Legislator Case Law & Legislation
1961/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance contract denial due to insurer's failure to prove intentional misrepresentation.

Case Number 1961/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the Alkhe Company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision denying insurance coverage. The insurer argued that the company intentionally concealed a branch office and provided false information regarding trading activities and vacation policies. The court ruled that the lower court correctly found the insurer's liability based on the applicant's own written declarations which explicitly denied the existence of the branch and specific trading roles, thereby establishing the insurer's right to deny coverage without needing to prove subjective intent.

Legislator headnote

AI generated

Art. 3 para. 1 of Law 2496/1997; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: The insurer's right to deny coverage based on non-disclosure is established by the applicant's own written false declarations, rendering the lower court's finding of intentional concealment legally sound and the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
Insurance Contract Law Duty of Disclosure Intentional Concealment Misrepresentation Appeal Dismissal Good Faith Principle Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 3 para. 1 of Law 2496/1997
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1961 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1961/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (πρώην "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Αναστάσιο Τσιρώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1999 αγωγή του ... που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη και με την από 16-11-1999 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7415/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 2117/2002 του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης εκδόθηκε η 846/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την εφετειακή απόφαση που παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο στη συνέχεια εξέδωσε την 5980/2004 απόφαση όπου ασκήθηκε εκ νέου αναίρεση και εκδόθηκε η 1450/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για να δικάσει ξανά με άλλους δικαστές. Το Εφετείο εξέδωσε την 4073/2007 οριστική απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητά εκ νέου η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2008 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα, ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, νόμιμα φέρεται με την από 26-5-2008 αίτηση - κλήση της αναιρεσίβλητης η από 3-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ για αναίρεση της 4073/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2496/1997 "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή".

Κατά την παρ. 6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου " Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Έτσι, επικειμένης κατάρτισης ασφαλιστικής σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή τα απαραίτητα για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου στοιχεία, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Εάν η σύμβαση συναφθεί με βάση έντυπες ερωτήσεις του ασφαλιστή, τότε τα στοιχεία αυτά, για τα οποία τίθενται οι ερωτήσεις, θεωρούνται τα κρίσιμα για τον ασφαλιστή ως προς την εκτίμηση του ασφαλιστέου κινδύνου και δεν μπορεί αυτός μεταγενεστέρως να προβάλει τις αναφερόμενες στην ως άνω διάταξη υπό στοιχεία α, β και γ' πλημμέλειες.

Σε περίπτωση δε παραβάσεως εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρέωσής του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, είτε να καταγγείλει την σύμβαση εντός της οριζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, επιφέροντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: Η ενάγουσα είναι χρηματιστηριακή εταιρεία, μέλος του Χ.Α.Α., έχει την έδρα της ... και νόμιμοι εκπρόσωποί της είναι οι ... και ..., οι οποίοι τη δεσμεύουν με την υπογραφή τους ο καθένας ξεχωριστά. Με την 528/1994 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς παρασχέθηκε στην ενάγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 71 του ν. 1969/1991, η άδεια λειτουργίας του υποκαταστήματός της στη ..., επί της οδού ..., του οποίου με την ίδια απόφαση εγκρίθηκε ως υπεύθυνος υπάλληλος ο Ζ.

Τον τελευταίο όρισε η ενάγουσα, δυνάμει της από 24-11-1994 απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου, ως διευθυντή του εν λόγω υποκαταστήματος, με αρμοδιότητες εκπροσώπησής της στις συναλλαγές στο χώρο δραστηριότητας του υποκαταστήματος αυτού, με δέσμευσή της με μόνη την υπογραφή του για τις συναλλαγές και τις πράξεις του υποκαταστήματος.

Η ενάγουσα είχε συνάψει με την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δύο διαδοχικές συμβάσεις ασφαλίσεως και συγκεκριμένα μία το Δεκέμβριο 1997 με διάρκεια χρόνου ασφάλισης από 21-12-1997 έως 31-12-1998 και μία το Δεκέμβριο 1998 με διάρκεια χρόνου ασφάλισης από 31-12-1998 έως 31-12-1999, για τις οποίες εκδόθηκαν τα 1810821/2-1-1998 και 1811147/31-12-1998 ασφαλιστήρια) έγγραφα, αντίστοιχα.

Οι εν λόγων συμβάσεις καταρτίσθηκαν με βάση την από 30-10-1997 γραπτή πρόταση της ενάγουσας, που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος τους και με το σύστημα της υποβολής σαφών γραπτών ερωτήσεων εκ μέρους της εναγομένης για στοιχεία και περιστατικά, τα οποία τεκμαίρεται ότι ήταν τα μόνα που επηρέαζαν την από μέρους της εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου (άρθρο 3 παρ. 1 ν. 2496/1997) και τα οποία εμπεριέχονταν, μαζί με τις απαντήσεις της ενάγουσας, στην παραπάνω πρόταση της τελευταίας.

Στην ερώτηση 12 του ερωτηματολογίου, περί του αν έχουν οργανωθεί τα καθήκοντα κάθε υπαλλήλου, έτσι ώστε κανένας υπάλληλος να μην επιτρέπεται να ελέγχει μία συναλλαγή από την αρχή μέχρι το τέλος, δόθηκε από την ενάγουσα η απάντηση "ΝΑΙ". Στην ερώτηση 14, περί του εάν απαιτείται όλοι οι υπάλληλοι να λαμβάνουν διακοπές τουλάχιστον δύο εβδομάδων κάθε ημερολογιακό έτος, μακριά από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν θα εκτελούσαν καμία δραστηριότητα, δόθηκε επίσης η απάντηση "ΝΑΙ".

Στην εν λόγω πρότασή της η ενάγουσα δεν ανέφερε την ύπαρξη του ως άνω υποκαταστήματός της και μάλιστα στην ερώτηση για τον τόπο φύλαξης των ασφαλισμένων χρεογράφων ή μετρητών, απάντησε με αρνητικό σύμβολο στο χώρο της δήλωσης υποκαταστημάτων, αποκρύπτοντας έτσι την ύπαρξη του εν λόγω υποκαταστήματος.

Όμως, οι απαντήσεις της ενάγουσας στις πιο πάνω δύο πρώτες ερωτήσεις ήταν αναληθείς και συνιστούσαν παράβαση της υποχρέωσής της να δηλώσει στον ασφαλιστή, κατά τη σύναψη της συμβάσεως κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνώριζε, το οποίο ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Ειδικότερα, ο υπεύθυνος υπάλληλος και διευθυντής του ως άνω υποκαταστήματος της ενάγουσας στη ...

Ζ είχε τον πλήρη έλεγχο όλων των συναλλαγών του εν λόγω υποκαταστήματος και μπορούσε να προβαίνει στις πληρωμές των πελατών και να δέχεται τις εντολές του, με αρμοδιότητες εκπροσώπησης της ενάγουσας στις συναλλαγές, στον χώρο δραστηριότητας του ως άνω υποκαταστήματος και με δέσμευσή της με μόνη την υπογραφή του, για τις συναλλαγές και τις πράξεις του υποκαταστήματος.

Επίσης, αυτός, κατά τα έτη 1996, 1997 και 1998 δεν έλαβε ποτέ άδεια διακοπών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 15 ημερών. Στις εν λόγω αναληθείς δηλώσεις προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και στην απόκρυψη της ύπαρξης του επίμαχου υποκαταστήματος, προέβησαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της ενάγουσας από πρόθεση, προκειμένου να επιτύχουν τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης την οποία άλλως η εναγομένη ή θα αρνείτο ή θα την εδέχετο με διαφορετικούς όρους.

Η εναγομένη έλαβε γνώση της παράβασης της πιο πάνω υποχρέωσης της ενάγουσας, αναφορικά με την απόκρυψη της ύπαρξης του επίμαχου υποκαταστήματος καθώς και με την ψευδή δήλωση σχετικά με τη δυνατότητα του Ζ να ελέγχει τις συναλλαγές, τον Ιούλιο 1999, με την από 26-07-1999 επιστολή (υπόμνημα) του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας ...

προς την εναγόμενη. Με την επιστολή αυτή γνωστοποιήθηκε στην τελευταία τόσο η ύπαρξη του επίμαχου υποκαταστήματος, όσο και το ότι ο Ζ είχε όλες τις παραπάνω εξουσίες και αρμοδιότητες, που του έδιναν τη δυνατότητα να έχει πλήρη έλεγχο των συναλλαγών του, και εντεύθεν έλαβε ευθέως γνώση της παράβασης της ως άνω υποχρέωσης της ενάγουσας.

Έλαβε επίσης γνώση της παράβασης της πιο πάνω υποχρέωσης της ενάγουσας, αναφορικά με την ψευδή δήλωσή της σχετικά με τις άδειες διακοπών (στο βαθμό βεβαίως που αφορούσε τον ως άνω διευθυντή), τον Αύγουστο 1999, με την από 17-08-1999 επιστολή της ενάγουσας προς την ίδια (εναγομένη), με την οποία της γνωστοποιήθηκε ότι ο Ζ κατά τα έτη 1996, 1997 και 1998 δεν έλαβε ποτέ άδεια διακοπών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 15 ημερών και έτσι έλαβε ευθέως γνώση της εν λόγω παράβασης της ενάγουσας.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, με την από 12-10-1999 εξώδικη δήλωσή της προς την ενάγουσα, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία αυθημερόν, κατήγγειλε την μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση (που αφορούσε το ... ασφαλιστήριο), επικαλούμενη: α) ότι η ενάγουσα, εν γνώσει της, απέφυγε να δηλώσει τη λειτουργία του παραπάνω υποκαταστήματός της στη ..., β) ότι στην ερώτηση του ως άνω ερωτηματολογίου, περί του εάν έχουν οργανωθεί τα καθήκοντα κάθε υπαλλήλου, έτσι ώστε κανένας υπάλληλος να μην επιτρέπεται να ελέγχει μια συναλλαγή από την αρχή μέχρι το τέλος, δόθηκε από την ενάγουσα η απάντηση "ΝΑΙ", ενώ προέκυψε ότι ο υπάλληλος Ζ είχε τον πλήρη έλεγχο του υποκαταστήματος στη ...

και ήταν σε θέση να ενεργεί κατά το δοκούν επί όλων των συναφών ζητημάτων, χωρίς τον οποιοδήποτε ουσιαστικό έλεγχο ή εποπτεία εκ μέρους της ενάγουσας, γ) ότι στην ερώτηση 14 του ίδιου ερωτηματολογίου, περί του αν απαιτείται όλοι οι υπάλληλοι να λαμβάνουν διακοπές τουλάχιστον δύο εβδομάδων κάθε ημερολογιακό έτος, μακριά από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν εκτελούν καμία δραστηριότητα, δόθηκε επίσης η απάντηση "ΝΑΙ", ενώ ο ως άνω υπάλληλος της ενάγουσας ουδέποτε έλαβε τέτοια άδεια και δ) ότι, χωρίς παραμικρή ανακοίνωση προς εκείνη, η ενάγουσα, περί το μήνα Μάιο 1999, μετέφερε στο λογαριασμό του υποκαταστήματος στη ..., κινούμενο με μόνη την υπογραφή του παραπάνω υπαλλήλου, στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ, το ποσό των 550.000.000 δραχμών, το οποίο αυτός, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, αμέσως υπεξαίρεσε, γεγονός που επέτεινε περισσότερο την ασφαλιστικό κίνδυνο και αύξησε το πιθανό ύψος οποιασδήποτε ζημίας.

Στο μεταξύ όμως ο κυρίως ενάγων ... είχε ασκήσει κατά της ενάγουσας την από 30-07-1999 αγωγή του, που επιδόθηκε σ' αυτήν στις 4-08-1999, ζητώντας αποζημίωση. Ακολούθως το Εφετείο, κρίνοντας ότι η επίδοση της εν λόγω αγωγής επέφερε την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, άρα και την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κατά της αναιρεσίβλητης ασκηθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας περί επιδικάσεως σ' αυτή της ασφαλιστικής αποζημιώσεως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, ενώ επιπλέον δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, ούτε έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, σε σχέση με τις εκ δόλου δοθείσες αναληθείς απαντήσεις της αναιρεσείουσας, δεν ήταν αναγκαία, για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του δόλου, η παράθεση περισσοτέρων στοιχείων, αλλά, ενόψει και που κοινώς γνωστού και αναμφιβόλου περιεχομένου αυτής της έννοιας, αρκεί η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εν προκειμένω οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας ενήργησαν "από πρόθεση", προκειμένου να επιτύχουν τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως, την οποία άλλως η εναγομένη ενδεχομένως θα αρνείτο ή θα την εδέχετο με διαφορετικούς όρους.

Ούτε εξάλλου, η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας εκ προθέσεως έδωσαν αναληθείς απαντήσεις, αντιφάσκει προς την παραδοχή αυτού, ότι η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της αναλήθειας των απαντήσεων με το από 26-7-1999 υπόμνημα του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας ... και με την από 17-8-1999 επιστολή της ίδιας της αναιρεσείουσας (γεγονός που κατά την αναιρεσείουσα καταδεικνύει την έλλειψη δόλου), αφού, η εκ των υστέρων, έστω και εκούσια, αποκάλυψη της αναλήθειας των δοθεισών απαντήσεων δεν αναιρεί την ύπαρξη του δόλου κατά τον χρόνο δόσεως των αναληθών απαντήσεων προς επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού.

Περαιτέρω, σε σχέση με τον κατ' ένσταση προβληθέντα και γενόμενο δεκτό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, περί των εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας εκ δόλου γενόμενων ως άνω ψευδών δηλώσεων, δεν ήταν απαραίτητη, για τη διαδικαστική του πληρότητα, η αναφορά των εκπροσωπησάντων την τελευταία φυσικών προσώπων, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των κατατεθεισών σε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας προτάσεών της, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ότι στις εν λόγω ψευδείς δηλώσεις και στη με βάση αυτές κατάρτιση των κρισίμων ασφαλιστικών συμβάσεων προέβη μέσω των νομίμων εκπροσώπων της.

Ως εκ τούτου, η εκ μέρους του Εφετείου μη απόρριψη του άνω ισχυρισμού ως αορίστου δεν θεμελιώνει την προβλεπόμενη στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παράνομης μη κήρυξης απαραδέκτου. Επίσης, σχετικώς με την αποδοχή της συναφούς ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, περί αυτοδίκαιης απαλλαγής της από την υποχρέωση πληρωμής του ασφαλίσματος, η κρίση του Εφετείου, ότι η εν λόγω ένσταση είχε προβληθεί και στον πρώτο βαθμό από την αναιρεσίβλητη, "κατ' εκτίμηση των προτάσεων που είχε καταθέσει κατά την συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου", δεν μπορεί να ελεχθεί μέσω του αναιρετικού λόγου του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τις εν λόγω προτάσεις (βλ.

και άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). Αναφορικώς με τον προβληθέντα στην έκκλητη δίκη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί του ότι η ερώτηση 12 δεν αφορούσε στις δευτερεύουσες χρηματιστηριακές συναλλαγές (όπως είναι οι πληρωμές πελατών και η αποδοχή εντολών τους) τις οποίες και μόνο διενεργούσε ο Ζ, αλλά τις κύριες, για τις οποίες η σχετική απάντηση ήταν αληθής, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αποφάσεώς του, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε εκ του πράγματος ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, με το να δεχθεί ότι η αναλήθεια της απαντήσεως προέκυψε από την αναφερόμενη πιο πάνω δραστηριότητα του Ζ.

Ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητο κατά το νόμο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο τελευταίος είχε τις απαιτούμενες για τη διενέργεια των κύριων χρηματιστηριακών συναλλαγών ιδιότητες του αντικρυστή ή του χρηματιστηριακού εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ούτε ότι η ερώτηση 12 αφορούσε μόνο στις δευτερεύουσες συναλλαγές.

Επίσης, σε σχέση με την αναλήθεια της απαντήσεως στην ερώτηση 14, δεν ήταν αναγκαίος και διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι και οι άλλου υπάλληλοι, πλην τον Ζ, δεν έλαβαν διακοπές δύο εβδομάδων, ούτε ότι αυτό εγίνετο επειδή η αναιρεσείουσα δε το θεωρούσε απαραίτητο. Ούτε άλλωστε, η έλλειψη ειδικής αναφοράς, περί του ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας γνώριζαν πως ο Ζ δεν ελάμβανε διακοπές δύο εβδομάδων ετησίως, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, αφού η παραδοχή περί της εκ προθέσεως παροχής από αυτούς της αναληθούς απαντήσεως εμπεριέχει αυτονοήτως και το στοιχείο της σχετικής γνώσεως.

Ως προς την παραδοχή ότι την απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωσή της προς πληρωμή του ασφαλίσματος επέφερε και το γεγονός ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αναιρεσείουσας απέκρυψαν την ύπαρξη του υποκαταστήματος της ..., δεν υφίσταται ευθεία παράβαση του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2496/1997, ούτε έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, όπως ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, η αναιρεσείουσα, στη γραπτή ερώτηση για τον τόπο φύλαξης των ασφαλισμένων χρεογράφων ή μετρητών, απάντησε με αρνητικό σύμβολο στον χώρο της δήλωσης υποκαταστημάτων, αποκρύπτοντας έτσι την ύπαρξη του εν λόγω καταστήματος, ως προς την οποία η αρνητική αυτή απάντηση, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αναληθής.

Ούτε, τέλος, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 30-10-1997 γραπτής προτάσεως, αφού, όπως προκύπτει από το αναφερόμενο στην αίτηση αναιρέσεως περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, η αναιρεσείουσα έθεσε: α) στον χώρο δηλώσεως χρεογράφων της ενδείξεως "Κεντρικό Υποκατάστημα" αρνητικό σύμβολο και β) στον ίδιο χώρο της ενδείξεως "Άλλοι τόνοι εγκαταστάσεως" τη διατύπωση "1.500.000.000 δρχ.

σε θυρίδα στη Άλφα Τράπεζα Πίστεως" και στον χώρο δηλώσεως μετρητών της ίδιας ενδείξεως αρνητικό σύμβολο. Εκτιμώντας το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου το Εφετείο έκρινε ότι, με τις ανωτέρω απαντήσεις της, η αναιρεσείουσα απέκρυψε εκ προθέσεως την ύπαρξη του κρίσιμου καταστήματος. Κατ' ακολουθίαν, οι εκ των αριθμών 1, 8, 14, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", για αναίρεση της 4073/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ