Legislator Case Law & Legislation
1961/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding bankruptcy proceedings jurisdictional errors.

Case Number 1961/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of Appeal's decision rejecting the bank's objection to bankruptcy proceedings. The Court of Appeal had rejected the objection because the matter fell under voluntary jurisdiction rather than contentious jurisdiction. The Supreme Court ruled that since the lower court rejected the objection on procedural grounds without examining the merits, it could not be criticized for insufficient or contradictory reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 93(3) of the Constitution: An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible when the lower court rejects a claim for procedural reasons without examining the merits of the case.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal insufficient reasoning bankruptcy proceedings voluntary jurisdiction contentious jurisdiction procedural grounds merits examination

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 494(4) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 182(1) and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 44/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1961 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1961/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αγγελική Νάνου-Καρολίδου και Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις τόσο για την συζήτηση της αναιρέσεως όσο και για την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρέμβαση του Ζ. Μ..

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Θ., κατοίκου ..., με την ιδιότητα του συνδίκου της κηρυχθείσας σε πτώχευση Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ζ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σοφιαλίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/9/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36718/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1147/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/1/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 25/4/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου και του τρίτου λόγων της από 29/1/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1147/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 1147/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη κατ’ ουσίαν η από 26-1-2010 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά της, επίσης αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσης, 36718/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε για έλλειψη δικαιοδοσίας, και ειδικότερα γιατί έκρινε ότι υπάγεται στην διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την οποία και έπρεπε να εκδικασθεί, την εισαχθείσα κατά τη τακτική διαδικασία από 17-9-2009 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της 18451/2009 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), με την οποία το τελευταίο, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, είχε κηρύξει σε κατάσταση πτωχεύσεως την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 παρ.1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναιρέσεως) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 1/1996, 1/1998, 8/1998).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδαφ. α’ και 215 παρ.1 εδαφ. α’ ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται. Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση.

Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον μεν δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ, σύντμηση προθεσμίας, γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ.4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, αν δε ζητήθηκε σύντμηση της προθεσμίας αυτής, στην προθεσμία που διατάχθηκε.

Εξ άλλου, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη αμέσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης υφίσταται όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η εις βάρος αυτού δημιουργία νομικής υποχρεώσεως.

Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως, που θα εκδοθεί, είτε να τίθενται σε διακινδύνευση από άλλες, αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα, που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 14/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση ο Ζ. Μ. του Θ. άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, στις 15-2-2017, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου, ορίστηκε δε, για την συζήτηση της παρεμβάσεως αυτής, δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και για τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή η 20-3-2017 και, κατά παραδοχή από τον Προεδρεύοντα του Τμήματος, σχετικού αιτήματος του προσθέτως παρεμβαίνοντος για σύντμηση της προθεσμίας κοινοποιήσεως, (ορίστηκε) η κοινοποίησή της δεκαπέντε ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο.

Με την παρέμβαση αυτή ο παρεμβαίνων ζητεί, να απορριφθεί, ως προς όλους τους λόγους της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, επικαλούμενος, ότι προς τούτο έχει περιουσιακής και ηθικής φύσεως έννομο συμφέρον, που συνίσταται, στο ότι σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως αναιρέσεως και επαναφοράς της υποθέσεως στα δικαστήρια της ουσίας, αυτό θα έχει δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες, τουλάχιστον ανακλαστικές, δεδομένου, ότι οι λόγοι της ανωτέρω ανακοπής της αναιρεσείουσας Τράπεζας, στηρίζονται σε περιστατικά δολίας χρεωκοπίας, καταδολιεύσεως δανειστών και απάτης, που η τελευταία του αποδίδει ότι τέλεσε και ότι αποτέλεσαν την αιτία της πτωχεύσεως της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, για τα οποία (περιστατικά) υπέβαλε σε βάρος του έγκληση και μηνυτήρια αναφορά, με βάση τις οποίες παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την αμετάκλητη 7278/2013 απόφασή του τον κήρυξε αθώο των εγκλημάτων από τα άρθρα 397 και 398 του ΠΚ.

Κατά τον προαναφερόμενο τρόπο η πρόσθετη αυτή παρέμβαση παραδεκτά ασκήθηκε. Όμως, υπό το ανωτέρω περιεχόμενό της και υπό την επίκληση μόνον από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, ότι έχει περιουσιακής και ηθικής φύσεως έννομο συμφέρον να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, που συνίσταται, στο ότι σε περίπτωση παραδοχής της αιτήσεως αναιρέσεως και επαναφοράς της υποθέσεως στα δικαστήρια της ουσίας, αυτό θα έχει δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες, τουλάχιστον ανακλαστικές, χωρίς να παρατίθενται περιστατικά που να στοιχειοθετούν το συμφέρον αυτό και τις αντανακλαστικές σε βάρος του συνέπειες, η παρέμβαση είναι απαράδεκτη, ως αόριστη, αφού έτσι δεν παρίσταται ως προστατευτέο συγκεκριμένο δικαίωμα του παρεμβαίνοντος, ουδέ αποτρεπτέα η σε βάρος του δημιουργία κάποιας νομικής υποχρεώσεως από το δεδικασμένο ή την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, ενώ δεν αρκεί το ότι στη δίκη αυτή το επιλυόμενο νομικό ζήτημα θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου.- Κατά το άρθρο 56 του ΠτΚ, η απόφαση, που κηρύσσει την πτώχευση, καθώς και εκείνη που μεταβάλλει χρόνο παύσης των πληρωμών, υπόκεινται σε ανακοπή.

Η ανακοπή απευθύνεται κατά του συνδίκου και ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, από τον οφειλέτη και οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 54 του ΠτΚ, το πτωχευτικό δικαστήριο δικάζει κάθε υπόθεση, που υπάγεται σ’ αυτό, χωρίς εξαίρεση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ.

ΚΠολΔ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 52 του ΠτΚ τα όργανα της πτώχευσης είναι το πτωχευτικό δικαστήριο, ο εισηγητής, ο σύνδικος, η συνέλευση των πιστωτών και η επιτροπή πιστωτών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ΠτΚ πτωχευτικό δικαστήριο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση (αρθ. 4), ασκεί την ανώτατη εποπτεία στη διεύθυνση των εργασιών της πτώχευσης και έχει αρμοδιότητα να δικάζει τις διαφορές που ειδικά ορίζονται στον παρόντα κώδικα, αλλά και όσες αναφύονται από την πτώχευση και λόγω της κήρυξής της.

Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η απόφαση, που κηρύσσει την πτώχευση, υπόκειται στην άσκηση ανακοπής, μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης στο φύλλο του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών, ότι στην άσκησή της νομιμοποιούνται ενεργητικώς μεν ο οφειλέτης και οποιοσδήποτε τρίτος, εφόσον τα έννομα συμφέροντά του θίγονται από την κήρυξη της πτώχευσης, ή από το χρόνο παύσης των πληρωμών, παθητικώς δε οπωσδήποτε ο σύνδικος, ότι ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι του πτωχευτικού δικαστηρίου, που είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή και το Εφετείο, σε περίπτωση που η πτώχευση κηρύχθηκε από αυτό, συνεπεία έφεσης κατά απορριπτικής απόφασης του Πρωτοδικείου, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι, κατ’ άρθρο 54 παρ.1 του ΠτΚ, το πτωχευτικό δικαστήριο δικάζει, κάθε υπόθεση, που υπάγεται σ’ αυτό, επομένως και την προαναφερόμενη, χωρίς εξαίρεση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και ότι με αυτή μπορούν να τεθούν προς κρίση όλες οι προϋποθέσεις πτώχευσης του οφειλέτη.

Εξάλλου, αν υπόθεση της εκουσίας δικαιοδοσίας, εισαχθεί στα πολιτικά δικαστήρια, κατά την τακτική ή άλλη ειδική διαδικασία της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας, τότε επειδή η υποβολή αυτής της αίτησης δεν έχει δικονομικές συνέπειες, που να είναι ανάγκη να διατηρηθούν (όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ασκήσεως αγωγής της αμφισβητουμένης δικαιοδοσίας), κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 4 ΚΠολΔ, η αίτηση αυτή απορρίπτεται, έτσι που να πρέπει να υποβληθεί εκ νέου κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (ΑΠ 174/2014) και δεν εφαρμόζεται το άρθρο 591 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι’ αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται.

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2001).

Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 640, 862/2011), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1735/2008). Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των αγωγών, των ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 371/08, 370/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το σχετικό του σκέλος, λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοδικείου, την αιτίαση, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα απέρριψε, ως απαράδεκτη, την εκ του άρθρου 56 του ΠτΚ ασκηθείσα ανακοπή της, απευθυνόμενη κατά του συνδίκου και κατά της 18451/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε την πτώχευση της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για το λόγο ότι αυτή εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά την οριζόμενη από το νόμο εκουσία δικαιοδοσία, υποστηρίζοντας, ότι αυτή ήταν εκδικαστέα κατά την τακτική διαδικασία και, σε κάθε περίπτωση, ότι έπρεπε να διατάξει την εκδίκασή της κατά την προσήκουσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και ακολούθως να την κρατήσει και να την δικάσει άμεσα, δεδομένου, ότι είχαν τηρηθεί όλες οι πράξεις της προδικασίας, που απαιτούνται για την άσκησή της και την εκδίκασή της κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, και επί πλέον το ίδιο (δικάσαν Εφετείο) και το Πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο να την δικάσουν.

Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί της αίτησης, είναι αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η ένδικη ανακοπή, υπάγεται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και αν εισαχθεί προς εκδίκαση κατά την τακτική διαδικασία απορρίπτεται, ως απαράδεκτη και δεν διατάσσεται η εκδίκασή της κατά την προσήκουσα διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο λόγος αυτός δηλαδή προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή για τυπικούς λόγους, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις στην περιγραφή του (ΟλΑΠ 44/1990).

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος κατά το σχετικό του σκέλος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών σε σχέση με την απόρριψη της προσφυγής της, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού αυτή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίφθηκε, χωρίς να εξετασθεί στην ουσία της, ως εισαχθείσα προς συζήτηση, απαραδέκτως, κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά την, αρμόζουσα κατά νόμον, εκουσία δικαιοδοσία.

Κατ’ ακολουθία των προαναφερομένων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει τόσο η κρινόμενη αίτηση, όσο και η πρόσθετη παρέμβαση να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012). Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα πρέπει λόγω της ήττας της να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176 και 183). Σημειωτέον, ότι διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος προσθέτως παρεμβάντος, λόγω της απορρίψεως, ως απαράδεκτης, της πρόσθετης, υπέρ του αναιρεσιβλήτου, παρεμβάσεως που άσκησε (ΚΠολΔ 182 παρ. 1 και 183), δεν πρέπει να περιληφθεί, διότι η νικήσασα καθ’ ης η παρέμβαση αυτή, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 1147/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και την υπέρ του αναιρεσιβλήτου ασκηθείσα από τον Ζ. Μ. του Θ., πρόσθετη παρέμβαση.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ