Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to prove payment evidence at second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding employment payments. The appellants argued that the second instance court erred by accepting unproven payment claims without specific evidence, while the respondent company contended that the payments were established by the appellants' own admissions and corroborating documents. The court rejected the appeal because the second instance court correctly relied on a combination of the appellants' admissions and other documentary evidence, rendering the appellants' procedural complaint baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 261 and 559 of the Code of Civil Procedure; The second instance court may rely on admissions and corroborating evidence to establish facts, and an appeal based on alleged procedural defects in this evidentiary assessment is inadmissible if the lower court's reasoning is sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1961 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1961/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Θ. του Χ., 2. Κ. Θ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Βαρλάμη και 3. Χ. Θ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με τον αυτό ως ανωτέρω δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΓΑΦΑΡΜ ΓΕΩΠΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "MEGAFARM AE", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτη Τερεζάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιανουαρίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3176/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη από 15-10-2012 αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 31272/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το άρθρο 23α του νόμου 2190/1920, "Περί Ανωνύμων Εταιρειών", όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το νόμο 3604/2007, ορίζεται "1. Δάνεια της εταιρείας προς ιδρυτάς, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, γενικούς διευθυντάς ή διευθυντάς αυτής, συγγενείς αυτών μέχρι και του τρίτου βαθμού εξ αίματος ή αγχιστείας συμπεριλαμβανομένων ή συζύγους των ανωτέρω ως και παροχή πιστώσεων προς αυτούς καθ" οιονδήποτε τρόπον ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών προς τρίτους, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα.
Επίσης δάνεια της εταιρείας σε τρίτους, καθώς και η παροχή πιστώσεων σ' αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο ή παροχή εγγυήσεων υπέρ αυτών με σκοπό την απόκτηση από αυτούς μετοχών της εταιρείας, απαγορεύονται απολύτως και είναι άκυρα 2. Οιαιδήποτε άλλαι συμβάσεις της εταιρείας μετά των άνω προσώπων είναι άκυροι άνευ προηγουμένης ειδικής εγκρίσεως αυτών υπό της γενικής συνελεύσεως των μετόχων.
Η έγκρισις δεν παρέχεται αν εις την απόφασιν αντετάχθησαν μέτοχοι εκπροσωπούντες τουλάχιστον το 1/3 του εν τη συνελεύσει εκπροσωπουμένου μετοχικού κεφαλαίου. Η απαγόρευσις αύτη δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχομένης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρείας μετά των πελατών της".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στις απαγορεύσεις αυτές, εκτός των δανείων, πιστώσεων και εγγυήσεων, εμπίπτει και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία συνάπτεται μεταξύ της Ανώνυμης εταιρίας με τους ιδρυτές, μέλη του διοικητικού συμβουλίου, γενικούς διευθυντές ή διευθυντές της εταιρίας, συγγενείς αυτών, με αποτέλεσμα, να είναι (αυτοδικαίως) άκυρες, αν δεν προηγήθηκε ειδική έγκριση της (άδεια) από τη γενική συνέλευση των μετόχων, παρεχόμενη με την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή πλειοψηφία.
Την έλλειψη της ειδικής αυτής άδειας δεν θεραπεύει η εκ των υστέρων έγκριση της Γενικής Συνέλευσης, έστω και αν έγινε ομόφωνα (Ολ.ΑΠ 32/1975). Στο τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι η απαγόρευση αυτή "δεν ισχύει προκειμένου περί συμβάσεως μη εξερχόμενης των ορίων της τρεχούσης συναλλαγής της εταιρίας μετά των πελατών της".
Ο όρος "μετά των πελατών" χρησιμοποιήθηκε από το νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προκειμένου να δηλώσει το συνήθως συμβαίνον, περιλαμβάνονται δε και συμβάσεις πάσης φύσεως με το προσωπικό αυτής, εφόσον δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 1 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, αρκεί το περιεχόμενο τους και οι ειδικότερα συμφωνηθέντες όροι να μην υπερβαίνουν το σύνηθες για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, το οποίο προσδιορίζεται από το ύψος της αμοιβής, τους οικονομικούς εν γένει όρους της σύμβασης, τη δραστηριότητα της εταιρίας, την οικονομική ευρωστία της, τις ανάγκες που ικανοποιούνται με τη σύναψη της συγκεκριμένης σύμβασης και τις συνήθειες που κρατούν για τέτοιου είδους συμβάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, με την από 9-2-2009 αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ιστορούσε ότι με το από 2-02-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό - μνημόνιο αλληλοκατανόησης, προσύμφωνο πώλησης μετοχών, εξωεταιρική συμφωνία - μεταξύ αυτής, των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, εκ των οποίων οι δύο πρώτοι εξ αυτών ήταν μέτοχοι και μέλη του Δ.Σ.
της και ο τρίτος πατέρας αυτών, του Ε. Φ. και της εταιρείας "Χ. Θ. Γεωργοπτηνοτροφική Α.Β.Ε.Ε.", μέτοχοι και μέλη του Δ.Σ. της οποίας ήταν και οι τρεις εναγόμενοι, συμφώνησαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον Ε. Φ., μετοχές και των δύο ως άνω εταιρειών, που αντιπροσωπεύουν ποσοστό 67% του συνολικού κεφαλαίου εκάστης των εταιρειών προς 2,84 ευρώ για κάθε μετοχή και αντί συνολικού τιμήματος 1.000.000 ευρώ.
Ότι με το όρο 10 του ανωτέρω εγγράφου, συμφωνήθηκε ότι με τον όρο μεταβίβασης των τίτλων μετοχών, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, θα δικαιούνταν, έναντι υπηρεσιών, υπό τους ειδικότερους όρους που θα συνομολογηθούν μεταξύ των συμβαλλομένων, μηνιαίων απολήψεων, συνολικού καθαρού ποσού 3.000 ευρώ, έκαστος από τις δύο εταιρείες, ενώ ο τρίτος από αυτούς θα δικαιούται μηνιαίων απολήψεων καθαρού ποσού 3.000 ευρώ, υπό την έννοια των άρθρων 840 επ.
Α.Κ., εφόρου ζωής και σε περίπτωση προαποβίωσής του, η σύζυγος του Ε.. Ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι πράγματι μεταβίβασαν προς τον Ε. Φ. το 67% των μετοχών της ενάγουσας εταιρείας, ενώ η τελευταία, παρά τη μη κατάρτιση εξειδικευμένης συμφωνίας, περί του είδους των υπηρεσιών, που θα παρείχαν οι δύο πρώτοι των εναγομένων, άρχισε από τον Μάρτιο του 2005 να καταβάλει κάθε μήνα το πιο πάνω ποσό σε κάθε ένα από τους εναγόμενους, έως και τον Φεβρουάριο του 2007, όποτε και λόγω της μη επίτευξης ειδικότερης συμφωνίας περί του περιεχομένου των εργασιών από τους δύο πρώτους των εναγομένων και της μη φορολογικής τακτοποίησης των εισπραττόμενων από τον τρίτο εξ αυτών ποσών, έπαυσε την καταβολή των ποσών αυτών στους εναγόμενους.
Ότι η παρεπόμενη αυτή συμφωνία είναι άκυρη, διότι έπρεπε πριν την κατάρτιση αυτής, να είχε δοθεί ειδική έγκριση-άδεια από τη Γ.Σ. των μετόχων της ενάγουσας εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 23α του ν. 2190/1920, επικουρικά δε ως προς τον τρίτο εναγόμενο, διότι η καταβολή προς αυτόν του ποσού των 3.000 ευρώ μηνιαίως ως ισόβια πρόσοδο έγινε χωρίς την τήρηση του απαιτούμενου συμβολαιογραφικού τύπου.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν ο καθένας το ποσό των 69.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού κατά το ποσό αυτό ο καθένας κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη με αριθ. 250/2011 οριστική του απόφαση, δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής, οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τυπικά κι απέρριψε κατ' ουσία την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση των αναφερομένων, σ' αυτήν αποδεικτικών στοιχείων δέχτηκε, ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Με το από 24-02-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό (μνημόνιο αλληλοκατανόησης -προσύμφωνο πώλησης μετοχών - εξωεταιρική συμφωνία) ο Ε. Φ. του Ι., η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Χ.
Θ. Γεωργοπτηνοτροφική Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία", η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΓΑΦΑΡΜ Ανώνυμη Γεωργοπτηνοτροφική και Τροφίμων Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία" και οι εναγόμενοι συμφώνησαν να συνεργαστούν με κοινό στόχο τη δημιουργία ενιαίου ισχυρού επιχειρηματικού σχήματος, υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, που θα προέλθει από μετοχοποιήσεις κεφαλαίων, συγχωνεύσεις ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη διαδικαστική ενέργεια ήθελε κριθεί πρόσφορη και θα έχει επιχειρησιακό σκοπό καθετοποιημένη γεωργική και πτηνοτροφική εκμετάλλευση, παραγωγή και εμπορία και συναφείς δραστηριότητες.
Για το λόγο αυτό ο πρώτος εξ αυτών προσυμφώνησε με τους μετόχους -εναγομένους, όπως αποκτήσει με αγορά ή συμμετοχή σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, ποσοστό 67% εκ του συνόλου των μετοχών των προαναφερομένων εταιρειών, αρχικά και στη συνέχεια του νέου σχήματος που θα προκύψει αντί συνολικού τιμήματος ποσού 1.000.000 ευρώ.
Με τον 10° όρο του ως άνω μνημονίου, συμφώνησαν ότι "μετά την 18/3/2005 και υπό τον όρο μεταβίβασης των τίτλων μετοχών, κατά τα πιο πάνω διαλαμβανόμενα, οι μέτοχοι Α', Β' (δηλαδή ο πρώτος και δεύτερος εναγόμενος) θα δικαιούνται έναντι υπηρεσιών υπό τους ειδικότερους όρους, που θα συνομολογηθούν, μεταξύ των εδώ συμβαλλομένων, μηνιαίων απολήψεων, συνολικού καθαρού ποσού 3.000 ευρώ (τριών χιλιάδων) έκαστος από τις ΕΤΑΙΡΙΕΣ Α' και Β' ("Χ.
Θ. Γεωργοπτηνοτροφική Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία" και "ΜΕΓΑΦΑΡΜ Ανώνυμη Γεωργοπτηνοτροφική και Τροφίμων Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία") και ο μέτοχος Γ' (τρίτος εναγόμενος) από τις ίδιες εταιρείες, ομοίως μηνιαίων απολήψεων, συνολικού καθαρού ποσού 3.000 ευρώ (τριών χιλιάδων), υπό την έννοια των άρθρων 840 επ.
Α.Κ., εφόρου ζωής του και σε περίπτωση προαποβιώσεώς του, στη σημερινή σύζυγο του Ε.". Κατά τον ως άνω χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας ο δεύτερος εναγόμενος ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της ενάγουσας εταιρείας, ενώ ο πρώτος εξ αυτών ήταν Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της (βλ. το με αριθμό 108/07-01-2005 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ).
Περαιτέρω την ιδιότητά τους ως μελών του Δ.Σ. της ενάγουσας εταιρείας διατήρησαν και με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις στην σύνθεση του Δ.Σ. της, που δημοσιεύτηκαν στα με αριθμό 2097/04-04-2005 και 11.289/13-10-2006 ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Ο τρίτος εναγόμενος δε, αποδείχθηκε ότι είναι πατέρας των δύο πρώτων εναγομένων, δηλαδή συνδέεται με αυτούς με πρώτου βαθμού εξ αίματος συγγένεια.
Στη συνέχεια με το από 18-03-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό ο πρώτος εναγόμενος πώλησε κατά τα συμφωνηθέντα στον Ε. Φ. του Ιωάννη 52.762 ονομαστικές μετοχές της ενάγουσας εταιρείας, που αντιπροσώπευαν ποσοστό 33,5% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής προς 2,84 ευρώ η κάθε μία και αντί συνολικού τιμήματος 149.844,04 ευρώ.
Ο δεύτερος δε εναγόμενος πώλησε στον ίδιο ισάριθμες μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ισόποσο ποσοστό επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας εταιρείας και αντί ισόποσου τιμήματος. Η πώληση αυτή των μετοχών δηλώθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για την καταβολή του αντίστοιχου φόρου μεταβίβασης (βλ.
τις με αριθμό 100 και 101 δηλώσεις απόδοσης φόρου μεταβίβασης μετοχών μη εισηγμένων στο Χ.Α.Α. προς την Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών και τα υπό στοιχεία Σειρά ΣΤ' 20742156/Α-Α 12967/21-03-2005 και 20742155/Α-Α: 12957/21-03-2005 διπλότυπα είσπραξης τύπου Α' της Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών), και έτσι ο Ε. Φ. του Ι., απέκτησε συνολικά 105.524 ονομαστικές μετοχές της ενάγουσας εταιρείας, που αντιπροσώπευαν το 67% του συνολικού μετοχικού της κεφαλαίου.
Η ενάγουσα εταιρεία και πριν ακόμα καταρτιστεί ιδιαίτερο συμφωνητικό με τους δύο πρώτους των εναγομένων, που θα καθόριζε συγκεκριμένες αρμοδιότητες κατά την παροχή της εργασίας των τελευταίων προς αυτή, άρχισε να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως από τον Μάρτιο του 2005 έως και τον Φεβρουάριο του 2007, οπότε και αυτοί αποχώρησαν από την εταιρεία.
Για το ίδιο χρονικό διάστημα δε κατέβαλε κατά τα συμφωνηθέντα το ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως και στον τρίτο εναγόμενο. Η καταβολή των ποσών αυτών δεν αμφισβητείται γενικά ή ειδικά από τους εναγόμενους και συνεπώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών τους, συνάγεται ομολογία κατ' άρθρο 261 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. για την είσπραξη των ποσών αυτών. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα για τους δύο πρώτους εναγόμενους ενδεικτικές άτυπες αποδείξεις πληρωμής του επίδικου χρονικού διαστήματος, στις οποίες η υπογραφή αυτών δεν αμφισβητήθηκε από τους τελευταίους, αλλά και από την ένορκη βεβαίωση της λογίστριας της ενάγουσας, Μ.
Μ. του Π., η οποία κατέθεσε ότι η καταβολή του χρηματικού ποσού των 3.000 ευρώ στον κάθε εναγόμενο, από την ενάγουσα εταιρεία, γινόταν ανελλιπώς κάθε μήνα μέχρι και τον Ιανουάριο του 2007. Κατά τις ως άνω νομικές σκέψεις, ο όρος αυτός του ιδιωτικού συμφωνητικού περί καταβολής σε καθένα από τους τρεις εναγόμενους του ποσού των 3.000 ευρώ μηνιαίως, στους δύο πρώτους εξ αυτών για τις με έτερο συμφωνητικό παρεχόμενες μελλοντικές υπηρεσίες τους προς την ενάγουσα, στον τρίτο εναγόμενο δε ως ισόβια πρόσοδο, είναι άκυρες, καθότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ήταν μέλη του Δ.Σ.
της ενάγουσας εταιρείας κατά το χρόνο σύναψης αυτής της συμφωνίας και ο τρίτος εναγόμενος συγγενής εξ αίματος πρώτου βαθμού αυτών και δεν προηγήθηκε ειδική έγκριση αυτής της συμφωνίας από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της ενάγουσας εταιρείας κατά τις επιταγές του άρθρου 23α παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920. Ως προς τον τρίτο από τους εναγόμενους η κατά τα ανωτέρω συμφωνία είναι άκυρη επιπλέον και διότι δεν περιβλήθηκε τον απαραίτητο εκ του άρθρου 842 Α.Κ.
τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και συνακόλουθα δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Οι ισχυρισμοί των δύο πρώτων εναγομένων ότι κατά το διάστημα αυτό προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην ενάγουσα εταιρεία δεν αποδείχθηκαν και πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο μάρτυρας των εναγομένων Μ.
Π. του Μ., στην ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι ο Α. (δηλαδή ο δεύτερος εναγόμενος), δούλευε καθημερινά μέχρι το 2005 και ότι ο Κ. Θ. γνώριζε τα πάντα για την τυποποίηση, συσκευασία, διανομή, χωρίς να αναφέρει αν εργαζόταν κατά το επίδικο διάστημα στην εταιρεία και ποια ιδιότητα, ενώ δεν ακολούθησε της αρχικής συμφωνίας νεώτερη που να εξειδικεύει τα καθήκοντά τους.
Συνεπώς, η ενάγουσα εταιρεία κατέβαλε σε καθέναν από τους εναγόμενους το ποσό των 3.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από τον 3° του 2005 έως τον 2° του 2007, ήτοι κατέβαλε συνολικά στον καθένα το ποσό των (3.000 Χ 23 μήνες =) 69.000 ευρώ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι εναγόμενοι κατέστησαν πλουσιότεροι κατά το ποσό των 69.000 ευρώ ο καθένας, χωρίς νόμιμη αιτία και σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας ... . Κατ' ακολουθία αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη και αναγνώρισε ότι κάθε εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εξήντα εννέα χιλιάδων (69.000) ευρώ, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και για τους λόγους αυτούς, η κρινόμενη έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι με την οποία και με το σύνολο των λόγων αυτής και των πρόσθετων αυτής λόγων, τα αντίθετα υποστηρίζονται, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι".
2. Κατά το άρθρο 18 παρ. 1 Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ 174/1963 "Η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", και την παρ. 2 αυτού " Το καταστατικόν δύναται να ορίση, ότι εν η πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν εν γένει ή εις ωρισμένου μόνον είδους πράξεις", κατά δε το άρθρο 22 παρ. 2 ιδίου Νόμου "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρίας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", προς δε και την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 10 παρ. 4 Ν. 2339/1995 "Το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους".
Οι διατάξεις αυτές του Ν. 2190/1920 αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 Α. Κ. ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση της εταιρίας, δηλαδή του νομικού προσώπου της ανωνύμου εταιρίας, αφού καθορίζουν το όργανο που εκφράζει την βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στο δικαστήρια και αποφασίζει για την διοίκηση της εταιρίας και την διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.
Ως τοιούτο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 3) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω Ν. 2190/1920 που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκαταστάσεως του διοικητικού συμβουλίου της .., κατά τρόπον ώστε αυτή, να είναι νόμιμη, μόνο εφ' όσον διενεργείται με βάση μία εξ αυτών των διατάξεων.
Το άρθρο 18 αναφέρεται αποκλειστικώς στην εξουσία εκπροσωπήσεως της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ενα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχειρίσεως, μεταξύ των οποίων και η άσκηση αγωγής, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας.
Αντιθέτως όμως προς το άνω άρθρο 18 παρ. 2, το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασισθεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του.
Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3 μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας. Απ' όλες αυτές τις διατάξεις προκύπτει ότι η έγερση της αγωγής, η οποία αποτελεί διαχειριστική πράξη, ανήκει κατ' αρχήν στη διοίκηση του νομικού προσώπου, δηλαδή στο διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας και όχι σ' εκείνον που την εκπροσωπεί ενώπιον των δικαστηρίων, εκτός αν με το καταστατικό της ανατέθηκε η αρμοδιότητα αυτή για την έγερση της αγωγής στον εκπρόσωπο ή σε συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η ύπαρξη απόφασης του νομικού προσώπου για την έγερση της αγωγής ή η ιδιότητα του προσώπου που το εκπροσωπεί στη δίκη, ως φορέα του σχετικού με την έγερση της αγωγής δικαιώματος, αποτελεί στοιχείο της νομιμοποίησης του, τη συνδρομή του οποίου το δικαστήριο εξετάζει αυτεπάγγελτα, σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και η απόφαση αυτή του Δ.Σ. για την έγερση της αγωγής πρέπει υποχρεωτικά να μνημονεύεται στην αγωγή. Αρκεί να αποδεικνύεται η ύπαρξη της από έγγραφα που προσκομίζει νόμιμα η ενάγουσα εταιρεία κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, που αποτελεί το χρονικό σημείο ολοκλήρωσης των διαδικαστικών προϋποθέσεων.
Εξάλλου, η νομιμοποίηση, όπως και το έννομο συμφέρον, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 62-73 ΚΠολΔ, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών, ελέγχεται αναιρετικά με τον, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι ένδικη αγωγή, ασκήθηκε για λογαριασμό της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, από πρόσωπο που δεν είχε την εξουσία προς τούτο και συγκεκριμένα από τον Ε. Φ., ο οποίος είχε ορισθεί απλός εκπρόσωπος αυτής, χωρίς εξουσία διαχειρίσεως αυτής, ενώ το άρθρο 20 του καταστατικού ίδρυσης αυτής, προέβλεπε ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει τη διοίκηση (διαχείριση και διάθεση) της εταιρικής περιουσίας και την εκπροσώπηση της Εταιρείας.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί, αποκλειστικά και μόνο εγγράφως, να αναθέτει την άσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του (εκτός από αυτές που απαιτείται συλλογική ενέργεια), καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρείας, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας συγχρόνως και την έκταση αυτής της ανάθεσης".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασής του, κατά το ενδιαφέρον, το λόγο τούτο, μέρος της, δέχτηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από το νόμιμα προσκομιζόμενο πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ. της ενάγουσας -εφεσίβλητης Α.Ε. από 14-09-2006 προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο, έχοντας τη σχετική ευχέρεια από το νόμο και το καταστατικό της, που έχει δημοσιευτεί στο 11289/13-10-2006 ΦΕΚ ΤΑΕ και ΕΠΕ (άρθ. 12 παρ 1 και 2 και άρθ. 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 1.3 του ν. 2190/1920, 68 Α.Κ.) ανέθεσε στο Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο Ε.
Φ. όλες τις εξουσίες που έχει αναφορικά με την εκπροσώπηση, διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, πλην αυτών για τις οποίες απαιτείται σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό συλλογική ενέργεια του Διοικητικού Συμβουλίου και θα δεσμεύει την εταιρεία απεριόριστα με την υπογραφή του που θα τίθεται κάτω από την εταιρική επωνυμία, συνεπώς και να εγείρει την προκειμένη αγωγή.
Κατ' ακολουθία ο πρώτος λόγος των πρόσθετων λόγων έφεσης με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλούμενη το σφάλμα ότι από κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε σιωπηρά τον περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης ισχυρισμό των εναγομένων -εκκαλούντων, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εναγόμενων - εκκαλούντων ότι σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα άρθρα 22α και 22β του ν. 2190/1920 για την άσκηση αγωγής σε βάρος μέλους του Δ.Σ.
της ενάγουσας απαιτείται απόφαση του Δ.Σ. αυτής, είναι αβάσιμος διότι οι διατάξεις των άρθρων αυτών, αφορούν στην ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου στα πλαίσια της διοίκησης των εταιρικών υποθέσεων, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση". Με τις κρίσεις του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, αφού τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες, το Δ.Σ.
της ενάγουσας, ως είχε δικαίωμα από τις νομικές διατάξεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω (18 και 22 ν, 2190/1920), και το άρθρο 20 του καταστατικού της, είχε, με βάση το άνω πρακτικό, που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ, όχι μόνο εκπροσωπευτική αλλά και διαχειριστική των υποθέσεών της εξουσία και στα πλαίσια της εξουσίας του αυτής, άσκησε την ένδικη αγωγή.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του πιο πάνω πρακτικού, όσον αφορά τη διαχειριστική εξουσία του Ε.
Φ., πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, από τη θεώρηση του περιεχομένου του εν λόγω πρακτικού στο οποίο αποκλειστικά το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για την νομότυπη άσκηση της αγωγής, κατά τα πιο πάνω διαλαμβανόμενα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δ. Σ. της ενάγουσας, με το πρακτικό αυτό ανέθεσε, όλες τις εξουσίες εκπροσώπησης και διαχειρίσεως των υποθέσεών της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η άσκηση αγωγής, στον ως άνω αναφερόμενο.
Έτσι λοιπόν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, σε διαγνωστικό λάθος, αφού δεν απέδωσε στο εν λόγω έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό.
3. Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ.559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις διακρίσεις του άρθρων 240 και 527 ΚΠολΔ.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 περ. 11 γ' ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τα μετ' επίκληση και προσκομιδή με τις προτάσεις έγγραφα που αναφέρονται στο λόγο αυτό (οργανόγραμμα της αναιρεσίβλητης, την από 6-11-2006 αναφορά της υπεύθυνης του τμήματος παραγγελιών και ηλεκτρονικά μηνύματα) από τα οποία προέκυπτε η πραγματική απασχόλησή τους στην εταιρία. Ο ισχυρισμός τους αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, ο ισχυρισμός τους, περί πραγματικής απασχόλησής τους στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης είναι αλυσιτελής, αφού και αληθούς υποτιθεμένου δεν αίρει την ακυρότητα της εργασιακής συμβάσεως, ενόψει ότι δεν προηγήθηκε η σχετική άδεια της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εταιρίας. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού από τη διαβεβαίωση που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι για το σχηματικό περί των πραγμάτων κρίσης του έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την χωρίς όρκο κατάθεση του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, την ένορκη βεβαίωση καθώς και μετ' επίκληση και προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και τα εν λόγω έγγραφα.
4. Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά του ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.
Από τις διαλαμβανόμενες, στην υπό στοιχείο 1 σκέψη της παρούσης, αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι στην παραδοχή από ουσιαστική άποψη της αγωγής του αναιρεσείοντος κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, μετά το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, για το κατ' ουσίαν αβάσιμο των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία.
Με την έννοια αυτή δεν κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση του αυτή, παρά την αδυναμία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης να βεβαιώσει τους θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς της, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν, με τις διατυπούμενες αντίστοιχες αιτιάσεις, στον 4ο λόγο της κρινόμενης αίτησης.
5. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Ακόμη, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.
Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Δεν ιδρύεται δε, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 KΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Από την διάταξη, όμως, του άρθρου 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν είναι παραδεκτή η προβολή από τον εκκαλούντα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι πρωτοδίκως δεν έχουν προταθεί ή έχουν προταθεί απαραδέκτως, εκτός εάν έχουν γεννηθεί μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ή αποδεικνύονται δια δικαστικής ομολογίας του εφεσίβλητου, ή δεν έχουν προβληθεί εγκαίρως λόγω δικαιολογημένης αιτίας κατά την κρίση του δικαστηρίου, ή αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο εκκαλών δεν γνώριζε ούτε είχε την δυνατότητα να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269, 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς λαμβανόμενα υπόψη, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, που επαναφέρονται νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 88/1980), η μη λήψη δε από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που παραδεκτώς προτάθηκαν, στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως που προβλέπεται από την τελευταία διάταξη (αριθ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ).
Όμως , η άνευ δικαιολογημένης αιτίας μη προβολής κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης και δη με επίκληση όχι μόνον όλων των επί μέρους πραγματικών περιστατικών επί των οποίων εδράζεται αυτή, αλλά και της από αυτά προκύπτουσας κατάχρησης του δικαιώματος, επάγεται την απόρριψη της ένστασης αυτής ως απαράδεκτης σε περίπτωση προβολής αυτής σε μεταγενέστερη συζήτηση ή για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (Ολ.ΑΠ 472/1983, 1119/2012).
Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τους από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 παρ. 2 ΑΚ ισχυρισμούς τους, που προέβαλαν νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν με λόγο έφεσης στο Εφετείο, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη όλα τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά που εξέθεταν προς θεμελίωσή τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο γι' αυτούς αποτέλεσμα, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς τους αυτούς ως μη νόμιμους.
Από την επισκόπηση, των από 23-9-1010 προτάσεων τους, που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες, κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, προκύπτει ότι αυτοί, για την στήριξη των ισχυρισμών τους αυτών εξέθεταν τα εξής: "... Η άσκηση της υπό δίκη αγωγής από την αντίδικο έρχεται σε πλήρη αντίθεση τόσο με την Α.Κ. 281 δεδομένου ότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα οποία επιβάλλοντα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, όσο και με την Α.Κ. 288 δεδομένου ότι απαιτεί από εμάς επιστροφή για εκπληρωθείσα συμβατική υποχρέωση σε αντίθεση από τα όρια που θέτει η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και πρέπει συνεπώς για του λόγους αυτούς να απορριφθεί.
Σε κάθε άλλωστε περίπτωση, όλο το χρονικό διάστημα για το οποίο μας κατεβλήθησαν αποδοχές, εργαστήκαμε ευσυνείδητα στην ενάγουσα παρέχοντας υπηρεσίες οι οποίες υπερκάλυπταν τις αποδοχές μας και συνεπώς η ενάγουσα αποκόμισε όφελος από την παροχή των υπηρεσιών μας και κυρίως από το γεγονός ότι ο Ε. Φ. μέχρι την στιγμή εκείνη ουδεμία εμπειρία στον συγκεκριμένο επιχειρηματικό χώρο είχε και στηρίχθηκε κυρίως στις γνώσεις και την εμπειρία μας.
Όπως καλλίτερα από εμάς το Δικαστήριο Σας γνωρίζει η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται και ατύπως, υποχρέωση δε για την αναγγελία της στη επιθεώρηση εργασίας έχει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος. Άλλωστε αρμόδιος για τη σύγκληση Δ.Σ. προς το σκοπό αυτό ήταν ο πρόεδρος του Ε. Φ. ο οποίος ουδέποτε το συνεκάλεσε, εκμεταλλευόμενος την συγγένειά μας, διαβεβαιώνοντάς μας στις συνεχείς οχλήσεις μας ότι "αυτά είναι τύπος και όχι ουσία".
Στη συνέχεια με την έφεσή τους και ειδικότερα με το δεύτερο λόγο αυτής ισχυρίστηκαν τα εξής: " Η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένσταση μας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κρίνοντας ότι: "...... αναφορικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της κρινόμενης αγωγής και τον ισχυρισμό περί μη σύγκλησης της ΓΣ από τον πρόεδρο του ΔΣ της εταιρείας Ε.
Φ., πρέπει να σημειωθεί ότι η σύγκληση της ΓΣ μιας ανώνυμης εταιρείας, γίνεται μεν από τον πρόεδρο του ΔΣ της, αποτελεί όμως και δικαίωμα της μειοψηφίας του καταβλημένου εταιρικού κεφαλαίου με τα ειδικότερα ποσοστά που ορίζονται στο νόμο περί ανωνύμων εταιρειών (άρθρο 39 παρ.5 του Ν. 2190/1920, όπως ίσχυε), ενώ περαιτέρω σε περίπτωση άρνησης του ΔΣ μιας εταιρείας από τον πρόεδρο της, μπορεί αυτό να συγκληθεί και μετά από αίτηση δύο μελών του σε περίπτωση ολιγωρίας του προέδρου του (άρθρο 39 παρ.5 του Ν 2190/1920, όπως ίσχυε).
Τέλος δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι ο Ε. Φ. εκμεταλλευόμενος τη συγγενική τους σχέση τους διαβεβαίωνε για την εγκυρότητα της συμφωνίας τους". Η ως άνω κρίση της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι μια "νομολογιακή κατασκευή" η οποία παραβιάζει ευθέως το από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ θεσπιζόμενο δικαίωμα μας σε δίκαιη δίκη.
Απαραίτητη προϋπόθεση για να συγκληθεί Γενική Συνέλευση εταιρείας με αίτηση μετόχων ή μελών του ΔΣ είναι η άρνηση του προέδρου του ΔΣ να την συγκαλέσει. Εάν η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι ο πρόεδρος του ΔΣ της αντιδίκου αρνήθηκε να συγκαλέσει την ΓΣ η μη υποβολή από εμάς αιτήσεως για σύγκλησή της δεν αίρει την καταχρηστική άσκηση της υπό δίκη αγωγής η οποία ασκήθηκε από τον πρόεδρο του ΔΣ της αντιδίκου κατά μετόχων και μελών του ΔΣ αυτής χωρίς απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ή του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής.
Άλλωστε πλήρως αποδείχθηκε με τις προτάσεις μας και τα από εμάς προσαχθέντα έγγραφα ότι ο πρόεδρος του ΔΣ της αντιδίκου ουδέποτε μας καλούσε σε ΔΣ και ηρνείτο να επιτρέψει την παρουσία μας στις Γενικές Συνελεύσεις, έχει δε μηνυθεί από εμάς και παραπεμφθεί στο ακροατήριο για πλαστογραφία πρακτικών ΔΣ και ΓΣ όπου μας παρουσίαζε παρόντες χωρίς να έχουμε παρασταθεί.
Σε κάθε άλλωστε περίπτωση η αντίδικος όφειλε, ως ενάγουσα, να αποδείξει για ποιο νόμιμο λόγο ουδέποτε συνεκλήθη η ΓΣ των μετόχων με σκοπό τη λήψη μιας αποφάσεως η οποία επιβαλλόταν από το ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε υπογραφεί από αυτήν". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι αναιρεσείοντες την από το άρθρο 281 σε συνδυασμό με το άρθρο 288 παρ. 2 ΑΚ, ένστασή τους, επεχείρησαν να θεμελιώσουν στα εξής περιστατικά: 1) ότι πράγματι προσέφεραν την εργασία τους στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας, 2) ότι η μη σύγκληση της γενικής συνέλευσης οφείλεται στη δόλια και παραπλανητική συμπεριφορά τους προέδρου αυτής, ο οποίος δεν προέβαινε στη σύγκλησή της, ενώ παράλληλα, στις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις τους διαβεβαίωνε ότι "αυτά είναι τύπος και όχι ουσία".
Όλα τα υπόλοιπα, πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται αναλυτικά στον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ουδόλως περιλήφθηκαν στο δικόγραφο της έφεσης ή στους πρόσθετους λόγους. Επομένως η μη λήψη και αυτών από το δευτεροβάθμιο, δεν θεμελιώνουν τον από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, για την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη "πραγμάτων", που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συνακόλουθα ο συναφής λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Τέλος, οι λοιπές, επί μέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που περιέχονται στον έκτο λόγο αναιρέσεως, με τις οποίες αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα μετ' επίκληση απ' αυτόν προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, και ειδικότερα το οργανόγραμμα της ενάγουσας καθώς και την συναγομένη από την εξέταση στο ακροατήριο ομολογία της μετόχου της ενάγουσας, Ε.
Φ., είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον όπως αναφέρθηκε πιο πάνω τα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και η αξιολόγησή τους δεν αποτελούν πράγματα, η μη λήψη των οποίων δεν θεμελιώνει τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης.
6. Τέλος, με το άρθρο 261 ΚΠολΔ "κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση".
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και από το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιον πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης και του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση, είναι η μη αμφισβήτηση απ' αυτόν του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν έχει εφαρμογή το άρθρ. 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο συναγάγει ομολογία, παρά την ειδική αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού από τον διάδικο, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 11 περ.
β' ΚΠολΔ, δηλ. της παρά το νόμο λήψης απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε. Με το έβδομο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το δευτεροβάθμιο υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια με το να δεχτεί, παρά τη ρητή αμφισβήτηση τους , με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι, η καταβολή των ποσών (3.000 ευρώ μηνιαίως σε καθένα των αναιρεσειόντων), αποδεικνυόταν, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε γενικά ή ειδικά απ' αυτούς.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, για το κρίσιμο τούτο ζήτημα προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε τα εξής: "... Η ενάγουσα εταιρεία και πριν ακόμα καταρτιστεί ιδιαίτερο συμφωνητικό με τους δύο πρώτους των εναγομένων, που θα καθόριζε συγκεκριμένες αρμοδιότητες κατά την παροχή της εργασίας των τελευταίων προς αυτή, άρχισε να καταβάλει στον καθένα το ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως από τον Μάρτιο του 2005 έως και τον Φεβρουάριο του 2007, οπότε και αυτοί αποχώρησαν από την εταιρεία.
Το ίδιο χρονικό διάστημα δε, κατέβαλε κατά τα συμφωνηθέντα το ποσό των 3.000 ευρώ μηνιαίως και στον τρίτο εναγόμενο. Η καταβολή των ποσών αυτών δεν αμφισβητείται γενικά ή ειδικά από τους εναγόμενους και συνεπώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών τους, συνάγεται ομολογία κατ' άρθρο 261 εδ.
β' ΚΠολΔ. για την είσπραξη των ποσών αυτών. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα για τους δύο πρώτους εναγόμενους ενδεικτικές άτυπες αποδείξεις πληρωμής του επίδικου χρονικού διαστήματος, στις οποίες η υπογραφή αυτών δεν αμφισβητήθηκε από τους τελευταίους, αλλά και από την ένορκη βεβαίωση της λογίστριας της ενάγουσας, Μ.
Μ. του Π., η οποία κατέθεσε ότι η καταβολή του χρηματικού ποσού των 3.000 ευρώ στον κάθε εναγόμενο, από την ενάγουσα εταιρεία, γινόταν ανελλιπώς κάθε μήνα μέχρι και τον Ιανουάριο του 2007". Ωστόσο από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι ουδόλως αμφισβήτησαν, γενικά ή ειδικά την καταβολή των ως άνω ποσών.
Άλλωστε, από τις ως άνω παραδοχές και το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν συνάγεται ότι την απόδειξη των καταβολών αυτών, στήριξε αποκλειστικά το Εφετείο στην εν λόγω ομολογία των αναιρεσειόντων. Αντιθέτως, προκύπτει ότι την προαναφερόμενη κρίση του, σχημάτισε και από την συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, που αναφέρονται πιο πάνω.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων, ως ηττηθέντων διαδίκων, η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 15-10-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 3117/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ