Legislator Case Law & Legislation
1961/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, upholding equal 50% fault allocation based on pedestrian crossing rules.

Case Number 1961/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a traffic accident. The court found that both the motorcyclist and the pedestrian were equally at fault, with the pedestrian violating traffic signals and crossing perpendicularly. Consequently, the court affirmed the 50% liability split and dismissed the appeal as inadmissible for lacking legal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court's reasoning on fault allocation is clear, consistent, and based on a valid assessment of evidence, rendering the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
traffic accident liability equal fault allocation pedestrian crossing rules traffic signal violation appeal inadmissibility contributory negligence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 38(4)(b) of the Traffic Regulations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1961 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1961/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Αναγνώστου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαύρο Μαυρουδή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Απριλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17655/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1046/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Ιουνίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 3 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ.. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανέλεγκτα τα εξής: "Στις 9-7-1999 και περί ώρα 02.00 το βράδυ ο ενάγων ... (αναιρεσίβλητος) οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, εκινείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού 25ης Μαρτίου της Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς παραλία.

Η οδός έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωριζόμενη με διπλή διαχωριστική γραμμή, είναι ευθεία σε μήκος άνω των 100 μ. και διασταυρώνεται με την οδό Δελφών στο προς παραλία ρεύμα κυκλοφορίας. Στο σημείο εκείνο η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, ενώ στο ύψος της διασταύρωσης των δύο παραπάνω οδών, υπάρχουν διαβάσεις πεζών.

Την ίδια ώρα ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ... εκινείτο πεζός επί της οδού 25ης Μαρτίου, λίγο πριν από τη διασταύρωση αυτής με την οδό Δελφών, στην αριστερή, σε σχέση με την πορεία κίνησης της μοτοσικλέτας, λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, με κατεύθυνση προς λεωφόρο Κ. Καραμανλή και επιχειρούσε να περάσει απέναντι διασχίζοντας κάθετα το οδόστρωμα και το προς παραλία ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο κινούνταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας, για τον οποίο οι φωτεινοί σηματοδότες έδειχναν πράσινο φως.

Ο παραπάνω (πεζός) είχε διασχίσει το αριστερό ρεύμα του οδοστρώματος και τη διπλή διαχωριστική γραμμή αυτού και συνέχιζε να βαδίζει στο δεξιό ρεύμα στο οποίο κινούνταν ο ενάγων με τη μοτοσικλέτα του, στην πορεία του οποίου παρενεβλήθη παραβιάζοντας την προτεραιότητά του. Αποτέλεσμα της κίνησης αυτής του τελευταίου ήταν να επιπέσει ο οδηγός της μoτοσικλέτας με την εμπρόσθια πλευρά αυτής επί της δεξιάς πλευράς αυτού (πεζού), στη συνέχεια δε να εκτραπεί από την κανονική του πορεία και να ανατραπεί λίγα μέτρα πιο κάτω.

Από τη σύγκρουση τραυματίστηκαν τόσο ο εναγόμενος πεζός, όσο και ο ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος δεν έφερε, όπως ώφειλε (άρθρ. 101 παρ. 2 ΚΟΚ) προστατευτικό κράνος και ο οποίος υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βλάβη η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πιο πάνω παράλειψή του, με συνέπεια να θεμελιώνεται ευθύνη αυτού στον τραυματισμό του, δεκτού καθισταμένου, ως ουσιαστικά βασίμου, του παραδεκτά προβαλλομένου με τις προτάσεις από τον εναγόμενο - εφεσίβλητο ...

σχετικού ισχυρισμού, αμυνομένου κατά της έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος ... (άρθρ. 527 παρ. 1 ΚΠολΔ). Το ένδικο ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των διαδίκων. Όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σ΄ αυτήν σχεδιάγραμμα, στο σημείο όπου αυτό έλαβε χώρα, η οδός 25ης Μαρτίου έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,40 μ., είναι ευθεία σε μήκος άνω των 100 μέτρων, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν νύκτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό, η ορατότητα δεν εμποδίζεται από εμπόδια, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ.

την ώρα, δεν βρέθηκαν όμως ίχνη πεδήσεως, για να εξακριβωθεί η ελαχίστη δυνατή ταχύτητα του οχήματος. Η αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος οδηγού προσδιορίζεται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη, περί την οδήγηση, την προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ώστε να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και ειδικότερα, έχοντας εισέλθει στη διασταύρωση της οδού Μαρτίου με αυτή της Δελφών, καίτοι αντιλήφθηκε, λόγω του υπάρχοντος δημοτικού φωτισμού, από ικανή απόσταση τον πεζό, ...

να διασχίζει κάθετα ο οδόστρωμα της εν λόγω οδού και να εισέρχεται στο δικό του ρεύμα πορείας, δεν μετρίασε την ταχύτητα του οχήματός του ώστε να είναι σε θέση να ακινητοποιήσει αυτό εν ανάγκη, ούτε ενήργησε κάποιο αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, αλλά συνέχισε την αρχική του πορεία με την ίδια ταχύτητα, αρκούμενος στο να προειδοποιήσει ηχητικά τον πεζό, κορνάροντας (όπως προανακριτικά στις 20/2/2000 κατέθεσε εξεταζόμενος ο συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας .... ), με αποτέλεσμα να προσκρούσει πάνω στον τελευταίο και να τον τραυματίσει (άρθρ. 19 παρ. 3 ΚΟΚ).

Κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο ενάγων δεν ήταν εφοδιασμένος με άδεια ικανότητας οδήγησης, η προεκτιθέμενη δε οδική συμπεριφορά του μαρτυρεί ότι αυτός δεν γνώριζε να οδηγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΟΚ και συνεπώς η έλλειψη αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν βλαπτικό αποτέλεσμα. Τα όσα ο παραπάνω οδηγός υποστηρίζει σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και συγκεκριμένα ο ισχυρισμός του ότι ο εναγόμενος πεζός, ενώ του έδωσε την εντύπωση ότι αντιλήφθηκε την κίνηση της μοτοσικλέτας του και ότι θα σταματούσε στη διπλή διαχωριστική γραμμή, εντούτοις εντελώς ξαφνικά πετάχτηκε μπροστά του μέσα στο δικό του ρεύμα πορείας, με αποτέλεσμα αυτός αν και επεχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά με ταυτόχρονη χρήση της πέδης, δεν κατόρθωσε να τον αποφύγει και συνεπώς ουδεμία υπαιτιότητα τον βαρύνει περί την πρόκληση του ατυχήματος στερείται βασιμότητας, αφού ο πιο πάνω συνεπιβάτης ...

εξεταζόμενος ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κατέθεσε επί λέξει ότι "αντιληφθήκαμε τον πεζό στα 10-20 μέτρα, ένα ή δύο βήματα πριν τη διαχωριστική γραμμή, δεν μειώσαμε την ταχύτητα, ίσως δεν το σκέφθηκε ο οδηγός....", ενώ πουθενά δεν κάνει λόγο για αποφευκτικό ελιγμό, στην ενέργεια του οποίου άλλωστε κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνηγορεί.

Εξάλλου η αμέλεια του εναγομένου πεζού, προσδιορίζεται στο ότι αυτός από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε να καταβάλει σαν μέσος συνετός πεζός κάτω από τις ανάλογες συνθήκες δεν προέβλεψε το ζημιογόνο αποτέλεσμα και επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδούς 25ης Μαρτίου από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την ασφαλή κίνηση των οχημάτων στην παραπάνω οδό και μάλιστα καθ΄ ον χρόνο οι φωτεινοί σηματοδότες της διασταύρωσης έδειχναν κόκκινο φως για τους πεζούς που είχαν πρόθεση να διασχίσουν την εν λόγω οδό (άρθρ. 38 παρ. 4 περ.

β του ΚΟΚ), παραβιάζοντας έτσι την προτεραιότητα του ενάγοντος - οδηγού. Με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά η αμέλεια καθενός των διαδίκων κρίνεται ίσης βαρύτητας και για το λόγο αυτό ο βαθμός συνυπαιτιότητας καθενός από αυτούς στην επέλευση του ατυχήματος και του εξαιτίας αυτού τραυματισμού του, πρέπει να προσδιορισθεί σε ποσοστό 50% για τον καθένα, γενομένης δεκτής εν μέρει ως κατ΄ ουσίαν βασίμου της ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος που νόμιμα προέβαλε κατ΄ άρθρο 300 Α.Κ.

ο εναγόμενος πρωτοδίκως και επαναφέρει νομίμως κατά την παρούσα συζήτηση". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, στο κρίσιμο εδώ ζήτημα της υπαιτιότητας των διαδίκων στην επέλευση του ως άνω ατυχήματος και στις απ΄ αυτό συνέπειες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Η αναιρεσιβαλλομένη έχει νόμιμη βάση. Κατέληξε στο άνω πόρισμα που είναι σαφές. Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ο δε αντίθετος μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τις αιτιάσεις του εκείνες με τις οποίες (κατά τα οικεία μέρη), υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.6.2005 αίτηση του ...,για αναίρεση της 1046/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ