1960/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/9/2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/ΤΜ/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2225/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated1960/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τ. του Β., κάτοικο .... Στον ανωτέρω πλειστηριασμό το ανακόπτον είχε εμπρόθεσμως και νομίμως αναγγελθεί προκειμένου να καταταγεί προνομιακά και οριστικά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 §1 ΚΕΔΕ και 975 ΚΠολΔ δια της 6508/30.3.2007 αναγγελίας του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. Βέροιας, που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, για ληξιπρόθεσμες οφειλές του οφειλέτη Β.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1960 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1960/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην … και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/9/2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/ΤΜ/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2225/2012 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/7/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 13/1/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 2225/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../9.9.2016 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βέροιας Μ. Α., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που επισπεύδει τη συζήτηση.
Όμως, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 2225/2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε την από 11.12.2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 118/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, το οποίο είχε απορρίψει την από 17.9.2007 ανακοπή του κατά του προσβληθέντος με αυτή πίνακα κατάταξης δανειστών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 522, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάση του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005. 7/2006).
Περαιτέρω, από τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 421 Α Κ., κατά τον οποίο, "αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει τον δανειστή, αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο", συνάγεται ότι. αν ο οφειλέτης, προς τον σκοπό εκπληρώσεως της υποχρεώσεως του από κάποια σύμβαση αποδεχθεί συναλλαγματική ή εκδώσει τραπεζική επιταγή και παραδώσει τα αξιόγραφα αυτά στον δανειστή, εφόσον δεν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως του, πάρα μόνον, όταν ο δανειστής με την εκπλήρωση από τον οφειλέτη της νέας υποχρεώσεως, ικανοποιηθεί για την αρχική.
Στην περίπτωση αυτή, εφόσον διασώζεται η εκ της αρχικής ενοχής υποχρέωση του οφειλέτη, ο δανειστής έχει παραλλήλως δύο απαιτήσεις, μία από την παλαιά και μία από τη νέα εποχή (ΑΠ 341 /2010, ΑΠ 674/2014). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 975 αριθμ.4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 17 του Ν. 2208/1995, στην τέταρτη τάξη των γενικών προνομίων κατατάσσονται, κατά τη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος, οι απαιτήσεις αγροτών ή αγροτικών συνεταιρισμών από την πώληση αγροτικών προϊόντων, αν προέκυψαν κατά τους τελευταίους είκοσι τέσσερεις (24) μήνες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού ή της κήρυξης της πτώχευσης, δηλαδή αρκεί να γεννήθηκαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, έστω και αν κατέστησαν αργότερα ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, όπως συμβαίνει, όταν το τίμημα πιστώθηκε, ενώ αντίθετα δεν καλύπτονται απαιτήσεις που βεβαιώθηκαν δικαστικά μέσα στο ως άνω διάστημα, έχοντας όμως γεννηθεί σε προηγούμενο χρόνο.
Η ημέρα έτσι του πλειστηριασμού ορίζεται, τόσο με την παραπάνω διάταξη, όσο και με τις περισσότερες από τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 975 ΚΠολΔ, ως το σταθερό χρονικό σημείο για τον αναδρομικό προσδιορισμό του διαστήματος, στο οποίο εμπίπτουν κάθε φορά οι καλυπτόμενες από το αντίστοιχο προνόμιο απαιτήσεις.
Ωστόσο στον νόμο δεν διευκρινίζεται, αν για τον αναδρομικό αυτό προσδιορισμό αποτελεί βάση η ημέρα του πλειστηριασμού που αρχικά ορίστηκε ή η ημέρα που ο πλειστηριασμός πράγματι διενεργήθηκε, αφού είναι ενδεχόμενο ο πλειστηριασμός να ματαιωθεί ή να αναβληθεί κατά την αρχική ημέρα διεξαγωγής του. Με αφετηρία τον κεντρικό σκοπό του νόμου, που είναι να ικανοποιούνται προνομιακά απαιτήσεις αυξημένης κοινοτικής σημασίας και από αυτές οι χρονικά εγγύτερες προς τον πλειστηριασμό, ως την ημέρα του πλειστηριασμού, για τον αναδρομικό προσδιορισμό του κρισίμου, κάθε φορά, χρονικού διαστήματος, νοείται η ημέρα που αυτός τελικώς διενεργήθηκε και όχι η ημέρα που αρχικά ορίστηκε για την διεξαγωγή του, εκτός εάν ρητά ορίζεται η ημέρα αυτή.
Τούτο ισχύει κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αρ.3 ΚΠολΔ, όπως η διάταξη αυτή έμμεσα τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, διευρύνθηκε με το άρθρο 6 παρ. 16 του Ν. 2497/1997 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 του Ν. 3994/2011, για μέρος, των απαιτήσεων της τρίτης τάξης των γενικών προνομίων. Ανάλογη εφαρμογή της ως άνω διάταξης στις λοιπές περιπτώσεις τα)ν γενικών προνομίων του ΚΠολΔ δεν είναι δυνατή, αφού πρόκειται για ανόμοιες περιπτώσεις, ενώ και το σύνολο των ρυθμίσεων των γενικών προνομίων αποτελεί εξαιρετικό δίκαιο, που κατ’ αρχήν πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
Μάλιστα, ρητή αναφορά στην ημέρα διεξαγωγής και όχι σ’ αυτή του αρχικού προσδιορισμού του πλειστηριασμού, γίνεται με την ερμηνευτική διάταξη που προστέθηκε με το άρθρο 13 το ο Ν. 3483/2006, ως τρίτο εδάφιο στην παρ.1 του αρθρ. 61 του ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974), σύμφωνα με την οποία ως ημέρα του πλειστηριασμού για την κατάταξη όλων των μέχρι την ημέρα αυτή ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του Δημοσίου στην πέμπτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, θεωρείται η ημέρα, κατά την οποία διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίστηκε αρχικά.
Βέβαια, με κρίσιμο χρόνο, για την προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων, την ημέρα διεξαγωγής τελικά του πλειστηριασμού, ενδέχεται να επιδιωχθεί σκόπιμα η ματαίωση ή η αναβολή του αρχικού πλειστηριασμού, προκειμένου όλοι ή ορισμένοι από τους δανειστές με προνομιακές απαιτήσεις να απωλέσουν το αντίστοιχο προνόμιο των απαιτήσεων τους.
Ο κίνδυνος όμως αυτός αντισταθμίζεται από τον αντίθετο κίνδυνο να αποκλεισθούν από την προνομιακή κατάταξη των απαιτήσεων τους, όσοι κατέστησαν δανειστές κατά το διάστημα μεταξύ της αρχικής και της ημέρας διεξαγωγής του πλειστηριασμού, εάν γίνει δεκτή η άποψη ότι ως ημέρα του πλειστηριασμού ισχύει στην τέταρτη τάξη και στις λοιπές όμοια μ’ αυτή ρυθμιζόμενες τάξεις των γενικών προνομίων του ΚΠολΔ, η ημέρα του αρχικού προσδιορισμού του πλειστηριασμού.
Έτσι, όμως. θα έχουν αποκλεισθεί, χωρίς ουσιαστική δικαιολογία, από την προνομιακή κατάταξη δανειστές, οι οποίοι αγνοώντας το προνόμιο προηγούμενων δανειστών, (αφού τα γενικά προνόμια είναι αφανή), συνεμβλήθηκαν με τον οφειλέτη, υπολογίζοντας στην προνομιακή κατάταξη των δικών τους απαιτήσεων. Ούτε βέβαια μπορεί να υποστηριχθεί ότι θα ικανοποιηθούν προνομιακά όλοι οι δανειστές του καθού η εκτέλεση με αφετηρία την αρχικά ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού και μέχρι τη διεξαγωγή του, αφού μια τέτοια άποψη, η οποία χωρίς νόμιμο λόγο, διευρύνει υπέρμετρα το εύρος των γενικών προνομίων, μπορεί ίσως να υποστηριχθεί μόνο για τα προνόμια της τρίτης τάξης, για τα οποία όμως ρητά ορίζεται ως κρίσιμη η ημέρα του πρώτου πλειστηριασμού, θέμα δε προνομίων εμφανίζεται κατά το χρόνο της διανομής του πλειστηριάσματος, ενώ μέχρι τότε το προνόμιο αδρανεί και η απαίτηση, ιδιότητα της οποίας τούτο αποτελεί, απλή προσδοκία ικανοποιήσεως της έχει.
Πράγματι, η ενοικούσα στην απαίτηση ιδιότητα του προνομίου δεν δημιουργεί έννομη συνέπεια, παρά μόνο κατά τη σύγκρουση της με άλλες απαιτήσεις, δηλαδή κατά το χρόνο της κατατάξεως, προς τον οποίο πλησιάζει ο χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού, Άλλωστε και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς ότι ο νομοθέτης απέβλεψε στο χρόνο της διενέργειας του πλειστηριασμού, του οποίου διανέμεται το πλειστηρίασμα.
με αφετηρία όμως τη σκέψη ότι "αν ελαμβάνετο η ημέρα της κατασχέσεως δεν θα υπήρχε σταθερόν σημείον ως εκ του συνήθως μεσολαβούντος ικανού χρονικού διαστήματος, από της κατασχέσεως και μέχρι του πλειστηριασμού" (Ολ.ΑΠ 12/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιον του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Με επίσπευση του καθ’ ου η εκτέλεση Αγροτικού Συνεταιρισμού Νάουσας εκπλειστηριάσθηκε, σε εκτέλεση της .../2006 Διαταγής Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και για το ποσό των 10.000 ευρώ, ακίνητη περιουσία του οφειλέτη Β.
Τ. του Α., κατοίκου ... και συγκεκριμένα το υπ’ αρ. 1 διαμέρισμα του 5ου υπέρ του ισογείου ορόφου, που βρίσκεται στη Βέροια, επί της συμβολής των οδών ... με καθαρό εμβαδό 150,65 τ.μ., μεικτή επιφάνεια 168,27 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής 66,25% . Από τον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε στις 28.3.2007 επιτεύχθηκε πλειστηρίασμα ύψους 175.000 ευρώ και το παραπάνω ακίνητο κατακυρώθηκε στην Φ.
Τ. του Β., κάτοικο .... Στον ανωτέρω πλειστηριασμό το ανακόπτον είχε εμπρόθεσμως και νομίμως αναγγελθεί προκειμένου να καταταγεί προνομιακά και οριστικά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 §1 ΚΕΔΕ και 975 ΚΠολΔ δια της 6508/30.3.2007 αναγγελίας του Προϊστάμενου της Δ.Ο.Υ. Βέροιας, που επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, για ληξιπρόθεσμες οφειλές του οφειλέτη Β.
Τ. συνολικού ποσού 175.746,85 ευρώ, από τις οποίες ποσό 126.972,56 ευρώ αφορούσαν κεφάλαιο και 48.774,29 ευρώ προσαυξήσεις, όπως οι εν λόγω απαιτήσεις αναφέρονται αναλυτικά στον σχετικό πίνακα χρεών, που περιλήφθηκε στην αναγγελία και στην ανακοπή. Επίσης αναγγέλθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την από 4.4.2007 αναγγελία και ο επισπεύδων την εκτέλεση και ήδη καθ’ ου Αγροτικός Συνεταιρισμός Νάουσας και ζήτησε την προνομιακή του κατάταξη κατά τη διάταξη του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ για το ποσό των 211.450,00 ευρώ, που του επιδικάσθηκε με την .../2006 διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρίας "...
Ο.Ε.", της οποίας ομόρρυθμο μέλος ήταν ο καθ’ ου η εκτέλεση, κατέθεσε δε και τα αποδεικνύοντα την απαίτησή του έγγραφα. Με τον προσβαλλόμενο 321/2007 πίνακα κατάταξης, που συντάχθηκε από την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και κοινοποιήθηκε στο ανακόπτον στις 4.6.2007, μετά την προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης συνολικού ποσού 5.190,95 ευρώ και πριν την διαίρεση του πλειστηριάσματος κατατάχθηκαν προνομιακά και τυχαία, σύμφωνα με το άρθρο 975 ΚΠολΔ οι υπαγόμενοι στην τρίτη τάξη αναγγελθέντες-εργαζόμενοι, καθώς και ο δικηγόρος Κ.
Γ., για τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Ακολούθως-και για το λόγο ότι δεν επαρκούσε το υπόλοιπο πλειστηρίασμα για την ικανοποίηση "των .λοιπών αναγγελθέντων δανειστών κατετάγησαν στο 1/3 αυτού και για ποσό 33.353,01 ευρώ οριστικά και τελεσίδικα ο καθ’ ου η ανακοπή Αγροτικός Συνεταιρισμός Νάουσας, ως έχον προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ για μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας ως άνω απαίτησης του και στα 2/3 αυτοί;
και για ποσό 66.706,04 ευρώ η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" προνομιακά και τυχαία ως προσημειούχος δανείστρια. Το ανακόπτον με το μοναδικό λόγο της ανακοπής του ισχυρίζεται ότι οι απαιτήσεις του καθ’ ου Αγροτικού Συνεταιρισμού Νάουσας, για τις οποίες αναγγέλθηκε και κατατάχθηκε στη συνέχεια προνομιακά, προέκυψαν κατά το χρονικό διάστημα από 10.8.2004 έως 4.1.2005, δηλαδή σε χρονικό διάστημα πέραν των 24 μηνών από την ημέρα του πλειστηριασμού και ως εκ τούτου δεν απολαμβάνουν του ανωτέρω προνομίου, αφού ο πλειστηριασμός, συνεπεία του οποίου συντάχθηκε ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, έλαβε χώρα στις 28.3.2007.
Όπως όμως προκύπτει από την ...1.10.2006 κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Α. Κ., κατοίκου ..., η αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία πλειστηριασμού ήταν η 10.1.2007. Περαιτέρω και σχετικά με την καταταγείσα ως άνω απαίτηση αποδείχθηκε ότι ο καθ’ ου η ανακοπή Αγροτικός Συνεταιρισμός κατά το χρονικό διάστημα από 10-8-2004 μέχρι 4-1-2005 πώλησε και παρέδωσε με διαδοχικές συμβάσεις στην αγοράστρια ομόρρυθμη εταιρία "...
Ο.Ε.", ποσότητες αγροτικών προϊόντων (ροδάκινων, νεκταρινών, δαμάσκηνων και μήλων), αντί συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος 192.253,35 ευρώ, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα δελτία αποστολής - τιμολόγια. Το εν λόγω τίμημα πιστώθηκε και συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί μετά το τέλος της συνεργασίας τους σε δύο ισόποσες ετήσιες δόσεις.
Έτσι στη συνέχεια και μετά τη λήξη της συνεργασίας τους με την τελευταία πώληση (4.1.2005) μεταξύ της αγοράστριας ομόρρυθμης εταιρίας "... και Σία Ο.Ε." (νόμιμα εκπροσωπούμενης από το ομόρρυθμο μέλος της και εκπρόσωπό της Β. Τ.) και του καθ’ ου η ανακοπή συντάχθηκε το από 10.1.2005 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αφενός μεν καταρτίστηκε συμφωνία άφεσης χρέους (άρθρο 454 ΑΚ) για το ποσό των 253,35 ευρώ, αφετέρου δε συγκεκριμενοποιήθηκε ο χρόνος καταβολής του πιστωθέντος υπολοίπου τιμήματος των 192.000 ευρώ και συμφωνήθηκε να καταβληθεί αυτό σε δύο ισόποσες ετήσιες δόσεις των 96.000 ευρώ εκάστη την 30.3.2005 και την 28.2.2006.
Για την ανωτέρω οφειλή της η αγοράστρια, χάριν καταβολής και προς εξασφάλιση της πληρωμής του εν λόγω χρέους της, αποδέχθηκε δύο συναλλαγματικές ποσού 96.000 ευρώ εκάστη, λήξεως κατά τις παραπάνω ημεροχρονολογίες (30.3.2005 και την 23.2.2006), τις οποίες εξέδωσε ο πωλητής Αγροτικός Συνεταιρισμός Νάουσας, με τη ρητή συμφωνία ότι τα τιμολόγια θα θεωρηθεί ό,τι εξοφλήθηκαν όταν εξοφληθούν οι συνάλλαγματικές και ότι πριν την παρέλευση των ως άνω χρόνων πληρωμής ο πωλητής δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει την είσπραξη της απαίτησής του από τα εκδοθέντα τιμολόγια πώλησης.
Όλα τα προαναφερθέντα περιλήφθηκαν στο ως άνω έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές των νομίμων εκπροσώπων πωλητή και αγοράστριας εταιρίας. Ακολούθως και για το λόγο ότι η αγοράστρια εταιρία δεν εξόφλησε τις συναλλαγματικές στην λήξη τους εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../4006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας με την οποία υποχρεώθηκε η άνω ομόρρυθμη εταιρία να καταβάλλει στον πωλητή Συνεταιρισμό το ποσό των 192.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την λήξη κάθε συναλλαγματικής, με βάση δε την εν λόγω διαταγή πληρωμής επισπεύσθηκε από τον ήδη καθ’ ου η ανακοπή ο πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας του ομορρύθμου μέλους της εν λόγω εταιρίας Β.
Τ. και αναγγέλθηκε η απαίτηση του με την προαναφερθείσα αναγγελία του στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, με αναφορά, μεταξύ άλλων, και στο από 10.1.2005 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό και κατάθεση των σχετικών εγγράφων, που αποδείκνυαν την εν λόγω απαίτηση του, τα οποία προσκομίζονται και στο παρόν Δικαστήριο.
Από τα προαποδειχθέντα προκύπτει ότι το τίμημα των πωληθέντων εμπορευμάτων πιστώθηκε και μεταγενέστερα συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δύο δόσεις των 96.000 ευρώ εκάστη την 30.3.2005 και την 28.2.2006 και έκτοτε αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, η δε αποδοχή των δύο συναλλαγματικών από την πωλήτρια, με ίδιο χρόνο λήξης με αυτό της καταβολής των δόσεων του τιμήματος, έγινε προς εξασφάλιση της καταβολής του τιμήματος και έτσι συνομολογήθηκε την 10.1.2005 παράλληλη ενοχή από τις εν λόγω συναλλαγματικές, για τις οποίες εκδόθηκε η προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής.
Συνεπώς αποδεικνύεται ότι η απαίτηση του καθ’ ου η ανακοπή από το οφειλόμενο πιστωθέν τίμημα αγροτικών προϊόντων γεννήθηκε.....κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο καταβολής του, ήτοι την 30.3.2005 και την 28.2.2006, κατά δε τους ίδιους αυτούς χρόνους έληγαν και οι χάριν καταβολής του τιμήματος συναλλαγματικές αποδοχής της αγοράστριας, δηλαδή σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών πριν από την ημέρα του αρχικού πλειστηριασμού (10.1.2007) και είναι κατά συνέπεια προνομιακές, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ. Έτσι σύννομα η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος στον προσβαλλόμενο πίνακα κατέταξε τον καθ’ ου η ανακοπή Αγροτικό Συνεταιρισμό Νάουσας, προνομιακά και οριστικά, στο 1/3 του πλειστηριάσματος για το ποσό 33.353,01 ως έχοντα προνόμιο του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ για μερική ικανοποίηση της αναγγελθείσας ως άνω απαίτησή του από το πιστωθέν τίμημα των πωληθέν αγροτικών προϊόντων.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έστω με ελλιπείς αιτιολογίες, απέρριψε την ανακοπή, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του ελέγχονται ως αβάσιμα. Επομένως, συμπληρουμένων των αιτιολογιών της εκκαλουμένης, πρέπει η έφεση να απορριφθεί στην ουσία της".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, δηλαδή ότι οι επίμαχες απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου απολάμβαναν του γενικού προνομίου του άρθρου 975 αρ. 4 ΚΠολΔ, παραβίασε , με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 421 και 513 Α Κ. Τούτο, διότι οι επίδικες απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου, την προνομιακή ικανοποίηση των οποίων αυτός επιδίωξε με την αναγγελία τους στον επίμαχο πλειστηριασμός αφορούσαν μεν τίμημα πωλήσεως αγροτικών προϊόντων, είχαν όμως προκύψει (γεννηθεί) στο διάστημα από 10-08-2004 έως 04-01-2005, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο του διαστήματος των 24 μηνών πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού στις 28-03-2007, ανεξάρτητα από το ότι κατέστησαν αργότερα ληξιπρόθεσμες, και απαιτητές, λόγω πιστώσεως του τιμήματος, οπότε όμως με αφετηρία την ημέρα αυτή του πλειστηριασμού, που είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η 28-03-2007, οι απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου δεν εμπίπτουν στην αμέσως προηγούμενη διετία, δηλαδή στο διάστημα από 28-03-2005 έως 28-03-2007, ώστε να καλύπτονται από το ως άνω προνόμιο και να προηγούνται στη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ανήκουν στην αμέσως επόμενη τάξη των γενικών προνομίων του ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα τούτον, οι ως άνω απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου δεν μπορούσαν να καταταγούν στην τέταρτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο αναίρεσης της υπό κρίση αίτησής του, μεν τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ’ όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έσοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189, 191 §2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2225/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ