Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding employer's liability for social security contributions and wrongful dismissal compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment concerning labor disputes and social security contributions. The appellant argued that the lower court failed to account for specific social security liabilities when calculating wrongful dismissal compensation and violated procedural rules. The court rejected these claims, finding that the lower court had correctly considered the relevant social security amounts based on the employment contract and submitted evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court has properly assessed the facts and applied the law regarding the calculation of damages and social security obligations in labor disputes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1961 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1961/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Σ. του Α.-Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " Α. Π. Β. Μ. Α. Ξ. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσείουσας: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "….." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Νικολόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2018 και την από 10-6-2018 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, τις από 2-8-2018 (2) πρόσθετες παρεμβάσεις του προσθέτως παρεμβαίνοντος, καθώς και τις από 12-9-2018 (2) δύο πρόσθετες παρεμβάσεις σωματείου που δεν είναι διάδικο στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η …/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η …/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-1-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Η αναιρεσείουσα, καθώς και ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 21-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. …2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν η από 5-10-2020 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και η από 23-12-2020 πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση του Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "….", α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. ../2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία συνεκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν οι από 19-3-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ...) και 10-6-2018 (αριθ. έκθ.
κατάθ. ...) αγωγές της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, καθώς και οι ασκηθείσες υπέρ της πρώτης πρόσθετες παρεμβάσεις του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." και του σωματείου με την επωνυμία "...", και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια που αφορούν την καταβολή 1) ποσού 14.212,72 ευρώ ως διαφορά μεταξύ καταβληθείσας και καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης και 2) ποσού 2.744,13 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 22-12-2017 έως 31-12-2018 ως αποζημίωση βάσει της διάταξης του άρθρου 46 παρ. 4 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση ως προς τα εν λόγω κεφάλαια και απορρίφθηκε ως προς αυτά η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 80, 81, 82, 83 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους κύριους διαδίκους, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει.
Εκούσια απλή πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ασκείται δε κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους κύριους διαδίκους. Ο προσθέτως παρεμβαίνων στην αναιρετική διαδικασία, περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 1011/2024, 1307/2022, 1714/2022, 1741/2012).
Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθιστά την πρόσθετη παρέμβαση απαράδεκτη και απορριπτέα (ΟλΑΠ 28/2007, 13/2006, 8/1998, 9/1998, ΑΠ 1011/2024, 1307/2022, 557/2021). Εξάλλου, το άρθρο 90 στοιχ. ζ' του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", με ισχύ του άρθρου αυτού από 27-9-2013 (άρθρο 166 παρ. 3 του ίδιου νόμου) ορίζει ότι: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: ...ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.
Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο.
Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Από τη διάταξη αυτή, σε αντιπαραβολή προς τη διάταξη του άρθρου 622 αριθ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει από 1-1-2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, που ορίζει ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση, διάταξη που αναφέρεται, ειδικά και περιορισμένα, σε δίκες εργατικών διαφορών (ΟλΑΠ 13/2006), συνάγεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως για όλα τα πιο πάνω ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου σε εκκρεμή δίκη, στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της δίκης ενδιαφέρει τα μέλη του (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα (ΑΠ 1011/2024, 1307/2022, 557/2021, 681/2017, 1147/2015), όχι όμως και στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της δίκης δεν αφορά ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, αλλά πρόκειται για προσωπική υπόθεση μέλους του δικηγορικού συλλόγου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο δικηγόρος παρείχε τις υπηρεσίες του (ΑΠ 1011/2024, 1307/2022, 557/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 17-7-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 35/2023) πρόσθετη παρέμβαση, το προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "..." εκθέτει ότι η αναιρεσείουσα είναι μέλος του και ότι υποστηρίζει τους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προκειμένου αυτή να γίνει δεκτή.
Επικαλείται δε, προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκηση της ένδικης πρόσθετης παρέμβασης, τις επιπτώσεις που θα έχει σε αυτό, αλλά και σε μέλη του, που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν το ίδιο νομικό και πραγματικό ζήτημα, η έκβαση της δίκης, που αφορά, μεταξύ άλλων, το κύρος της εκ μέρους του εντολέως καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου, χωρίς να αναγράφεται στο έγγραφο της καταγγελίας ο λόγος της απόλυσης κατ' άρθρο 46 παρ. 2 εδ.
τελευταίο του Ν. 4194/2013. Η πρόσθετη παρέμβαση, με το ως άνω περιεχόμενο, εφόσον ασκήθηκε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε σε όλους τους διαδίκους εμπροθέσμως κατ' άρθρο 568 παρ. 2 και 4 του ΚΠολΔ (βλ. υπ' αριθ. …..-2023 και …-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ι.
Π. και Κ. Π. αντίστοιχα), ήτοι εξήντα (60) ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19-9-2023, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (17-9-2024), είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση αίτηση (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου καταγγελίας της ένδικης σύμβασης [21-12-2017] (ΑΠ 358/2024, 440/2023), ορίζεται ότι "Η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται μόνο:
α) με το θάνατο, β) τη λύση, κατάργηση ή διάλυση με οποιονδήποτε τρόπο του νομικού προσώπου που απασχολεί τον δικηγόρο, γ) την πτώχευση του εντολέα και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο δικηγόρο. Αν στο προσωπικό που απασχολείται στον εντολέα ισχύει κανονισμός εργασίας που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, η καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο.
Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης (ΑΠ 440/2023, 140/2020, 2027/2017) και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου.
Η σύμβαση αυτή λύεται, εκτός άλλων, και με καταγγελία του εντολέα, που συνιστά κατ' αρχήν μονομερή αναιτιώδη δικαιοπραξία, όταν όμως για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία (ανεξαρτήτως της υπαγωγής ή μη του έμμισθου δικηγόρου στον κανονισμό αυτό), η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, δηλαδή καθίσταται αιτιώδης.
Σπουδαίο λόγο συνιστούν διάφορα περιστατικά ή ακόμη και ένα μεμονωμένο γεγονός, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του δικηγόρου, η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων του ή ορισμένη συμπεριφορά εξαιτίας της οποίας δεν είναι δυνατόν να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από τον εντολέα, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή ανυπαρξίας υπαιτιότητας του δικηγόρου.
Τέτοιος σπουδαίος λόγος συντρέχει και όταν, λόγω έλλειψης πνεύματος συνεργασίας ή κλονισμού της εμπιστοσύνης του εντολέα προς το πρόσωπο του δικηγόρου, έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία τους, ώστε η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης, κατ' αντικειμενική κρίση, να αποβαίνει αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής για τον εντολέα (ΟλΑΠ 21/2004, ΑΠ 440/2023, 919/2022, 1448/2019, 139/2019).
Ως εκ τούτου, η καταγγελία της σύμβασης εντολής υπό καθεστώς μονιμότητας, που έγινε από τον εντολέα χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, ο εντολέας δε, που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση έμμισθης εντολής και έπαυσε να αποδέχεται τις νομικές υπηρεσίες του εντολοδόχου δικηγόρου, περιέρχεται σε υπερημερία, ως εργοδότης.
Αντίθετα, η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής που δεν έγινε υπό καθεστώς μονιμότητας, διατηρεί τον αναιτιώδη χαρακτήρα της (ΑΠ 509/2024, 440/2023, 1408/2023, 1249/2022, 628/2021), η υποχρέωση δε για αναφορά στο έγγραφο της καταγγελίας σύμβασης έμμισθης εντολής δικηγόρου του λόγου αυτής, που απαιτείται από το άρθρο 46 παρ. 2 του Ν. 4194/2013, δεν καθιστά την καταγγελία αιτιώδη.
Επομένως, δεν απαιτείται να γίνεται στο έγγραφο αυτής πλήρης και αναλυτική παράθεση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν τον επικαλούμενο λόγο καταγγελίας ούτε εξαρτάται το κύρος αυτής από την ουσιαστική βασιμότητα του επικαλούμενου λόγου, αφού με τον τρόπο αυτό αναιρείται κατ' ουσίαν το αναιτιώδες της καταγγελίας.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή αντίκειται στη φύση της έννομης σχέσης παροχής νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με πάγια περιοδική αντιμισθία, ως σχέσης απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (ΑΠ 440/2023). Περαιτέρω, η αναιτιώδης καταγγελία υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Όταν η υπέρβαση των ορίων αυτών είναι προφανής, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη και, κατά συνέπεια, άκυρη σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και, κατ' αναλογία, της σύμβασης παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία, καθίσταται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος μονομερούς λύσης της σύμβασης.
Αυτό συμβαίνει ιδίως σε περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε λόγους εχθρότητας, εμπάθειας ή εκδίκησης του εντολέα, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής σ' αυτόν, συμπεριφοράς του δικηγόρου (ΑΠ 440/2023, 1408/2023, 1249/2022), ή γίνεται για οικονομοτεχνικούς λόγους, οι οποίοι είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν εμπάθεια ή κακοβουλία (ΑΠ 440/2023).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας εκ μόνου του λόγου ότι δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη, ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εντολέας ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε κάποια εμφανής αιτία, διότι στην περίπτωση αυτή η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων δικηγόρος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εντολέα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 440/2023, 1408/2023, 1249/2022).
Εξάλλου, κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012, εκδόθηκε η υπ' αριθ. …2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α' 38/28-2-2012) για τη "Ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012". Στο άρθρο 5 αυτής ορίζεται ότι "1.... 2. Από την 14-2-2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται....".
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012 προκύπτει ότι από 14 Φεβρουαρίου 2012 καταργούνται οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 221/2021, 228/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 3α' του προαναφερθέντος άρθρου 46 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε από τους προαναφερθέντες λόγους, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση, η οποία κυμαίνεται από δύο έως δώδεκα μηνιαίες παροχές αναλόγως με τον χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής, για τον υπολογισμό δε του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι πρόσθετες παροχές που δίνονται στον εντολοδόχο δικηγόρο όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας του, αλλά για άλλους λόγους, όπως προς διευκόλυνση εκτέλεσης της εργασίας του ή για την αποκατάσταση δαπανών που έγιναν από αυτόν χάριν της εργασίας του, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού και, επομένως, δεν υπολογίζονται για τον καθορισμό της αποζημίωσης απόλυσης, εκτός αν ορίζεται το αντίθετο σε κανονιστική διάταξη ή στη σύμβαση έμμισθης εντολής.
Μεταξύ των παροχών που δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού είναι και τα οδοιπορικά, εκτός αν η παροχή αυτή έχει συμφωνηθεί ότι θα καταβάλλεται και καταβάλλεται τακτικά και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση οδοιπορικών εξόδων (ΑΠ 227/2019, 1182/2017, 1104/2017).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1530/2024, 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1530/2024, 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1530/2024, 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1530/2024, 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 1530/2024, 64/2022, 19/2022).
Με τους πρώτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (πρώτος λόγος) και εκ των αριθμών 1, 8 και 19, αληθώς δε εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (πέμπτος λόγος), συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου (με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες) παραβίαση της διάταξης του άρθρου 46 παρ. 2 εδ.
τελευταίο του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων". Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της ενάγουσας δικηγόρου και της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας συνήφθη την 2-4-2007 σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα τον χειρισμό από νομική άποψη των πάσης φύσεως υποθέσεων που συνδέονταν με την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας.
Στη συνέχεια υπογράφηκε μεταξύ των ανωτέρω η από 1-10-2009 σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, δυνάμει της οποίας η παροχή των υπηρεσιών της ενάγουσας θα γινόταν εφεξής έναντι πάγιας περιοδικής αμοιβής καταβαλλόμενης σε μηνιαία βάση, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 3.200 ευρώ. Πλέον της συμφωνηθείσης αμοιβής, η εναγομένη, με βάση την ανωτέρω σύμβαση, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στην ενάγουσα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας, καθώς και το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως ως έξοδα κινήσεως προκειμένου να καλυφθεί η δαπάνη μετακινήσεως της ενάγουσας από το κέντρο της Αθήνας προς τα γραφεία της εναγομένης και αντιστρόφως.
Επίσης η εναγομένη επιβαρύνθηκε με τις οφειλόμενες προς το Ταμείο Νομικών και το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών ασφαλιστικές εισφορές της ενάγουσας. Η ως άνω σύμβαση τροποποιήθηκε με την από 1-7-2011 τροποποίηση σύμβασης παροχής νομικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας η μηνιαία περιοδική αμοιβή της ενάγουσας μειώθηκε στο ποσό των 2.444,13 ευρώ.
Επίσης, με την άνω τροποποίηση συμφωνήθηκε η εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως ως έξοδα κινήσεως προκειμένου να καλυφθεί η δαπάνη μετακινήσεως της τελευταίας από το κέντρο της Αθήνας προς τα γραφεία της εναγομένης και αντιστρόφως. Την 21-12-2017 επιδόθηκε στο γραφείο της ενάγουσας η από 18-12-2017 εξώδικη καταγγελία σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και προσφορά αποζημίωσης από την εναγομένη.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, διότι σε αυτήν δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος της καταγγελίας, η οποία μπορούσε να λάβει χώρα μόνο για σπουδαίο λόγο, διότι κατά τον χρόνο της υπογραφής της ως άνω συμβάσεως έμμισθης εντολής ίσχυε η πρόβλεψη της μονιμότητας στην υπηρεσία για το προσωπικό της εναγομένης και σε κάθε περίπτωση, ίσχυε κανονισμός προσωπικού που προέβλεπε περιορισμούς και προϋποθέσεις τέλεσης πειθαρχικών αδικημάτων για την απόλυση του προσωπικού.
Όμως από τον προσκομιζόμενο και νομίμως επικαλούμενο από την εναγομένη από 21-12-2001 κανονισμό εργασίας δεν αποδεικνύεται ότι σε αυτόν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόβλεψη μονιμότητας προσωπικού και συγκεκριμένα προβλέπεται μεν πειθαρχική διαδικασία διάγνωσης και τιμωρίας πειθαρχικών παραπτωμάτων, πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν ορίζεται ότι η απόλυση των εργαζομένων προϋποθέτει την τήρηση αυτής ή ότι η θέση εργασίας τους διασφαλίζεται πέραν των προβλέψεων της κείμενης νομοθεσίας.
Αντιθέτως στο άρθρο 7 παρ. 1 αυτού προβλέπεται ότι η σχέση εργασίας λύνεται με καταγγελία της σύμβασης από την εταιρεία ή με καταγγελία από το μισθωτό, κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας προβλεπόμενα.
Συνεπώς στον κανονισμό της εναγομένης δεν προβλέπεται μονιμότητα του προσωπικού της αλλά και αν ακόμη προβλεπόταν αυτή θα είχε καταργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 της …Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012", η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του Ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης.
Συνεπώς δεν απαιτούνταν σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της συμβάσεως της ενάγουσας, η οποία καταγγελία ήταν μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία. Επομένως η ανωτέρω καταγγελία δεν είναι άκυρη, επειδή δεν αναφερόταν σε αυτήν ο λόγος καταγγελίας. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα την από 22-3-2018 εξώδικη δήλωση στην οποία, αναφερόμενη στην από 18-12-2017 καταγγελία, συμπεριελάμβανε και τους λόγους για τους οποίους έλαβε χώρα η εν λόγω καταγγελία. Σύμφωνα όμως με τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, η από 18-12-2017 καταγγελία δεν είναι άκυρη, διότι δεν απαιτείτο για την εγκυρότητά της να αναφέρεται σε αυτήν ο λόγος της καταγγελίας, ως εκ τούτου η σύμβαση έμμισθης εντολής της ενάγουσας λύθηκε εγκύρως ήδη από την 21-12-2017, οπότε επιδόθηκε σε αυτήν η από 18-12-2017 καταγγελία, συνεπώς δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή η κοινοποίηση σε αυτήν της ως άνω εξώδικης δήλωσης. Κατόπιν των ανωτέρω, η κύρια βάση της από 19-3-2018 αγωγής και η κύρια βάση της από 10-6-2018 αγωγής σύμφωνα με τις οποίες η από 18-12-2017 καταγγελία, άλλως η από 22-3-2018 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της ενάγουσας είναι άκυρες, διότι σε αυτές δεν αναφερόταν ο λόγος της καταγγελίας ούτε αυτές έγιναν για σπουδαίο λόγο πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν....".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι η από 18-12-2017 καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσείουσας δικηγόρου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας είναι αναιτιώδης, εφόσον ο Κανονισμός Εργασίας της τελευταίας δεν προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, ώστε για το κύρος της ανωτέρω καταγγελίας να απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου και η αναφορά αυτού στο επιδοθέν έγγραφο της καταγγελίας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 2 εδ.
τελευταίο του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", ενώ παράλληλα διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Σε κάθε περίπτωση δε, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 19-3-2018 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ίδια η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι στις αρχές Μαΐου του έτους 2017 ολοκληρώθηκε η διαδικασία πώλησης του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και ακολούθως η νέα διοίκηση αυτής προέβη σε καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής με το από 18-12-2017 έγγραφο, που της επιδόθηκε στις 21-12-2017 και με το οποίο η αναιρεσίβλητη δηλώνει την πρόθεσή της να συζητήσει μαζί της και μάλιστα όποτε αυτή (αναιρεσείουσα) επιθυμεί, την πιθανότητα εξωτερικής συνεργασίας με την ανάθεση υποθέσεων.
Από τις αναφορές αυτές του δικογράφου της ως άνω αγωγής καθίσταται σαφές ότι από την με ημερομηνία 18-12-2017 έγγραφη καταγγελία προέκυπτε ο λόγος αυτής, που ήταν η αλλαγή διοίκησης και συνακόλουθα η αναδιάρθρωση της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Κατά συνέπεια, αμφότεροι οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ευθεία παραβίαση των διατάξεων του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 46 του Ν. 4194/2013 και του άρθρου 7 παρ. 1 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθόσον από τις προεκτεθείσες, στα πλαίσια της εξέτασης των πρώτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής είναι αναιτιώδης, εφόσον ο Κανονισμός Εργασίας της αναιρεσίβλητης δεν προβλέπει μονιμότητα στην υπηρεσία, ώστε για το κύρος της καταγγελίας από τον εντολέα να απαιτείται η ύπαρξη σπουδαίου λόγου, διέλαβε όμως στο σκεπτικό της απόφασής του και επάλληλη αιτιολογία, συνισταμένη στο ότι και αν ακόμη ο ως άνω Κανονισμός προέβλεπε μονιμότητα του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, αυτή θα είχε καταργηθεί με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012", η οποία (επάλληλη αιτιολογία) που στηρίζει αυτοτελώς το σχετικό πόρισμα της κατά την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δεν πλήττεται με τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 860/2020).
Κατά το άρθρο 92Α του Ν.Δ. 3026/1954 "Περί Κώδικος των Δικηγόρων", όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988, ίσχυε δε κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίμαχης από 2-4-2007 σύμβασης (ΑΠ 900/2021, 506/2018), "1. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:
α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο. γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις.
Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος. 3. Δικηγόροι, οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των καταστατικών, εσωτερικών κανονισμών ή με αποφάσεις αρμόδιων οργάνων, δικαιούνται προσαύξηση 1Ο% στις αποδοχές του μισθολογικού κλιμακίου που ανήκουν. 4.
Σε περίπτωση που ο δικηγόρος προσλαμβάνεται για την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων είτε ατομικά είτε σε συμβούλιο με άλλους, οι συνολικές αποδοχές του κλιμακίου στο οποίο ανήκει μειώνονται κατά το 1/3". Στη συνέχεια, το άρθρο 92Α του Ν.Δ. 3026/1954 αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΙΓ.1. υποπερ. 8.β.
του άρθρου πρώτου Ν. 4093/2012 ως ακολούθως: "1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγια μηνιαία αμοιβή που καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του....". Εξάλλου, με το άρθρο 42 του Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013), ήτοι του νέου Κώδικα περί Δικηγόρων, που ισχύει από 27-9-2013, "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.
Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι τόσο με το προϊσχύον νομικό πλαίσιο, όσο και με βάση το καθοριζόμενο από το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων, σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα, αμείβεται γι' αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 του Ν.Δ. 3026/1954, είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται στον δικηγόρο η με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, εκτός άλλων, ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38 και 44 του Ν.Δ. 3026/1954, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στον δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτό και συμπληρωματικά από τους περί εντολής και σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών κανόνες του ΑΚ, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσης (ΟλΑΠ 45/2002, ΑΠ 1231/2018, 900/2021, 863/2018).
Η σχέση αυτή της έμμισθης εντολής λύεται με καταγγελία του εντολέα και με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, για όσο χρόνο δε ο καταγγείλας παραλείπει την καταβολή της αποζημίωσης, εξακολουθεί να οφείλει την πάγια αντιμισθία. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
του Κώδικα Δικηγόρων. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της έμμισθης εντολής, που συνάπτει ο δικηγόρος με τον πελάτη του, είναι η περιοδικότητα της αμοιβής, η συμφωνία δηλαδή ότι η αμοιβή θα καταβάλλεται παγίως κατά μήνα ή κατ' έτος και θα είναι ανεξάρτητη από τον αριθμό των υποθέσεων που θα του ανατεθούν ή των θεμάτων επί των οποίων οφείλει να παράσχει τις νομικές συμβουλές του, γραπτές ή προφορικές.
Η ως άνω σύμβαση για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς και, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 95 του Ν.Δ. 3026/1954, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 3919/2011, αποδεικνύεται με κάθε είδους έγγραφα, με απλές επιστολές, καθώς και με ομολογία (ΑΠ 900/2021, 1231/2018, 863/2018).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ευθεία παραβίαση των άρθρων 63 και 63Α του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), 713 και 361 ΑΚ. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, το οποίο αφορά την από 2-4-2007 σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....
κατά τον χρόνο της από 18-12-2017 καταγγελίας της σύμβασής της, η ενάγουσα είχε συμπληρώσει υπηρεσία, με βάση έμμισθη εντολή, οκτώ (8) ετών, αφού η σύμβαση έμμισθης εντολής συνήφθη την 1-10-2009 και όχι προγενέστερα, ως εκ τούτου η ενάγουσα δικαιούτο ως νόμιμη αποζημίωση πέντε (5) μηνιαίες παροχές, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 3 περ.
δ' του Ν. 4194/2013, και όχι 6. Στην από 2-4-2007 (ήτοι την προγενέστερη της 1ης-10-2009) σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, που συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης, αναφέρεται ότι "2. Με την παρούσα η Εντολέας αναθέτει στην αποδεχόμενη την εντολή αυτή Δικηγόρο τον χειρισμό από νομική άποψη των πάσης φύσεως υποθέσεων που συνδέονται με την άσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αφορούν άμεσα την ίδια ή τη διαχειρίστρια των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων Starwood, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν τη διαχείριση των συγκεκριμένων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων στη Βουλιαγμένη (Αρίων, Αφροδίτη, Ναυσικά) και ειδικότερα, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, α) την παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων επί παντός θέματος επί του οποίου ήθελε ερωτηθεί από τη Διοίκηση της Εντολέως, β) τη σύνταξη σχεδίων συμβάσεων με μελετητές, κατασκευαστές, προμηθευτές και εργολάβους, οι οποίοι εμπλέκονται στα έργα ανακαινίσεως ή και συντηρήσεως των εγκαταστάσεων του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της Εντολέως, γ) την εκπροσώπηση της Εντολέως ενώπιον των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών Δικαστηρίων επί πάσης φύσεως υποθέσεως που θα της ανατεθεί και δ) την παροχή οποιασδήποτε φύσεως δικηγορικής υπηρεσίας ήθελε ζητηθεί από την Εντολέα. 3.
Η παροχή των υπηρεσιών της Δικηγόρου θα γίνεται από το γραφείο της, η Δικηγόρος όμως υποχρεούται να προσέρχεται στα γραφεία της Εντολέως προκειμένου να ενημερώνει τη Διοίκηση της Εντολέως για την πρόοδο των υποθέσεων που χειρίζεται, να συνεργάζεται με τα στελέχη και τις υπηρεσίες της Εντολέως, επί των υποθέσεων που της ανατίθενται, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα και κάθε άλλη φορά που, κατά τους κανόνες των συναλλακτικών ηθών που διέπουν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, ανάλογα και με τις λειτουργικές ανάγκες της εταιρείας, επιβάλλεται.... 5.
Για τις κατά τα άνω υπηρεσίες της θα καταβάλλεται αμοιβή στη Δικηγόρο, υπολογιζόμενη ανάλογα προς τον αριθμό και τη σοβαρότητα των υποθέσεων που θα της ανατίθενται, η οποία, όμως, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ετησίως. Η καταβολή της αμοιβής θα γίνεται περιοδικά και για την είσπραξη αυτής η δικηγόρος θα εκδίδει την προβλεπόμενη από τις εκάστοτε φορολογικές διατάξεις Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών....".
Από το περιεχόμενο της ανωτέρω συμβάσεως δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε συνάψει με την εναγομένη σύμβαση έμμισθης εντολής, δεδομένου ότι συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στην εναγομένη θα αμειβόταν ανάλογα προς τον αριθμό και τη σοβαρότητα των υποθέσεων που θα της ανατίθεντο, ενώ κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της έμμισθης εντολής, που συνάπτει δικηγόρος με τον πελάτη του, είναι η περιοδικότητα της αμοιβής, η συμφωνία δηλαδή ότι η αμοιβή θα καταβάλλεται παγίως κατά μήνα ή κατ' έτος και θα είναι ανεξάρτητη από τον αριθμό των υποθέσεων που θα του ανατεθούν ή των θεμάτων επί των οποίων οφείλει να παράσχει τις νομικές συμβουλές του.
Εξάλλου ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας στο ακροατήριο ούτε από οποιοδήποτε έγγραφο προκύπτει ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της ανωτέρω σύμβασης, ήτοι πριν τη σύναψη της από 1-10-2009 σύμβασης, αμειβόταν περιοδικά με ορισμένο ποσό ανεξαρτήτως των υποθέσεων που της ανατίθεντο, ενώ η πρόβλεψη ανώτατου ορίου της ετήσιας αμοιβής της, ήτοι 30.000 ευρώ, δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι η ενάγουσα θα λάμβανε το ποσό κατ' έτος ανεξαρτήτως του αριθμού των υποθέσεων που θα διαχειριζόταν.
Επομένως, για την εξεύρεση του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης της ενάγουσας λόγω καταγγελίας της συμβάσεως, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ποσά που είχαν συμφωνηθεί και λάμβανε με την από 1-10-2009 σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα στις 2-4-2007 σύμβαση δεν είχε τον χαρακτήρα έμμισθης εντολής, εφόσον είχε συμφωνηθεί ότι η αναιρεσείουσα δικηγόρος, για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, θα αμειβόταν ανάλογα με τον αριθμό και τη σοβαρότητα των υποθέσεων που θα της ανατίθεντο από την τελευταία, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 και 63Α του Ν.Δ. 3026/1954, 713 και 361 ΑΚ, αλλά ορθώς ερμήνευσε και έκρινε αυτές μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου (με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες) των άρθρων 281 του ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....
Την 21-12-2017 επιδόθηκε στο γραφείο της ενάγουσας η από 18-12-2017 εξώδικη καταγγελία σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και προσφορά αποζημίωσης από την εναγομένη.... Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα από το έτος 2013 υπέβαλε στη διοίκηση της εναγομένης αιτήματα αύξησης των μηνιαίων αποδοχών της, επανέλαβε δε και στη συνέχεια το εν λόγω αίτημα στη νέα διοίκηση της εναγομένης, μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του πλειοψηφικού πακέτου της.
Παρά ταύτα, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής έλαβε χώρα λόγω της ενόχλησης της εναγομένης από την προβολή αξιώσεων της ενάγουσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούσαν τον σκοπό της καταγγελίας, ήτοι ότι η καταγγελία οφειλόταν σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία της προηγηθείσης μη αρεστής στην εναγομένη συμπεριφοράς της ενάγουσας.
Αντίθετα αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, μετά την εξαγορά της από νέους μετόχους, αποφάσισε, το φθινόπωρο του έτους 2017, να αλλάξει τον τρόπο κάλυψης των αναγκών της σε νομικούς συμβούλους και συγκεκριμένα, για τη νομική υποστήριξη της εταιρείας, το σχήμα που είχε επιλεγεί από την προηγούμενη διοίκηση ήταν να ανατίθενται οι νομικές υποθέσεις σε εξωτερικούς συνεργάτες δικηγόρους και παράλληλα είχε συναφθεί σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία με την ενάγουσα, η οποία εξυπηρετούσε τρέχουσες ανάγκες της εναγομένης, ενώ παράλληλα λειτουργούσε, μέσω της δικηγορικής εταιρείας στην οποία ήταν εταίρος, και ως εξωτερικός συνεργάτης της εναγομένης, καθώς η εν λόγω δικηγορική εταιρεία αναλάμβανε υποθέσεις της εναγομένης και των θυγατρικών της εταιρειών με αμοιβή υπολογιζόμενη κατ' αποκοπή.
Επίσης, όμοια σύμβαση έμμισθης εντολής είχε συναφθεί μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και ετέρου δικηγόρου. Στο πλαίσιο, όμως, αναδιοργάνωσης της λειτουργίας της εναγομένης αποφασίσθηκε η πρόσληψη εσωτερικού νομικού συμβούλου, ο οποίος θα είχε σταθερή καθημερινή παρουσία στα γραφεία της έδρας της εναγομένης και θα συμμετείχε ενεργά στην καθημερινή λειτουργία, ενώ οι σημαντικές νομικές και δικαστικές υποθέσεις θα εξακολουθούσαν να ανατίθενται σε εξωτερικούς συνεργάτες με τον συντονισμό του εσωτερικού νομικού συμβούλου.
Δεδομένου ότι η ενάγουσα ήταν μέλος της ανωτέρω δικηγορικής εταιρείας και αναλάμβανε και άλλες υποθέσεις, ενώ σύμφωνα με τη σύμβαση έμμισθης εντολής της ήταν υποχρεωμένη, κατά τα ανωτέρω, να προσέρχεται στην έδρα της εναγομένης μία μόνο φορά την εβδομάδα, η εναγομένη αποφάσισε τη λύση της σύμβασής της, αφού το αντικείμενό της θα το αναλάμβανε ο εσωτερικός νομικός σύμβουλος, επιθυμούσε όμως να διατηρήσει και μάλιστα να διευρύνει την εξωτερική συνεργασία που ήδη είχε μαζί της μέσω της δικηγορικής εταιρείας στην οποία ήταν μέλος και η οποία συνεργασία θα αφορούσε στο χειρισμό υποθέσεων με αμοιβή κατ' αποκοπή.
Στο πλαίσιο της ίδιας απόφασης, η εναγομένη απηύθυνε την ίδια πρόταση και στον άλλο δικηγόρο με τον οποίο είχε συνάψει σύμβαση έμμισθης εντολής, η σύμβαση του οποίου με την εναγομένη ομοίως λύθηκε. Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η σύμβαση της ενάγουσας καταγγέλθηκε για οικονομοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για τις ανάγκες αναδιοργάνωσης της νομικής υποστήριξής της και ότι ο λόγος αυτός δεν ήταν προσχηματικός, αλλά πραγματικός, δεν τίθεται δε ζήτημα, αν η επιλογή της ενάγουσας για την καταγγελία της σύμβασής της έγινε με αντικειμενικά κριτήρια, δεδομένου ότι καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις και των δύο δικηγόρων, οι οποίοι είχαν συνάψει σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία με την εναγομένη.
Εξάλλου, η ίδια η ενάγουσα στις υπό κρίση αγωγές της αναφέρει ότι το αίτημα περί αυξήσεως των αποδοχών της το επανέφερε κατά τη διάρκεια τεσσάρων ετών και λάμβανε την ίδια απάντηση από την πλευρά της διοίκησης της εναγομένης, ως εκ τούτου η καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας δεν συμπίπτει χρονικά με το υποβληθέν αίτημα αυτής περί αυξήσεως των αποδοχών της, αφού το εν λόγω αίτημα είχε υποβάλει ήδη προ τετραετίας και εξακολουθούσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, να το υποβάλλει κατά τακτά χρονικά διαστήματα.
Επίσης, η ίδια η ενάγουσα αναφέρει ότι την 11-5-2017, μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του πλειοψηφικού πακέτου της εναγομένης, η τελευταία, ως αναγνώριση των προσπαθειών της ενάγουσας για την επίτευξη της εν λόγω μεταβίβασης, κατέβαλε σε αυτήν, ως αναγνώριση των ιδιαίτερων υπηρεσιών της, έκτακτη οικονομική παροχή ύψους 7.500 ευρώ, γεγονός από το οποίο επιβεβαιώνεται ότι τα όργανα της εναγομένης δεν είχαν επιδείξει οποιαδήποτε εμπάθεια προς το πρόσωπό της.
Με βάση τα ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι η σύμβαση της ενάγουσας καταγγέλθηκε λόγω των προβαλλομένων αξιώσεών της, αλλά για τους ανωτέρω λόγους, ως εκ τούτου η πρώτη επικουρική βάση των αγωγών περί ακυρότητας της ως άνω συμβάσεως έμμισθης εντολής, λόγω καταχρηστικότητας αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ήτοι με το να δεχθεί ότι η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής της αναιρεσείουσας δικηγόρου δεν είναι καταχρηστική, καθότι δεν οφείλεται σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης λόγω προηγηθείσας νόμιμης, αλλά με αρεστής στην εντολέα, συμπεριφοράς της εντολοδόχου, ήτοι στο γεγονός ότι η τελευταία υπέβαλε προς τη διοίκηση της αναιρεσίβλητης αίτημα αύξησης της πάγιας αμοιβής της, αλλά αντιθέτως έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, οι οποίοι ανέκυψαν μετά τη μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η οποία μάλιστα πρότεινε στην αναιρεσείουσα να συνεχίσει και μετά την καταγγελία να παρέχει τις νομικές υπηρεσίες της ως εξωτερική πλέον συνεργάτης, αμειβόμενη κατ' αποκοπή, αλλά η τελευταία δεν αποδέχθηκε την πρόταση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 του ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις ανωτέρω διατάξεις.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 14/2022).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχάς, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1321/2015).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστο το αίτημα της από 19-3-2018 αγωγής, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 17.088 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή και αφορά οφειλόμενα υπόλοιπα βαρυνουσών την τελευταία ασφαλιστικών εισφορών των ετών 2009 έως και 2017, τις οποίες (εισφορές) είχε υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτήν η αναιρεσίβλητη εταιρεία δυνάμει σχετικού όρου της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης έμμισθης εντολής.
Από την επισκόπηση της από 19-3-2018 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να τα καταβάλει τα ακόλουθα ποσά: "α) 3.020,62 ευρώ ως υπόλοιπο ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2009, β) 1.556,63 ευρώ ως υπόλοιπο ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2010, γ) 1.781,40 ευρώ ως υπόλοιπο ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2011, δ) 1.035 ευρώ ως υπόλοιπο ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2012, ε) 1.499 ευρώ ως υπόλοιπο ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2013, στ) 1.006,76 ευρώ ως υπόλοιπο ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2014, ζ) 1.249,36 ευρώ ως υπόλοιπο ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2015, η) 2.100 ευρώ ως υπόλοιπο ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2016 και θ) 3.840 ευρώ (320 ευρώ μηνιαίως Χ 12 μήνες) ως υπόλοιπο ασφαλιστικών εισφορών για το έτος 2017".
Το αίτημα τούτο απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι "δεν προσδιορίζονται στην αγωγή τα επιμέρους ποσά που οφείλονται σε κάθε ασφαλιστικό ταμείο", όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην από 29-3-2018 αγωγή, τα αιτηθέντα κονδύλια αφορούν υπόλοιπα οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών "στους αρμόδιους ασφαλιστικούς οργανισμούς" και όχι το σύνολο αυτών, ώστε ο επιμερισμός ανά ασφαλιστικό ταμείο να γίνει από το Δικαστήριο βάσει του νόμου, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον έβδομο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου (με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες) του άρθρου 94 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 (ήδη άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4194/2013), η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν συνυπολόγισε, για την εξεύρεση του ποσού της καταβλητέας στην αναιρεσείουσα αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής από την αναιρεσίβλητη, το ποσό που αντιστοιχεί στις βαρύνουσες την αναιρεσείουσα ασφαλιστικές εισφορές, ήτοι στο 1/3 του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών της, το οποίο είχε την υποχρέωση να της καταβάλλει η αναιρεσίβλητη δυνάμει σχετικού όρου της ένδικης σύμβασης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο συνυπολόγισε τις βαρύνουσες την αναιρεσείουσα ασφαλιστικές εισφορές για την εξεύρεση του ποσού της καταβλητέας σ' αυτήν αποζημίωσης απόλυσης, ειδικότερα δε, δέχθηκε τα εξής: "....
για την εξεύρεση του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης της ενάγουσας λόγω καταγγελίας της συμβάσεως πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ποσά που είχαν συμφωνηθεί και λάμβανε με την από 1-10-2009 σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ήτοι το ποσό των 2.444,13 ευρώ και το ποσό των 408,66 ευρώ μηνιαίως, που αφορά το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών της ενάγουσας, που σύμφωνα με τη σύμβαση έμμισθης εντολής έπρεπε να καταβάλλει η εναγομένη, και προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη εκκαθαριστικές αποδείξεις μισθοδοσίας των μηνών 9-11 του έτους 2017".
Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, καθώς και η ασκηθείσα υπέρ της αναιρεσείουσας πρόσθετη παρέμβαση. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σε βάρος της αναιρεσείουσας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του προσθέτως παρεμβάντος, ελλείψει σχετικού αιτήματος της καθ' ης - αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 21-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2023) αίτηση αναίρεσης και την από 17-7-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2023) πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την από 21-1-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 863/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 17-7-2023 πρόσθετη παρέμβαση.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ