Legislator Case Law & Legislation
1960/2018 AI generated

1960/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1960/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1960/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν επαρκώς την ταυτότητα του εγγράφου, ώστε να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώστηκε πράγματι το περιεχόμενο του και ότι ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου, είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα του από το άρθρο 358 ΚΠΔ, η οποία εξαρτάται από την πραγματοποίηση της ανάγνωσης του εγγράφου, και όχι από τον τρόπο καταχώρισης του στα πρακτικά.

Keywords

AI generated
armed narcotics trafficking substance addiction drug screening test trading in influence forfeiture of crime proceeds withdrawal of driving license
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1960 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1960/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. D... C... του A., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Αθανασόπουλο, 2. Α. Κ. του Κ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, ο οποίος δεν εμφανίστηκε και 3. B... ή P... F... ή N... ή Ν... του X... ή H... ή Χ..., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1768/2017, 2433/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 274/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να α) να απορριφθούν ως ανυποστήρικτες οι αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Α. Κ... και B... ή P... F... ή Ν... ή Ν... και β) να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης D... C....

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ` ΚΠΔ, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 ΚΠΔ και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ΚΠΔ, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 514 εδ. α` του ίδιου κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 513 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση προσηκόντως, ήτοι με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί απ`αυτόν, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άνω άρθρα (155-161 ΚΠΔ), και εντός της προθεσμίας που ορίζει το ανωτέρω άρθρο (166 ΚΠΔ), για να παραστεί, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται και καταδικάζεται ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, στα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 683/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από το από 27-2-2018 αποδεικτικό επίδοσης του υπαλλήλου του Κ…Η. Π., προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Κ.ς Α. κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (155 παρ.3 ΚΠΔ) από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με επίδοση σχετικής κλήσης και ανακοίνωση του περιεχομένου της στον ίδιο, προκειμένου να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Αυτός όμως δεν εμφανίστηκε προσηκόντως, δηλαδή μετά ή δια συνηγόρου, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του άνω αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). II. Kατά το άρθρο 514 εδαφ. α' σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 513 ΚΠΔ, αν αυτός που ζητεί την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται, αρκεί να έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διαφορετικά η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 1843/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. πρωτ. 3002/18 έγγραφο του Κ.., δεν επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα B... ή P... ή Π... F... ή N... ή Ν... η κλήση της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να παραστεί στη συζήτηση της από 2-2-2018 αναίρεσής του, λόγω του ότι αυτός δεν επέστρεψε στο κατάστημα κράτησης μετά την άδεια που του είχε χορηγηθεί.

Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσείων δεν κλητεύθηκε και δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου εκθέματος και συζητήθηκε, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης του .

ΙΙΙ. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. 1739/ 15-2-2018, αίτηση-δήλωση της αναιρεσείουσας C... D... προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αρ. 1768/2017, 2433/2017 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Aθηνών, με την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη για τις αξιόποινες πράξεις της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και της απλής συνέργειας σε διακεκριμένη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 8 ετών και χρηματική ποινή 50.000 ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ) .

Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν . IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου, να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.

δ' του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. εκτός αν το έγγραφο αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. (ΑΠ 473/2017 ΑΠ 1/2017) Εξάλλου, στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας ποινικής συζήτησης, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο που αναγνώσθηκε, ούτε να καταχωρίζεται σε αυτά το περιεχόμενό του.

Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν επαρκώς την ταυτότητα του εγγράφου, ώστε να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώστηκε πράγματι το περιεχόμενο του και ότι ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου, είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα του από το άρθρο 358 ΚΠΔ, η οποία εξαρτάται από την πραγματοποίηση της ανάγνωσης του εγγράφου, και όχι από τον τρόπο καταχώρισης του στα πρακτικά.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα (ΑΠ 780/2016, ΑΠ 1306/2016,ΑΠ 473/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης του, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα έγγραφα: 1) απομαγνητοφωνήσεις συνομιλιών, 2) φωτοτυπίες κλινικών ελέγχων, 3) ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτων, 4) βεβαίωση σπουδών, 5) φωτοτυπία διαβατηρίου, 6) φωτοτυπίες αγγελιών, 7) ιατρική βεβαίωση, 8) απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γέννησης, 9) φωτοτυπίες διαβατηρίου, 10) γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας, 11) ιατρικό σημείωμα, 12) ασφαλιστήριο αυτοκινήτου, 13) φωτοτυπία διαβατηρίου, 14) βεβαίωση, 15) αντίγραφο αποδεικτικού παραλαβής, 16) καταστάσεις ταμείων, 17) ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτων, 18) φωτοτυπία διαβατηρίου, 19) υπεύθυνη δήλωση, 20) δύο υπεύθυνες δηλώσεις, 21) δύο φωτοτυπίες άδειας. 22) τρεις καρτέλες φωτοτυπιών ενσήμων, 23) φωτοτυπία καρτέλας ενσήμων και 24) φωτοτυπίες καρτέλες ενσήμων.

Με την αναφορά αυτή στα πρακτικά των εν λόγω εγγράφων, εν όψει του τίτλου αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητα τους και δεν ήταν αναγκαία πρόσθετα στοιχεία προσδιορισμού τους, όπως ποιο αποδεικτικό θέμα αφορούσαν ή ο αριθμός και ούτε ήταν αναγκαία η αναφορά του περιεχομένου τους, αφού, άλλωστε, με την επ' ακροατηρίω πραγματική ανάγνωση του κειμένου τους από τους παράγοντες της δίκης, συνάγεται μετά βεβαιότητος, αφενός ότι αυτά τα έγγραφα και όχι άλλα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αφετέρου δε ότι έγιναν γνωστά κατά το περιεχόμενο τους, τόσο στην παριστάμενη κατηγορουμένη, όσο και το συνήγορο της, οι οποίοι, ένεκα τούτου, είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο τους, γεγονός μάλιστα που δεν εξαρτήθηκε από τον ως άνω τρόπο προσδιορισμό των εγγράφων αυτών στα πρακτικά.

Άλλωστε, όπως προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών ουδεμία σχετική αντίρρηση υποβλήθηκε κατά την ανάγνωση αυτών από την κατηγορουμένη ή το συνήγορο της.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, δεν παραβιάσθηκε το απορρέον από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμα της κατηγορουμένης και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω της στέρησης από την αναιρεσείουσα του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικού δικαιώματός και της παραβίασης των αρχών της δημοσιότητας της διαδικασίας, επειδή το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα, των οποίων η ταυτότητα δεν προσδιορίζεται στα πρακτικά με επάρκεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

V. i) Στο άρθρο 20 του ισχύοντα από 20-3-2013 ν. 4139/2013, το οποίο αναφέρεται στο βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών, ορίζεται, ότι "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, .... 3.

Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης..." Στο άρθρο 22 του ίδιου ως άνω ν. 4139/2013 , που αναφέρεται σε διακεκριμένες περιπτώσεις, και ειδικότερα στην παρ. 2 περ. β' αυτού, ορίζεται, ότι με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από 50.000 ευρώ μέχρι 500.000 ευρώ τιμωρείται όποιος <<ενεργεί κάποια από τις πράξεις των άρθρων 20 και 21 παρ. 1α στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 187 και 187Α του Ποινικού Κώδικα >> ii) Κατά την παρ. 1 του άρθρου 187 του Π Κ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2928/01 και τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 3064/02 και ακολούθως τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο παρ. 1α του ν.3875/2010, '' με κάθειρξη μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) που επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 207.... , όπως επίσης περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών...'' .

Συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Μέλος της οργάνωσης αυτής είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούληση του στην οργάνωση, χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ` ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Δομημένη ομάδα είναι εκείνη που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος αλλά συγκροτείται για να έχει διαρκή δράση, ενώ υποκειμενικώς απαιτείται δόλος κάθε μέλους να θέλει την ένταξη του στην εγκληματική οργάνωση, ήτοι απαιτείται κάθε μέλος να έχει ως σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων από ένα κακουργημάτων, που αναφέρονται στη διάταξη της παρ. 1 (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο ειδικός δε αυτός δόλος νοείται συνολικός (ενιαίος), δηλ.

τα μέλη να έχουν προαποφασίσει ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων και χωρίς να έχουν καταστρωθεί οι λεπτομέρειες κλπ των εγκλημάτων τούτων (ΑΠ 973/2015, ΑΠ 176/2017) .

VI. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.

β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη κατά το άρθρο 83 ΠΚ. Για τη στοιχειοθέτηση επομένως απλής συνέργειας απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεσή της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση και ειδικότερα με τον οικείο δόλο που απαιτείται για τον αυτουργό αυτής.

Έτσι, για να υπάρχει απλή συνέργεια, θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει την ποινικά άδικη πράξη, για την εξ υποκειμένου δε στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας απαιτείται δόλος του συνεργού, συνιστάμενος στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση του εγκλήματος, χωρίς να είναι ανάγκη να γνωρίζει λεπτομέρειες της πράξης και ιδίως πότε, πού και υπό ποίες ειδικές συνθήκες θα τελεσθεί από τον αυτουργό της πράξης (AΠ 7/2017) .

VII. i) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (ΑΠ 8/2017, ΑΠ 226/16).

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα .

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.

Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνον όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές.

Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 473/2017, ΑΠ 384/2017). ii) Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης .

Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟΛΑΠ 2/2011, ΑΠ 75/2016 ) .

VII. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αναφορικά με την αναιρεσείουσα C... D..., κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα εξής: << Στην Αθήνα και στην ευρύτερη περιοχή της Επικράτειας σε μη ακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2012 μέχρι 14-3-2014, οι εκ των εκκαλούντων κατηγορούμενων D...

C..., Γ. Κ., V. T., Α. Κ.ς, E. B., V. R., P. C..., Ι. Χ., εντάχθηκαν ως μέλη σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από περισσότερα των τριών προσώπων (οργάνωση), επιδιώκοντας τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών και που πράγματι διαπράχθηκαν σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα κατωτέρω, την οποία συγκρότησε κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2012 και διεύθυνε ο εξ αυτών, Β.j ή P. F...

ή Ν. ,όλοι δε συμμετείχαν σε αυτήν με σκοπό τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στην νομοθεσία περί ναρκωτικών, και συγκεκριμένα την εισαγωγή από την Αλβανία στην Ελλάδα και σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης μεγάλων ποσοτήτων ακατέργαστης κάνναβης και εισαγωγής από την Τουρκία στην Ελλάδα και Δυτική Ευρώπη μεγάλων ποσοτήτων ηρωίνης με συνακόλουθη επιδίωξη την εκ της διακίνησης αυτής αποκόμιση παράνομου κέρδους.

Ο τελευταίος ούτος κατηγορούμενος ( F... Β.j ) ..., είχε αρχηγικό ρόλο στην οργάνωση με διασυνδέσεις στη χώρα του αναφορικά με την αναζήτηση ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και σκοπό την επί κέρδει εμπορία τους, ...οργάνωνε, χρηματοδοτούσε, κατηύθυνε και γενικώς είχε την όλη διεύθυνση της δραστηριότητας της παράνομης διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών και περαιτέρω επόπτευε τη μεταφορά με χερσαία μεταφορικά μέσα, απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, τις οποίες οι άλλοι κατηγορούμενοι μετέφεραν με οχήματα, στα οποία είχαν διαμορφωθεί ειδικοί χώροι για την απόκρυψη των ναρκωτικών ουσιών και τα οποία είχαν την ιδιαιτερότητα να διαθέτουν ειδικό σύστημα ανίχνευσης (GPS), ώστε αυτός που διηύθυνε την όλη διαδρομή να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή που βρίσκεται κάθε συγκεκριμένο όχημα και έτσι να ελέγχει και να κατευθύνει τους μεταφορείς.

Ο σκοπός ήταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών, ακατέργαστης κάνναβης και ηρωίνης από την Τουρκία με μεταφορικά μέσα που διέθεταν ειδικές κρύπτες. Η διακίνηση με οχήματα των ναρκωτικών ουσιών γινόταν από Αλβανία προς Ελλάδα και χώρες της Δυτικής Ευρώπης, Ρωσία, Γερμανία από συγκεκριμένα περάσματα. Ο Β.j ήταν αρχηγός της οργάνωσης και κανείς δεν ενεργούσε χωρίς τη δική του εντολή.

Αυτός καθοδηγούσε και οργάνωνε τα μέλη μέσω τηλεφωνικών εντολών που έδιδε, ανευρίσκων ο ίδιος τους αγοραστές ναρκωτικών, και αποφάσιζε ποια αυτοκίνητα θα αγοράζονταν και σε ποιους θα πήγαιναν τα αυτοκίνητα και ακόμη σε ποια συνεργεία θα πάνε τα αυτοκίνητα για να γίνουν οι κρύπτες. ....Ο .... P. C..., ασχολείτο κυρίως, με την διακίνηση και την απόκρυψη ναρκωτικών ουσιών, την μέριμνα για την αγορά οχημάτων και την μεταβίβαση αυτών σε μέλη της οργάνωσης, τα οποία μετέφεραν ναρκωτικές ουσίες, την επίβλεψη της διαδικασίας κατασκευής τους και την τοποθέτηση σε αυτά ειδικού συστήματος ανίχνευσης (GPS), ενώ οι λοιποί κατηγορούμενοι είχαν διακριτούς ρόλους, με άλλα μέλη, όπως οι (κατηγορούμενοι) Γ.

Κ., V. R. (επ' αδελφή γαμβρός του Β.j) και Ι. Χ., μαζί με άλλους (Π. Τ. και Z. I.), να δραστηριοποιούνται στη μεταφορά ναρκωτικών ουσιών, εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα, στην εξαγωγή ναρκωτικών ουσιών από την Ελληνική Επικράτεια, στην παραλαβή των ποσοτήτων ηρωίνης και κάνναβης που κατείχε η οργάνωση, καθώς και στην είσπραξη του τιμήματος από τις εκάστοτε πωλήσεις, ο (κατηγορούμενος) T.

V. να πραγματοποιεί αναγνωριστικά ταξίδια σε Χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, προκειμένου να εξακριβώσει ποία μέτρα ασφαλείας σε συγκεκριμένα συνοριακά σημεία ελέγχου τηρούνταν στις ανωτέρω Χώρες, ώστε να αποφευχθεί η σύλληψη τους κατά τη μεταφορά των ναρκωτικών και να αγοράζει και μεταβιβάζει οχήματα για τη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών, η κατηγορούμενη D...

C..., να είναι η διαχειρίστρια του ταμείου της εγκληματικής οργάνωσης, η οποία κυρίως παρελάμβανε από τους αγοραστές το τίμημα πωλήσεως της ηρωίνης και της κάνναβης, που είχε συμφωνηθεί και διαχειριζόταν τα χρηματικά ποσά από τις πωλήσεις, καταβάλλοντος στους λοιπούς κατηγορουμένους διάφορα χρηματικά ποσά για αμοιβές, έξοδα κίνησης και χρηματοδότηση τυχόν άλλων δράσεων που αφορούσαν στη διακίνηση των ναρκωτικών, άλλα μέλη επιμελούντο στην μετασκευή των οχημάτων που επρόκειτο να πραγματοποιήσουν τη μεταφορά και εισαγωγή των ναρκωτικών από την Αλβανία στην Ελλάδα, καθώς και τη μεταφορά και την εξαγωγή των ναρκωτικών ουσιών από την Ελληνική Επικράτεια σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, στα οποία (οχήματα) διαμόρφωναν ειδικούς χώρους για την απόκρυψη των ναρκωτικών, Οι (κατηγορούμενοι) Α.

Κ.ς και E. B. ανελάμβαναν την είσπραξη του τιμήματος από τις εκάστοτε πωλήσεις ναρκωτικών, ενώ περαιτέρω ο κατηγορούμενος, Α. Κ.ς αγόραζε και μεταβίβαζε οχήματα για τη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών.

Επί τη βάσει των ανωτέρω περιστατικών απεδείχθη ότι: α) ήταν δομημένη ομάδα, είχε δηλαδή πραγματοπαγή και όχι προσωποπαγή χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι τα μέλη της μπορούσαν να αντικατασταθούν ή να εναλλαχθούν. Ενόψει αυτού δεν υπήρχε ούτε προσωπική επικοινωνία όλων των μελών της οργάνωσης, ούτε πολύ περισσότερο συμμετοχή όλων στο σχεδιασμό του εγκληματικού εγχειρήματος, αλλά ήταν αρκετό ότι το κάθε μέλος γνώριζε πως συνεισφέρει δια της ασκήσεως των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί στην πραγμάτωση των στόχων της οργανώσεως, β) είχε διάρκεια δράσης, κατά τα προεκτεθέντα γ) την αποτελούσαν τρία τουλάχιστον ή και περισσότερα πρόσωπα, και ειδικότερα τα προαναφερθέντα, και δ) το υποκειμενικό της στοιχείο συνίστατο στην επιδίωξη τελέσεως περισσοτέρων κακουργημάτων προβλεπομένων στην νομοθεσία περί ναρκωτικών. Για τους κατηγορούμενους το έγκλημα αυτό της συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση με αρχηγό έναν εξ αυτών στοιχειοθετείται υποκειμενικά και αντικειμενικά (άρθρο 187 παρ. 1-3 Π.Κ.).

Εξ άλλου, απεδείχθη ότι οι εκ των κατηγορουμένων Γ. Κ., V. T., Α. Κ.ς, E. B., V. R., P. C... και F. B..., στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, από κοινού ενεργώντας, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με ταυτόχρονες και διαδοχικές ή συγκλίνουσες συμπεριφορές, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσαν το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, και ο μεν (κατηγορούμενος) F... B..., ενήργησε ..., οι δε λοιποί κατηγορούμενοι ενήργησαν στο πλαίσιο της εγκληματικής οργάνωσης κατ' αρθρ. 187 ΠΚ. Ακολουθεί αναλυτική περιγραφή των πράξεων της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών με στ. Α, Β , Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ. ...

Aναφορικά με την κατ/νη D... C.......

Εν προκειμένω, εκ του ως άνω αποδεικτικού υλικού απεδείχθη, πέραν των ήδη αναφερθέντων ότι η πρώτη κατηγορουμένη (D... C...) - η οποία, από το έτος 2006 ασκούσε το επάγγελμα της εκδιδόμενης πόρνης και είχε συνάψει ερωτική σχέση με τον Β.j - ήταν ο ταμίας της οργάνωσης, συναντούσε κατά περίσταση τους λοιπούς κατηγορούμενους, ιδίως δε τους Κ.

και τον αδελφό της P. C..., και τους έδινε κλειδιά και χρήματα ώστε να προβούν σε πράξεις διακινήσεως ναρκωτικών και παρελάμβανε από αυτούς χρηματικά ποσά προερχόμενα από την πώληση ναρκωτικών, ενώ αυτή δεν ερχόταν σε επαφή με τα ναρκωτικά. Κρίνεται ότι η ως άνω συμμετοχή της στην διακίνηση των ναρκωτικών υπό της ανωτέρω εγκληματικής οργανώσεως, στην οποία συμμετείχε ως μέλος κατά τα προαναφερθέντα ήταν βοηθητική.

Συγκεκριμένα αυτή συμμετείχε κατά την προπαρασκευή της διακίνησης με την παράδοση κλειδιών αυτοκινήτου και χρημάτων, παρέχουσα στους ως άνω κατηγορουμένους συμβουλές και υποδείξεις περί του τρόπου τελέσεως των επί μέρους πράξεων διακινήσεως και τους ενίσχυε ηθικά προκειμένου να τελέσουν τις συγκεκριμένες αυτές πράξεις, τις οποίες και ετέλεσαν ούτοι κατά τα προεκτεθέντα.

Η ειρημένη, λόγω της θέσεως της στην οργάνωση και της σχέσεως της με τον αρχηγό αυτής, εγνώριζε πολύ καλώς, ότι επρόκειτο να τελεσθούν οι εκάστοτε πράξεις διακίνησης ναρκωτικών, πολλές φορές με λεπτομέρειες, και δια της συνδρομής της επιθυμούσε να συμβάλλει στην πραγμάτωση τους, εφ' όσον αυτός ήταν ο ρόλος της εγκληματική οργάνωση.

Η ανωτέρω δράση της, πέραν των άλλων αποδείξεων και δη μαρτυρικών καταθέσεων αποδεικνύεται από τις απομαγνητοφωνημένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις (υνομιλίες) της με τον B..., οι οποίες αφορούσαν επτά παραλαβές και παραδόσεις χρηματικών ποσών. Αντιθέτως, δεν απεδείχθη ότι η προαναφερθείσα συμμετοχή της εν λόγω κατηγορουμένης στην διακίνηση ναρκωτικών υπήρξε αποτέλεσμα εξαναγκασμού αυτής από τον αρχηγό της οργάνωσης (Β.j) εντεύθεν ο ισχυρισμός της περί μη επιβολής σε αυτήν ποινής κατ' άρθρο 26 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη δράση κατά της διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων ...

τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά ταύτα, η ως άνω κατηγορουμένη - μετ' απόρριψη των περί του αντιθέτου αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών της- πρέπει, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας (εκ της αποδιδομένης πράξεως της διακίνησης ναρκωτικών, διαπραχθέντων υπό των ανωτέρω κατηγορουμένων από κοινού, κατ' εξακολούθηση, με την διακεκριμένη περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 2β του Νόμου 4139/ 20130) να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της απλής συνέργειας στις πράξεις της διακίνησης των ναρκωτικών (με τη μορφή που παραπάνω εκτέθηκε και στους τόπους, χρόνους και περιστάσεις που παραπάνω αναφέρονται), διαπραχθεισών υπό των ανωτέρω κατηγορουμένων από κοινού, κατ' εξακολούθηση, με την διακεκριμένη περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 2β του Νόμου 4139/2013.>> Στη συνέχεια κήρυξε ένοχη την ενλόγω κατηγορουμένη D...

C... : Α) για την πράξη της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση , αποτελούμενη από τους παρακάτω αναφερόμενους, και ειδικότερα του ότι :<<Στην Αθήνα και στην ευρύτερη περιοχή της Επικράτειας, σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2012 μέχρι 14-3-2014, εντάχθηκε ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από περισσότερα των τριών προσώπων (οργάνωση) και συμμετείχε σε αυτήν επιδιώκοντας τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών και που πράγματι διαπράχθηκαν, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα κατωτέρω στην υπ' αριθμ. 2 πράξη, όπως αυτή αναλύεται, την οποία συγκρότησε κατά μήνα Σεπτέμβριο του 2012 και διεύθυνε ο εξ αυτών, Β.j ή P. F...

ή Ν., με ρόλο κυρίως, το συντονισμό της παράνομης διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών, την αναζήτηση αγοραστών στο εξωτερικό και των εν γένει προμηθευτών της οργάνωσης, την επιλογή των κατάλληλων οχημάτων για τη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών, τα οποία, καθ' υπόδειξη του, τροποποιούνταν σε συγκεκριμένα συνεργεία, ώστε να δημιουργούνται ειδικές κρύπτες για την απόκρυψη των ναρκωτικών.

Ο ρόλος του (11ου κατηγορουμένου) P. C... συνίστατο κυρίως, στη διακίνηση και την απόκρυψη ναρκωτικών ουσιών, τη μέριμνα για την αγορά οχημάτων και τη μεταβίβαση αυτών σε μέλη της οργάνωσης, τα οποία μετέφεραν ναρκωτικές ουσίες, την επίβλεψη της διαδικασίας κατασκευής τους και την τοποθέτηση σε αυτά ειδικού συστήματος ανίχνευσης (GPS), ενώ οι λοιποί( κατηγορούμενοι) είχαν διακριτούς ρόλους, με άλλα μέλη, όπως οι (κατηγορούμενοι) Γ.

Κ., R. V., μαζί με άλλους, που δεν είναι εκκαλούντες, (Π. Τ... και Ζ. I.), να δραστηριοποιούνται στη μεταφoρά ναρκωτικών ουσιών, στην εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών στη, Ελλάδα, στην εξαγωγή ναρκωτικών ουσιών από την Ελληνική Επικράτεια, στην παραλαβή των ποσοτήτων ηρωίνης και κάνναβης που κατείχε η οργάνωση, καθώς και στην είσπραξη του τιμήματος από τις εκάστοτε πωλήσεις, ο (κατηγορούμενος) T.

V., να πραγματοποιεί αναγνωριστικά ταξίδια σε Χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, προκειμένου να εξακριβώσει ποια μέτρα ασφαλείας σε συγκεκριμένα συνοριακά σημεία ελέγχου τηρούνταν στις ανωτέρω Χώρες, ώστε να αποφευχθεί η σύλληψη τους κατά τη μεταφορά των ναρκωτικών και να αγοράζει και μεταβιβάζει οχήματα για τη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών, η πρώτη κατηγορούμενη C...

D..., να είναι η διαχειρίστρια του ταμείου της εγκληματικής οργάνωσης, η οποία κυρίως παραλάμβανε από τους αγοραστές το τίμημα πωλήσεως της ηρωίνης και της κάνναβης, που είχε συμφωνηθεί και με την καταβολή του οποίου συντελείτο η εκάστοτε πώληση και διαχειριζόταν τα χρηματικά ποσά από τις πωλήσεις, καταβάλλοντας στους λοιπούς κατηγορουμένους διάφορα χρηματικά ποσά για αμοιβές, έξοδα κίνησης και χρηματοδότηση τυχόν άλλων δράσεων που αφορούσαν στη διακίνηση των ναρκωτικών, άλλα μέλη δραστηριοποιούνταν στην μετασκευή των οχημάτων που επρόκειτο να πραγματοποιήσουν τη μεταφορά και εισαγωγή των ναρκωτικών από την Αλβανία στην Ελλάδα, καθώς και τη μεταφορά και την εξαγωγή των ναρκωτικών ουσιών από την Ελληνική Επικράτεια σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, στα οποία (οχήματα) διαμόρφωναν ειδικούς χώρους για την απόκρυψη των ναρκωτικών, ο (κατηγορούμενος) Α.

Κ.ς και ο (κατηγορούμενος) B. E., αλλά και στην είσπραξη του τιμήματος από τις εκάστοτε πωλήσεις, περαιτέρω ο (κατηγορούμενος) Α. Κ.ς διαχειριζόταν το οπλοστάσιο της ανωτέρω οργάνωσης και αγόραζε και μεταβίβαζε οχήματα για τη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών>> Β) Για την πράξη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, της απλής συνέργειας στις πράξεις, με στ.

Α-Ζ, της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (ν. 4139/13), για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι παρακάτω αναφερόμενοι συγκατηγορούμενοι, και ειδικότερα του ότι: <<Στους παραπάνω τόπους και χρόνους η κατηγορούμενη D... C..., παρέσχε σ' άλλους οποιαδήποτε (απλή) συνδρομή πριν από την τέλεση της άδικης πράξης που αυτοί τέλεσαν.

Ειδικότερα, εγνώριζε ότι οι συγκατηγορούμενοί της Γ. Κ..., V. T., Α. Κ..., E. B., V. R., P. C... και F... B..., είχαν συναποφασίσει την διάπραξη του κακουργήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Με τις ενέργειες της, όπως αυτές αναλύονται και περιγράφονται στην υπό στοιχείο (2) Α-Ζ πράξη η κατηγορουμένη γνώριζε το εγκληματικό σχέδιο των συγκατηγορούμενών της και θέλοντας να συμβάλει με τον τρόπο που προαναφέρθηκε στην πραγμάτωση του, τους βοήθησε να τελέσουν την αξιόποινη πράξη.

Η ως άνω συμμετοχή της στην διακίνηση των ναρκωτικών υπό της ανωτέρω εγκληματικής οργανώσεως, στην οποία συμμετείχε ως μέλος ήταν βοηθητική. Συγκεκριμένα αυτή συμμετείχε κατά την προπαρασκευή της διακίνησης ναρκωτικών με την παράδοση κλειδιών αυτοκινήτου και χρημάτων, παρέχουσα στους ως άνω κατηγορουμένους συμβουλές και υποδείξεις περί του τρόπου τελέσεως των επί μέρους πράξεων διακινήσεως και τους ενίσχυε ηθικά προκειμένου να τελέσουν τις συγκεκριμένες αυτές πράξεις, τις οποίες και ετέλεσαν ούτοι κατά τα προεκτεθέντα.

Η ειρημένη, λόγω της θέσεως της στην οργάνωση και της σχέσεως της με τον αρχηγό αυτής, εγνώριζε πολύ καλώς, ότι επρόκειτο να τελεσθούν οι εκάστοτε πράξεις διακίνησης ναρκωτικών, πολλές φορές με λεπτομέρειες, και δια της συνδρομής της επιθυμούσε να συμβάλλει στην πραγμάτωση τους, εφ' όσον αυτός ήταν ο ρόλος της στην εγκληματική οργάνωση.>> IX.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και της απλής συνέργειας σε διακίνηση ναρκωτικών στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης ,για τα οποία καταδίκασε την αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27, 47 , 94 παρ.1 ,187 παρ.1 του ΠΚ, 20 παρ. 1-3, 22 παρ. 2β ν. 4139/2013, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, αφενός προσδιορίζεται επαρκώς η ένταξή της αναιρεσείουσας ως μέλους σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, αποτελούμενη από περισσότερα από τρία πρόσωπα, που επεδίωκε τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων από τα προβλεπόμενα στη νομοθεσία των ναρκωτικών αφετέρου παρατίθεται ο τρόπος δράσης της και εξειδικεύονται οι πράξεις, με τις οποίες συνέδραμε τους συγκατηγορουμένους της πριν την τέλεση της κύριας πράξης της διακίνησης ναρκωτικών.

Όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα οι δε από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' ΚΠΔ σχετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι Επίσης, οι εμπεριεχόμενες στον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγο αιτιάσεις, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω μη λήψης υπόψη της απολογίας της κατηγορουμένης και των 4 εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέες, η καθόσον:

α) πράγματι στο προοίμιο του σκεπτικού δεν αναφέρεται μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα η απολογία της κατηγορουμένης, πλην όμως αβάσιμα επικαλείται την έλλειψη αυτή η αναιρεσείουσα, διότι από το σύνολο του σκεπτικού προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση, έλαβε υπόψη του την απολογία της κατηγορουμένης και απάντησε στους αρνητικούς ισχυρισμούς που η ίδια πρόβαλε και κατά την απολογία της .

β) οι 4 εκθέσεις, που πράγματι δεν μνημονεύονται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης , δεν αφορούν στην κατ/νη αλλά σε άλλα πρόσωπα και συγκεκριμένα οι από 13-8-2014 και 15-9-2014 ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες αφορούν στον Ι. Χ. και στον F... B..., που ισχυρίσθηκαν ότι είναι τοξικομανείς , η από 4-8-2014 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης στην Α.

Π. και και η από 9-4-2013 έκθεση στον Χ. Κ. , οι εκθέσεις δε αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με την αναιρεσείουσα, ως μη έχουσες καμία έννομη επιρροή ως προς αυτήν, η δε αναιρεσείουσα, με βάση αυτά δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί την ως άνω έλλειψη, την οποία απαραδέκτως προβάλει ,κατά το άρθρο 463 ΚΠΔ.

Συνεπώς, ο παραπάνω από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος είναι απορριπτέος.

X. H, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται παραδεκτά γραπτώς και αναπτύσσονται προφορικώς (ΑΠ 323/2017) και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που τους προβλέπει και του χαρακτηρισμού, με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία (ΑΠ 213/2015, ΑΠ 1317/2012).

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ΑΠ 323/2017). Η απόρριψη ενός, παραδεκτώς προβαλλόμενου, αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως (ΑΠ 1030/2016), διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, από την οποία ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Β' ΚΠΔ (ΑΠ 323/2017, ΑΠ 166/2013). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε κατά τον προεκτεθέντα σαφή και ορισμένο τρόπο.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται , κατά την άνω διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ, μεταξύ άλλων και: i) η υπό στ. β ήτοι <<ότι στην πράξη του ωθήθηκε ο υπαίτιος από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης>> Η ελαφρυντική αυτή περίσταση θεμελιώνεται είτε στην ψυχολογική σχέση του δράστη της αξιόποινης πράξης με τρίτο πρόσωπο (τρεις τελευταίες υποπεριπτώσεις), είτε στην κακοβουλία (ταπεινά αίτια), είτε στην άσχημη οικονομική κατάσταση του υπαιτίου (μεγάλη ένδεια) (ΑΠ 6/2017). ii) η υπό στοιχείο ε', ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.

Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης( ΑΠ 1176/2017, ΑΠ 79/2016).

Προκειμένου για κρατούμενο στις φυλακές, ως καλή συμπεριφορά θεωρείται αυτή, που είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε επελθούσα βελτίωση της συμπεριφοράς του εντός της φυλακής. Ως καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται η παθητικά καλή διαγωγή ή η μη κακή ή μόνον η απουσία παραβατικότητας.

Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού, και απαιτείται οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του. (ΑΠ 193/2015,ΑΠ 1804/2016). Στην προκείμενη περίπτωση η κατηγορούμενη -αναιρεσείουσα πρόβαλε νομότυπα ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί μη επιβολής ποινής, κατά το άρθρο 26 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης και περί αναγνώρισης της συνδρομής στο πρόσωπό της των ελαφρυντικών περιστάσεων 84 παρ 2 β'και ε' ως εξής :

Α) <<Λόγοι μη επιβολής ποινής, κατά το άρθρο 26 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, σε θύματα (όπως εγώ) για την ανάμειξή τους σε παράνομες δραστηριότητες, στο βαθμό που εξαναγκάσθηκαν να δράσουν κατ' αυτόν τον τρόπο ...η εμπλοκή μου στην όλη υπόθεση περιορίζεται στην εκτέλεση από μέρους μου συγκεκριμένων εντολών του συγκατηγορουμένου μου B...

ή P. ...στις εντολές αυτές του B... ή P. δεν τολμούσα όχι μόνον να μην υπακούσω, αλλά και, το κυριότερο, ούτε καν να ζητήσω εξηγήσεις.... ο B... ή P. ήταν ο άνθρωπος που με είχε εξωθήσει στην πορνεία και με εκμεταλλευόταν οικονομικώς. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο είχα παραδώσει κάθε στοιχείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μου, είχα καταστεί απολύτως εξαρτώμενη από εκείνον και πειθήνιο όργανο του.

Με λίγα λόγια είχα καταστεί θύμα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης του και, ουσιαστικώς, εξαναγκάσθηκα να υπακούσω στις εντολές του. ... η ανάμειξη μου στις επίδικες παράνομες δραστηριότητες ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού μου από τον άνθρωπο που με εκπόρνευσε και εκμεταλλευόταν οικονομικώς την εκπόρνευσή μου.>>.

Β) . α) <<Ελαφρυντική περίσταση άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. β' ΠΚ . Η εμπλοκή μου στην όλη υπόθεση στηρίχθηκε στην προσωπική σχέση μου με τον συγκατηγορούμενό μου B... ή P. και περιορίσθηκε στην εκτέλεση από μέρους μου συγκεκριμένων εντολών του ... Οι εντολές του συγκατηγορουμένου μου B... ή P. δεν επιδέχονταν άρνησης ή αμφισβήτησης.

Δεχόμουν τις εντολές του και έκανα ακριβώς αυτό που μου ζητούσε, χωρίς να γνωρίζω πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις. Ο συγκατηγορούμενός μου B... ή P. ήταν ο άνθρωπος που με είχε εξωθήσει στην πορνεία, με είχε κακοποιήσει σωματικά ουκ ολίγες φορές και με εκμεταλλευόταν οικονομικώς. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο είχα παραδώσει κάθε στοιχείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μου, είχα καταστεί απολύτως εξαρτώμενη από εκείνον και πειθήνιο όργανο του.

Με λίγα λόγια είχα καταστεί θύμα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης του και, ουσιαστικώς, εξαναγκάσθηκα να υπακούσω στις εντολές του. Χαρακτηριστικό στοιχείο της εξάρτησης μου από τον B... ή P. ήταν το γεγονός ότι, παρά τον εγκλεισμό του στη φυλακή, εξακολουθούσα να αποδίδω σε εκείνον τα εξοικονομούμενα χρήματα από την εκπόρνευσή μου.

Έφτασα στο σημείο, να μην αναγνωρίζω τη βλάβη, που είχα υποστεί εξαιτίας των ενεργειών του σε βάρος μου και να αισθάνομαι ερωτική έλξη προς το πρόσωπο του. Συμπεριφορά, που, εξηγείται ψυχολογικά, μόνον ως μηχανισμός άμυνας των θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης απέναντι στον θύτη τους και οδηγεί στην ανάπτυξη ισχυρών συναισθηματικών δεσμών.>> β) << Ελαφρυντική περίσταση άρθρου 84 παρ. 2 στοιx.

ε' Π Κ. Συνελήφθην και παραμένω έγκλειστη από την 14.03.2014. Κατά τη διάρκεια της κρατήσεως μου έχω πραγματοποιήσει 781,5 ημέρες εργασίας ευεργετικού υπολογισμού, εργαζόμενη με συνέπεια, ως συντηρητής κτιρίου και ως καθαρίστρια. Επιπλέον, φοιτώ στο σχολείο δεύτερης ευκαιρίας ... και παρακολούθησα μαθήματα πληροφορικής χρηματοδοτούμενα από το Ίδρυμα Λάτση.

Συμμετείχα δε σε σεμινάρια "εκμάθησης παρασκευής καφέ σε επίπεδο Barista" και "χρήσης ΤΠΕ και Νέων Τεχνολογιών". Γενικότερα, συνεργάστηκα άψογα με το σωφρονιστικό προσωπικό του καταστήματος κράτησης, τους εκπαιδευτές μου, οι οποίοι βεβαιώνουν την ικανοποίηση τους από τη συμπεριφορά μου, την πρόοδο μου και τις δεξιότητες που απέκτησα....

όλα τα ανωτέρω δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν υπό συνθήκες κράτησης. Απαιτούν προσήλωση στους στόχους, υπομονή και επιμονή Απαιτούν δίψα για μάθηση και υποκινούνται από την εσωτερική, ψυχική ανάγκη εγκατάλειψης του παραβατικού παρελθόντος και οικοδόμησης ενός στέρεου υπόβαθρου για επανένταξη στην κοινωνία ως υγιές μέλος της.

Η δυσκολία επίτευξης όλων των ανωτέρω επιτείνεται αν αναλογισθεί κανείς ότι κατά τη διάρκεια της κράτησης μου υπέστην εγκεφαλικό επεισόδιο. Έκτοτε η κατάσταση της υγείας μου, υπό συνθήκες κράτησης, βαίνει διαρκώς επιδεινούμενη.... Στην προκειμένη περίπτωση η καλή μεταγενέστερη συμπεριφορά μου υπό συνθήκες κράτησης, είναι, πράγματι, διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς ενός κρατουμένου, δεν περιορίζεται σε μία παθητικά καλή διαγωγή αλλά περιλαμβάνει και θετική δραστηριότητα η οποία μαρτυρεί σημαντική βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα μου. >> Το Δικαστήριο απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς με τις ακόλουθες αιτιολογίες:

Α) ως προς τον πρώτο ισχυρισμό <<...Αντιθέτως, δεν απεδείχθη ότι η προαναφερθείσα συμμετοχή της εν λόγω κατηγορουμένης στη διακίνηση ναρκωτικών υπήρξε αποτέλεσμα εξαναγκασμού αυτής από τον αρχηγό της οργάνωσης (B...) εντεύθεν ο ισχυρισμός της περί μη επιβολής σε αυτήν ποινής κατ' άρθρο 26 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη δράση κατά της διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων (το οποίο ορίζει ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα προβλέψει τη δυνατότητα μη επιβολής ποινών σε θύματα για την ανάμειξη τους σε παράνομες δραστηριότητες, στο βαθμό που εξαναγκάστηκαν να δράσουν κατ' αυτόν τον τρόπο) τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος....>> Β) Ως προς τις ελαφρυντικές περιστάσεις: i) για την υπό στ.

Β' <<...Πλην, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε η βασιμότης των ως άνω προβληθέντων ισχυρισμών, δοθέντος δε, επί πλέον, ότι η κατηγορουμένη ευρίσκετο σε καθεστώς ελευθερίας, ενώ ο συγκατηγορούμενος της B... ευρίσκετο επί μεγάλο χρονικό διάστημα έγκλειστος στις φυλακές, όπου και παραμένει ...>> και ii) για την υπό στ.

ε (κατά πλειοψηφία) <<...Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός της κατηγορουμένης, με τον οποίο επικαλείται απλώς καλή και συνήθη συμπεριφορά και δη εργασία και ομαλή διαβίωση εντός των φυλακών χωρίς παραβατικότητα, με την έναρξη παρακολούθησης μαθημάτων, δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τα άνω προϋποθέσεις για τη συγκρότηση και θεμελίωση του, αφού δεν γίνεται επίκληση στοιχείων, που να καταδεικνύουν τη συνδρομή στο πρόσωπο της, ως κρατούμενης, εξαιρετικά θετικής και διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς, συνδεόμενης και με σημαντική βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα της, περιστατικά που δεν μπορούν να αντληθούν μόνο από την έναρξη παρακολούθησης μαθημάτων.

Πολύ περισσότερο μάλιστα που το χρονικό διάστημα, το οποίο έχει παρέλθει από το χρόνο τελέσεως της -με ιδιαίτερη κοινωνική, ηθική και ποινική απαξία- πράξεως της, ήτοι 3,5 περίπου έτη, ασφαλώς και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς κρατήσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί με ασφάλεια ότι υπάρχει εξαιρετική βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα της, ενόψει μάλιστα και του ότι τα άνω επικαλούμενα από αυτήν περιστατικά εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκεια εκδίκασης της υποθέσεως της σε πρώτο και ακολούθως στον παρόντα δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας>>.

Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των άνω αυτοτελών ισχυρισμών και επομένως είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης και ως εκ τούτου απορριπτέος Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2-2-2018 αίτησης του B... ή P... ή Π... F... ή N... ή Ν... του Χ... ή H... ή Χ... για αναίρεση της υπ' αρ. 1768/2017, 2433/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Aθηνών.

Απορρίπτει τις υπ' αρ. πρωτ. 1739/2018 και 1684/2018, αιτήσεις - δηλώσεις προς την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, των αναιρεσειόντων D... C... Α. και Α. Κ. του Κ. αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αρ. 1768/2017, 2433/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Aθηνών.

Καταδικάζει τους αμέσως ανωτέρω αναιρεσείοντες (D.C... και Α. Κ.) στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ