται, ότι, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων, οφείλει να κλητεύσει τον αναιρεσίβλητο, σε καταφατική δε περίπτωση ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Εξάλλου, στην περίπτωση αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως από το πινάκιο εφαρμόζεται κατά το άρθρο 498 παρ. 2, 3 ΚΠολΔ και η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 ιδίου Κώδικα, κατά την οποία η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν έχει εμφανισθεί για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι η προηγούμενη για την αρχική δικάσιμο κλήτευση ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη.

Στην προκειμένη περίπτωση, η συζήτηση της υποθέσεως είχε ορισθεί αρχικώς για τη δικάσιμο της 13.01.06, οπότε αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία δεν παρέστησαν οι εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ2 και η εταιρεία με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια". Οι αναιρεσείοντες κλήτευσαν νομίμως και εμπροθέσμως τους ως άνω αναιρεσιβλήτους για την αρχική δικάσιμο, όταν η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, όπως τούτο αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση εκθέσεις επιδόσεως 2956Γ/01.12.04 και 7508/22.12.04 των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Πατρών και Αθηνών, αντίστοιχα, ....

και ... και από τις οποίες προκύπτει, ότι στους ως άνω αναιρεσιβλήτους επιδόθηκε αντίγραφο της κρινομένης αναιρέσεως με πράξη καταθέσεως και κλήση προς συζήτηση αυτής. Επομένως, παρά την απουσία των παραπάνω αναιρεσιβλήτων πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ μεταξύ των εφαρμοστέων στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου διατάξεων περιλαμβάνονταν και οι διατάξεις των άρθρων 286 έως 308 ιδίου Κώδικα. Σύμφωνα με τα άρθρα 286, 287 και 290 ΚΠολΔ η δίκη διακόπτεται αν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση:

α) πεθάνει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη. Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν στις 13.01.06 επικαλούνται και προσκομίζουν: 1) την με αριθμό πρωτοκόλλου .... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου Πατρών του Χ3 (4ου των εφεσιβλήτων), 2) το 1..... πιστοποιητικό του Δήμου Πατρέων και 3) τις .... δηλώσεις αποποιήσεως κληρονομίας.

Επιπλέον, η πρώτη αναιρεσείουσα με την αίτηση αναιρέσεως και δη με τα εισαγωγικά αυτής (αιτήσεως) γνωστοποίησε τον θάνατο του υιού της Χ3 , δηλώνοντας ταυτόχρονα τη συνέχιση της βιαίως διακοπείσης δίκης λόγω του θανάτου του υπό της ιδίας ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου, η οποία δίκη νομίμως συνεχίζεται μεταξύ της ανωτέρω και των αναιρεσιβλήτων.

ΙΙΙ. Όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 520 Κ.Πολ.Δ. το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει εκτός από τα άλλα στοιχεία και τους λόγους εφέσεως. Οι τελευταίοι συνίστανται σε αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως αναφερόμενες, είτε σε παραλείψεις του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα αυτό προσδιορίζεται επαρκώς με τη μνεία ότι από την κακή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων σφάλματα.

Και τούτο διότι το εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.) επανεκτιμά απ' αρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος. Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ.

δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της προπαρατεθείσης διατάξεως θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται εκ του ότι ο αριθμός 14 του ιδίου άρθρου (559 Κ.Πολ.Δ.) ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου από το δικαστήριο της ουσίας.

Πράγματι η διάταξη καλύπτει γενικώς περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων που μπορεί να είναι και άσχετες με τη διάταξη του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου. Συμπορεύεται δε με την τελευταία, όταν δεν έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που έχουν προταθεί και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που δεν έχουν προταθεί, αφού δεν υφίσταται λόγος που να αποκλείει την παράλληλη ισχύ και των δύο λόγων αναιρέσεως στις προαναφερόμενες περιπτώσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) σ' αυτό διαλαμβάνεται ως πρώτος λόγος εφέσεως η αιτίαση ότι "κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και ιδία των διατάξεων του ΚΟΚ και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι ο α' εξ ημών ευθύνεται σε ποσοστό 50% για το ατύχημα, το οποίο οδήγησε στο θάνατο της οδηγού του άλλου οχήματος, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα βαρύνει την θανούσα οδηγό".

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητείται στο αιτητικό του ιδίου δικογράφου να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να γίνει δεκτή εξ ολοκλήρου η αγωγή του πρώτου και να απορριφθούν όλες οι υπόλοιπες. Το Εφετείο δέχθηκε ως ορισμένο τον πιο πάνω λόγο της εφέσεως και στη συνέχεια αφού δέχθηκε αυτόν και ως ουσία βάσιμο δέχθηκε ολικά την αγωγή του εκκαλούντος και απέρριψε τις λοιπές αγωγές.

Με το να δεχθεί αυτά το Εφετείο ορθά αφ' ενός δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ως άνω λόγο της εφέσεως και αφ' ετέρου έλαβε υπόψη τα πράγματα που προτάθηκαν με το λόγο αυτό και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως στηριζόμενος όπως εκτιμάται στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμός 8 και 14 Κ.Πολ.Δ.

IV. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα για το λόγο ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών τα αυτοκίνητα των οποίων ενεπλάκησαν στο ατύχημα κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα η οδηγός του υπ' αριθμό ΕΒ 6019 Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 22-5-2000 και ώρα 14.35΄ ο Ψ1 (ενάγων - εναγόμενος - εκκαλών) οδηγώντας το .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του που ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από τη λειτουργία του σε τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική εταιρία Υδρόγειος ΑΕ (εναγομένη - εκκαλούσα) έβαινε επί της οδού ...

από ... προς .... Την ίδια χρονική στιγμή η Ψ3 ηλικίας (τότε) 17 ετών, οδηγώντας το .... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Ψ2 (εναγομένου - ενάγοντος - εφεσιβλήτου), με συνεπιβάτη τον ίδιο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από τη λειτουργία του σε τρίτους ζημίες, στην ασφαλιστική εταιρεία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕ" (εναγομένη-εφεσίβλητη), έβαινε επί της ίδιας οδού με αντίθετη κατεύθυνση.

Στο ύψος του οικοδομικού τετράγωνου με αριθμό 180 της εν λόγω οδού, όπου το πλάτος του οδοστρώματος είναι -10- μ. και υπάρχει εκατέρωθεν έρεισμα -2- μ. ο Ψ1 επιχείρησε υπέρβαση του προπορευόμενου λεωφορείου της αστικής γραμμής, το ο ποίο είχε ακινητοποιηθεί, κανονικά, στην εκεί στάση, για την αποβίβαση επιβατών.

Στην προσπάθειά του αυτή οι αριστεροί τροχοί του αυτοκινήτου του είχαν εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Τη στιγμή δε που ο τελευταίος επιχειρούσε την υπέρβαση το αυτοκίνητο του Ψ2 βρισκόταν σε απόσταση μεγαλύτερη των 80 μ. από το σημείο της υπέρβασης και ο Ψ1 , εκτιμώντας ότι είχε τον απαραίτητο χρόνο για την υπέρβαση την επιχείρησε, εισερχόμενο κατά ένα μικρό μέρος (0,50 μ.

περίπου) στο αντίθετο ρεύμα, παραβιάζοντας έτσι και τη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή. Η Ψ3 , ενώ ο Ψ1 είχε ολοκληρώσει την υπέρβαση και επιχειρούσε να εισέλθει ολοκληρωτικά στο ρεύμα πορείας του μπροστά από το πιο πάνω λεωφορείο και σε απόσταση -10- μ. περίπου απ' αυτό, άρχισε να κάνει ελιγμούς επί του οδοστρώματος και όταν το αυτοκίνητο του Ψ1 βρισκόταν, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, στο ρεύμα πορείας του, πήρε κατεύθυνση αντίθετη με την πορεία της, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και πρόσκρουσε, αρχικά, πλαγιομετωπικά στο εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του Ψ1 και ακολούθως εκτράπηκε της πορείας του εκτός του οδοστρώματος και πρόσκρουσε σε παρακείμενο μαντρότοιχο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα.

Επίσης τραυματίστηκε και ο Ψ2 , υπέστησαν δε φθορές και τα δύο αυτοκίνητα. Όλες τις παραπάνω κινήσεις επιχείρησε η Ψ3 με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 70 χλμ/ω, ουδόλως δε επιχείρησε να τροχοπεδήσει. Αντίθετα με την υπερβολική αυτή ταχύτητα, αφού πραγματοποίησε ελιγμούς "ζίκ-ζακ" επί του οδοστρώματος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και συγκρούστηκαν τα πιο πάνω αυτοκίνητα.

Για όλα τα περιστατικά αυτά με απόλυτη σαφήνεια καταθέτει ο μάρτυρας .... ο οποίος οδηγούσε αυτοκίνητο πίσω από τον Ψ1 και ετοιμαζόταν και ο ίδιος να επιχειρήσει υπέρβαση του παραπάνω λεωφορείου, επειδή το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν ελεύθερο. Ενόψει τούτων, αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) για το ένδικο ατύχημα και τις εντεύθεν συνέπειές του φέρει η Ψ3 η οποία, όντας ανήλικη και στερούμενη άδειας ικανότητας οδηγού, αλλά και πείρας περί την οδήγηση, ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα μέσα σε κατοικημένη περιοχή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς να συντρέχει, γι' αυτό, κάποιος ιδιαίτερος λόγος, αφού το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο σε μήκος 1.000 και πλέον μέτρων και μπορούσε κάλλιστα ν' ακολουθήσει την πορεία της τη στιγμή που ο Ψ1 επιχειρούσε την υπέρβαση.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν κάποια μορφή υπαιτιότητας στο ένδικο ατύχημα του Ψ1 δεν αποδείχθηκαν. Η κίνηση, που αυτός επιχείρησε προκειμένου να υπερβεί το εν στάσει πιο πάνω λεωφορείο, με ταχύτητα μάλιστα, που δεν υπερέβαινε τα 45 χλμ/ω, δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ατύχημα, αφού τούτο και αν ακόμη επιτρεπόταν η υπέρβαση στο σημείο εκείνο, οπωσδήποτε θα συντελούνταν, ενόψει της προεκτεθείσας αμελούς συμπεριφοράς της Ψ3.

Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια του θανασίμου τραυματισμού της είναι η παθούσα οδηγός Ψ3 αφού δε δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του Ψ1 εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του τελευταίου και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αγωγές του Ψ2 και της Χ1 κλπ.

ήδη αναιρεσειόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού Ψ3 που τραυματίσθηκε θανάσιμα. Ειδικότερα με σαφή αιτιολογία αποκλείει την υπαιτιότητα του οδηγού Ψ1 δεχόμενο ότι η μη επιτρεπομένη υπέρβαση του σε προσωρινή στάθμευση λεωφορείου δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν ατύχημα, το οποίο θα επήρχετο εξ αιτίας της αμελούς συμπεριφοράς της Ψ3 συνισταμένης στην ταχύτητα με την οποία αυτή οδηγούσε (άνω των 70 χλμ/ω), στην πραγματοποίηση "Jik-Jak" επί του οδοστρώματος και στην είσοδο αυτής στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ψ1 .

Επίσης περιέλαβε μη αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί ότι τη στιγμή της συγκρούσεως είχε ολοκληρώσει την υπέρβαση και επιχειρούσε να εισέλθει ολοκληρωτικά στο ρεύμα πορείας του, ότι η παθούσα έκανε "Jik-Jak" όταν ο ως άνω οδηγός προσπαθούσε να ολοκληρώσει την προσπέραση και δεν επεχείρησε να τροχοπεδήσει, αιτιολογεί πλήρως γιατί δεν έπρεπε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αφού το οδόστρωμα ήταν ελεύθερο για 1000 και πλέον μέτρα και μπορούσε να ακολουθήσει την πορεία της κι όταν ο Ψ1 επιχειρούσε την υπέρβαση.

Τέλος αιτιολογεί πλήρως την υπέρβαση του λεωφορείου και δεν έχει παραδοχές ότι ο Ψ1 δεν αντελήφθη το αυτοκίνητο της παθούσας.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

V. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα ότι το Εφετείο με το να απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 Α.Κ., 5 παρ. 8α, 16 παρ. 5 και 17 παρ. 1 και 3γ΄ του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Στο αναιρετήριο εκτίθενται οι παραδοχές του Εφετείου και το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων. Περαιτέρω εκτίθενται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων χωρίς να καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, ήτοι σε τι συνίσταται το σφάλμα του περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί είναι αόριστος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και οι αναιρεσείοντες που ηττώνται να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2004 αίτηση της Χ1 κλπ, για αναίρεση της 676/2003 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ