1960/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1960/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η ενάγουσα, με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή και εμπορία στρωμάτων, αποφάσισε το έτος 1990 να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο λαναριστικό μηχάνημα τύπου FOR, φάρδους 2.200. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, ο εναγόμενος, ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας "...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1960 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1960/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αλιβιζάτο.
Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...ΟΕ" που εδρεύει στην ... που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χατζημιχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9812/1996 προδικαστική, 2269/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5136/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις α)από 11-2-2008 μαζί με τους από 10-4-2008 πρόσθετους λόγους, καθώς και β) την από 7-3-2008 αιτήσεις τους, Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα, ανέγνωσε τις από 15-4-2009 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης , οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η από 11-2-2008 αίτηση του Χ και η από 7-3-2008 αίτηση της ομμόρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "... ΟΕ" για αναίρεση της 5136/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους (άρθρο 246 σε συνδ. προς το άρθρο 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Α. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ Επειδή, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 149 εδ α και β του ΑΚ εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα είτε να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας. Από την προαναφερθείσα διάταξη η απάτη αντιμετωπίζεται υπό δύο έννοιες, ήτοι α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απατηθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δηλώσεώς του και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απατήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημιώσεως κατά το άρθρο 914 ΑΚ.
Και στις δύο περιπτώσεις απάτη είναι η δόλια χρήση μέσων ή τεχνασμάτων που κατατείνει στην πρόκληση ή διατήρηση πεπλανημένης αντιλήψεως. Η πεπλανημένη αυτή αντίληψη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 147 εδ β ΑΚ και 386 παρ.1 ΠΚ, είναι δυνατό να αφορά και τρίτο, που κατά καθήκον και αρμοδιότητα εμπλέκεται στην κατάρτιση της απατηλής δικαιοπραξίας, όταν με την παράσταση ψευδών γεγονότων ή την απόκρυψη αληθινών, παρέχει την αναγκαία κατά νόμον συνδρομή του για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, την οποία (συνδρομή), χωρίς την παραπλανητική συμπεριφορά, δεν θα παρείχε.
Και ως λόγος μεν η απάτη, που καθιστά ελαττωματική τη βούληση, αποκτά σημασία μόνο στο πλαίσιο της δικαιοπραξίας, αφού αποτελεί αρνητική προϋπόθεση του κύρους της και θεμελιώνει, ανάλογα προς το αν ο απατηθείς επιδιώκει την ακύρωση της δικαιοπραξίας ή την αποδέχεται παρά το ελάττωμά της, παράλληλες αξιώσεις, αντίστοιχα, από αδικοπραξία για αρνητικό διαφέρον στην πρώτη που μπορεί να περιλαμβάνει και περαιτέρω θετική ζημία σαν αποτέλεσμα της καταρτίσεως της απατηλής δικαιοπραξίας και για θετικό διαφέρον στη δεύτερη.
Ως αδικοπρακτική συμπεριφορά ιδρύει αυτοτελή και πρωτογενή υποχρέωση αποζημιώσεως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, ήτοι ζημία και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει, όταν η ανωτέρω συμπεριφορά, κατά την κοινή πείρα και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, κατατείνει αντικειμενικά στην παραγωγή της ζημίας.
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η ενάγουσα, με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή και εμπορία στρωμάτων, αποφάσισε το έτος 1990 να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο λαναριστικό μηχάνημα τύπου FOR, φάρδους 2.200. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, ο εναγόμενος, ο οποίος είναι νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας "...
ΕΕ" με αντικείμενο δραστηριότητας την αντιπροσώπευση και τεχνική υποστήριξη κλωστοϋφαντουργικών μηχανημάτων από κατασκευαστικούς οίκους του εξωτερικού, πληροφορηθείς το ενδιαφέρον της ενάγουσας για την αγορά λαναριστικού μηχανήματος, επικοινώνησε αμέσως τηλεφωνικά με τον εκπρόσωπό της, Ζ, στον οποίο πρότεινε την αγορά άλλου λαναριστικού μηχανήματος, πιο σύγχρονης κατασκευής και τεχνολογίας και μεγαλύτερης αποδοτικότητας.
Σε νέα μάλιστα επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους, του είπε ότι υπήρχε διαθέσιμο στην ... ένα λαναριστικό μηχάνημα πιο σύγχρονο και με μεγαλύτερη δυνατότητα παραγωγής εκείνου που αυτός (Ζ) είχε βρει, το οποίο χρειαζόταν ανακαίνιση και βάψιμο, ότι η αγορά του ήταν συμφέρουσα και ότι σε ταξίδι που θα έκανε στην ...
για τις ανάγκες του επαγγέλματός του θα έβλεπε επ' ευκαιρία και το μηχάνημα αυτό και θα επέστρεφε με πιο συγκεκριμένες πληροφορίες. Πράγματι, μετά την επιστροφή του από την ..., ο εναγόμενος διαβεβαίωσε τον Ζ ότι είδε και εξέτασε το μηχάνημα και ότι επρόκειτο για ένα αυτόματο λαναριστικό μηχάνημα (συγκρότημα μηχανημάτων) τύπου "FOR MONOBLOCK" μοντέλο 1986 με δυνατότητα παραγωγής 4 έως 4,2 τόνους βάτας ανά οκτάωρο, σύγχρονης κατασκευής και τεχνολογίας, ελαφρώς μεταχειρισμένο, καλύτερο από το μηχάνημα που ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Ζ είχε δει στην ..., δεδομένου ότι το τελευταίο ήταν μικρότερης αποδοτικότητας και παλαιότερης τεχνολογίας και ότι το τίμημα αγοράς του ανερχόταν στο ποσό των 260.000.000 λιρετών Ιταλίας, από το οποίο ποσό 10.000.000 λιρετών θα αποτελούσε την προμήθειά του.
Πρόσθεσε δε ότι θα παραδίδονταν από τον πωλητή και εγγύηση καλής λειτουργίας του μηχανήματος. Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές, ο Ζ πείσθηκε και συμφώνησε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, στην αγορά του μηχανήματος και την 25-7-1990 υπέγραψε για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας το με ημερομηνία 25-7-1990 "Συμβόλαιο-Επιβεβαίωση Παραγγελίας", που του έδωσε προς υπογραφή ο εναγόμενος και σύμφωνα με το οποίο το πωλούμενο μηχάνημα ήταν ένα αυτόματο συγκρότημα για μη υφαντά τύπου "FOR MONOBLOCK" και απαρτίζονταν από:
α) Σιλό αυτόματης τροφοδοσίας με ανεμιστήρα εισαγωγής υλικού, με σωληνώσεις, φίλτρο και φωτοκύτταρα ελέγχου φορτίου, β) Διπλό χάρτζι MONOBLOCK H. 3.000 χλστμ., αποτελούμενο από αυτόματο φορτωτή με ζυγαριά, σύστημα εισόδου, πρώτο τύμπανο διαμέτρου 2000 χλστμ., με 6 συστήματα κυλίνδρων εργατών και καθαριστών, κτενιστή διαμέτρου 1.500 χλστμ., μεταφορέα, δεύτερο τύμπανο διαμέτρου 2.000 χλστμ με 6 συστήματα κυλίνδρων εργατών και καθαριστών, κτενιστή διαμέτρου 1.500 χλστμ., όλα επενδεδυμένα με άκαμπτη επένδυση, κτένι αποκόλλησης βάτας, έξοδο βάτας σε τραπέζι και σύστημα αυτόματου συγχρονισμού, γ) Διπλωτήρα Η. 3.000 χλστμ με τραπέζι εισόδου βάτας και έξοδο 2.200 χλστμ.
αράχνης και με τραπέζι μεταφοράς στην είσοδο, δ) Βελονομηχανή "DILO" H. 2.400/2.200 χλστμ., αποτελούμενη από κυλίνδρους εισαγωγής, τμήμα βελονιάσματος και έξοδο στην κόφτρια, ε) Κόφτρια, αποτελούμενη από κυλίνδρους εισαγωγής αράχνης, κάθετη κόφτρια και δύο επίσης κάθετες κόφτριες, στ) Περιελικτήρα σε ρόλους ή έξοδο σε μετρημένα κομμένα υφάσματα και ζ) Πρέσα κινητή για το πρεσάρισμα της παραγόμενης βάτας.
Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό το τίμημα ανερχόταν σε 260.000 λιρέτες Ιταλίας, από τις οποίες 10.000.000 λιρέτες θα ήταν η προμήθεια του εναγομένου και θα καταβάλλετο το 10% με την παραγγελία και το 90% έναντι φορτωτικών εγγράφων με την παράδοση του μηχανήματος στην ... της .... Χρόνος παράδοσης ορίσθηκε ο Νοέμβριος του 1990, η δε πωλήτρια εταιρεία ....
υποχρεούτο να δώσει εγγύηση καλής λειτουργίας του μηχανήματος. Την ίδια ημερομηνία ο Ζ υπέγραψε για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας ως νόμιμος εκπρόσωπός της και το από 25-7-1990 έγγραφο με τους ειδικούς όρους πώλησης, που αποτελούσαν προσθήκη στην άνω επιβεβαίωση παραγγελίας. Σύμφωνα με τους όρους αυτούς, η μεν πωλήτρια εταιρεία ...
αναλάμβανε την υποχρέωση να καθαρίσει, ελέγξει και ανακαινίσει το μηχάνημα σε όλα τα μέρη που το απαιτούν ώστε να εξασφαλισθεί η καλή λειτουργία του, να επενδύσει το μηχάνημα με καινούριες άκαμπτες επενδύσεις κατάλληλες για την επεξεργασία μη υφαντών για στρώματα από υποπροϊόντα ή κουρέλια και να περάσει με βερνίκι όλο το συγκρότημα, η δε ενάγουσα να διαμορφώσει τον κατάλληλο χώρο στο εργοστάσιό της για την τοποθέτηση του μηχανήματος.
Τα αμέσως παραπάνω έγιναν αποδεκτά από την πωλήτρια εταιρεία, η οποία και υπέγραψε τα προαναφερόμενα έγγραφα δια του εκπροσώπου της ... στην ... όπου στάλθηκαν από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα κατέβαλε το τίμημα. Συγκεκριμένα την 31-8-1990 κατέβαλε την προκαταβολή, δηλαδή 25.000.000 λιρέτες, και την 7-12-1990, που το μηχάνημα έφθασε στην Ελλάδα, κατέβαλε και το υπόλοιπο του τιμήματος, δηλαδή 225.000.000 λιρέτες.
Την 11-12-1990 έγινε ο εκτελωνισμός και η μεταφορά του μηχανήματος στον ..., όπου βρισκόταν το εργοστάσιο της ενάγουσας, ενώ την 2-1-1991 έφθασαν από την ... και δύο ... τεχνικοί για τη συναρμολόγηση του μηχανήματος. Τότε όμως διαπιστώθηκε από αυτούς ότι στο μηχάνημα δεν υπήρχε η πρέσα και ότι έλλειπαν διάφορα εξαρτήματα απαραίτητα για τη λειτουργία του.
Μετά από αυτό, κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων, αποφασίσθηκε η αγορά καινούριας πρέσας και η καταβολή από την ενάγουσα της διαφοράς τιμής μεταξύ καινούριας πρέσας και μεταχειρισμένης, ανερχόμενης της διαφοράς αυτής στο ποσό των 700.000 δρχ., το οποίο η ενάγουσα και κατέβαλε. Την 22-1-1991 αποπερατώθηκε η συναρμολόγηση του μηχανήματος, αλλά και πάλι αυτό δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία, διότι κατά τους τεχνικούς έλλειπαν αναγκαία εξαρτήματα.
Την 22-2-1991 τοποθετήθηκαν τα εξαρτήματα από τον ... τεχνικό ..., που είχε έλθει από την ... για τον λόγο αυτόν, αλλά και πάλι δεν κατέστη δυνατή η λειτουργία του μηχανήματος, παρά δε τις επανειλημμένες προσπάθειές του, μέχρι την 5-4-1991 το μηχάνημα δεν λειτούργησε. Αργότερα, η ενάγουσα απευθύνθηκε σε Έλληνες τεχνικούς, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι το μηχάνημα δεν μπορούσε να λειτουργήσει.
Κατά το χρονικό διάστημα από 15-3-1991 μέχρι 5-4-1991, η ενάγουσα δαπάνησε συνολικά το ποσό των 615.000 δρχ. ή 1.804,84 ευρώ, δηλαδή ποσό 95.000 δρχ. για αεροπορικά εισιτήρια μετάβασης του ... τεχνικού ... από και προς την ..., ποσό 120.000 δρχ. για διατροφή του και ποσό 400.000 δρχ. για αμοιβή ενός τεχνίτη και του βοηθού του, που τέθηκαν στη διάθεσή του κατά το μοντάρισμα του μηχανήματος, χωρίς να υπάρχει υποχρέωσή της από τη σύμβαση πώλησης.
Η μη λειτουργία του μηχανήματος (συγκροτήματος) οφείλετο, αφενός μεν, σε βλάβες που αυτό είχε υποστεί από πυρκαγιά, εξ αιτίας της οποίας τα πλαστικά και περιστρεφόμενα μέρη αυτού (ρουλεμάν, στρόφαλοι κλπ.) ήταν "πιτσικαρισμένα" μπλοκαρισμένα και καμμένα και τα ξύλινα μέρη του καμμένα και βαμμένα για να μη φαίνεται η κατάσταση στην οποία βρίσκονταν, ενώ οι εσωτερικοί δακτύλιοι των τροχών, οι αλυσίδες, τα γρανάζια, οι τάπητες, οι ιμάντες και ο ηλεκτρονικός πίνακας άχρηστοι, αφετέρου δε, στην υπερεντατική χρήση του από το 1972 και εντεύθεν, αλλά και στη διαφορετική τεχνολογία ορισμένων εκ των αποτελούντων το συγκρότημα μηχανημάτων, με συνέπεια να δημιουργείται πρόβλημα στον συγχρονισμό αυτών...
Την κακή κατάσταση στην οποία βρισκόταν το μηχάνημα γνώριζε ο εναγόμενος, ο οποίος όμως, προκειμένου να πείσει τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Ζ να προβεί στην αγορά του μηχανήματος για λογαριασμό αυτής (ενάγουσας), παρέστησε σ' αυτόν εν γνώσει του ψευδώς, μετά από συνεννόηση και με τον εκπρόσωπο της πωλήτριας εταιρείας ..., με σκοπό την αποκόμιση κέρδους του ιδίου και της πωλήτριας εταιρείας, ότι το μηχάνημα είναι μοντέλο 1986, ελαφρώς μεταχειρισμένο, καινούριας τεχνολογίας και κατασκευής και μεγάλης αποδοτικότητας.
Ειδικότερα, όταν ο εναγόμενος μετέβη στην ... και είδε το μηχάνημα, αυτό βρισκόταν στο εργοστάσιο της τότε ιδιοκτήτριας εταιρείας ..., παροπλισμένο, διότι δεν μπορούσε να λειτουργήσει λόγω βλαβών, κυρίως, από πυρκαγιά, που είχε εκδηλωθεί δύο φορές στο εργοστάσιο, όπου ήταν εγκατεστημένο και χωρίς να υπάρχουν οι πινακίδες αναγνώρισης, διότι είχαν αφαιρεθεί.
Το μηχάνημα αυτό η πωλήτρια το αγόρασε στη συνέχεια με αποκλειστικό σκοπό τη μεταπώλησή του στην ενάγουσα. ... Το γεγονός ότι το μηχάνημα ήταν κατασκευής πολύ πριν το έτος 1986 προκύπτει από τη με ημερομηνία 11-2-1993 επιστολή του ..., σύμφωνα με την οποία το μηχάνημα το αγόρασε από την εταιρεία F.O.R. της ... τον Νοέμβριο του 1967 και μετά 13 χρόνια το πώλησε στην εταιρεία ..., σε συνδυασμό και με την από 5-12-2005 επιστολή της κατασκευάστριας εταιρείας F.O.R., όπου αναφέρονται οι εξελίξεις με χρονολογική σειρά του φάρδους εργασίας των μηχανημάτων τους, στην οποία η κατασκευή της μηχανής φάρδους 3.000 Μονομπλόκ (όπως η επίδικη) τοποθετείται από το 1972 και εντεύθεν.
Στη συνέχεια, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο εναγόμενος μεσολάβησε για την κατάρτιση της επίδικης αγοραπωλησίας και δεν ενήργησε σ' αυτή ως άμεσος αντιπρόσωπος της αλλοδαπής πωλήτριας εταιρείας. Αν συνέβαινε αυτό, τότε ο εναγόμενος δεν θα ζητούσε με την από 27-7-1990 επιστολή του προς την ενάγουσα να υπογράψει τα συμβόλαια του Ιταλικού Οίκου για να τα αποστείλει ακολούθως αυτός το συντομότερο στην ..., αλλά θα φρόντιζε να συναντηθούν με τον εκπρόσωπο της ενάγουσας για την υπογραφή των συμβολαίων και θα υπέγραφε στην παραγγελία ή στους ειδικούς όρους της σύμβασης πώλησης για λογαριασμό της πωλήτριας ως άμεσος αντιπρόσωπός της.
Αντίθετα, ο εναγόμενος στην από 4-12 (χωρίς αναγραφή έτους) επιστολή του προς την πωλήτρια, με την οποία ζητεί το υπόλοιπο της προμήθειάς του καθώς και την αμοιβή του για τις εργασίες προετοιμασίας των εγκαταστάσεων κλπ., αναφέρει ως πελάτη του την ενάγουσα και όχι την πωλήτρια. Η συμμετοχή όμως του εναγομένου, στη λήψη της απόφασης από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Ζ για τη συγκεκριμένη αγορά, ήταν καθοριστική, δεδομένου ότι αυτός (εναγόμενος) είχε τις γνώσεις και την πείρα για να κρίνει αν το μηχάνημα πληρούσε τις προϋποθέσεις που ήθελε η ενάγουσα, εκείνος δε (εκπρόσωπος της ενάγουσας) ανέμενε τις πληροφορίες του εναγομένου στις οποίες και βασίσθηκε για να αποφασίσει.
Οι παραπάνω διαβεβαιώσεις, επομένως, του εναγομένου, που εμφάνιζαν την αγορά του μηχανήματος συμφέρουσα για την ενάγουσα, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και οδήγησαν στη σύναψη της συγκεκριμένης σύμβασης από την πλευρά της ενάγουσας. Εξ άλλου, ουδεμία επαφή υπήρξε μεταξύ των συμβληθέντων μερών. Ο ισχυρισμός, ως εκ τούτου, του εναγομένου, ότι αυτός ήταν το ενδιάμεσο πρόσωπο που απλώς διαβίβασε τις δηλώσεις των συμβαλλομένων μερών, δεν αποδεικνύεται βάσιμος.
Η ανωτέρω εξαχθείσα κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος όπως και ο ... παραπέμφθηκαν με το 1995/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών για να δικασθούν ως αυτουργός ο 1ος και ως ηθικός αυτουργός ο 2ος για απάτη σε βάρος της ενάγουσας, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι ο 1ος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Το βούλευμα αυτό επικυρώθηκε ως προς τον εναγόμενο με το 3027/1993 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μετά την απόρριψη της έφεσής του και κατέστη αμετάκλητο με την 1216/1994 απόφαση σε συμβούλιο του Αρείου Πάγου, μετά την απόρριψη και της αναίρεσης κατά του άνω βουλεύματος. Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο ότι η πραγματική αγοραία αξία του πωληθέντος μηχανήματος είναι μηδενική, αφού, λόγω παλαιότητας και εκτεταμένων φθορών, αυτό δεν ήταν δυνατόν να επισκευασθεί και να επαναλειτουργήσει.
Από την πλευρά της δε η ενάγουσα έχει καταβάλει για την αγορά αυτού το ποσό των 250.000.000 λιρετών Ιταλίας (ή 34.625.000 δρχ. ή 101.614,08 ευρώ). Η πωλήτρια όμως επέστρεψε στην ενάγουσα, σε εκτέλεση της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς τους, ποσό 100.000.000 λιρετών Ιταλίας, όπως το τελευταίο προκύπτει: α) από την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου του Τορίνο, στο αιτιολογικό της οποίας αναφέρεται ότι από έγγραφα που κατέθεσε ο ...
επιβεβαιώνεται η κατάθεση 100.000.000 λιρετών στην ενάγουσα και β) από την ανταλλαγείσα και προσκομιζόμενη αλληλογραφία του Ιταλού δικηγόρου του V. Gamba BODO με τον Ιταλό συνάδελφό του Giul. DISEGNI, δικηγόρο της ενάγουσας. Πιο συγκεκριμένα, στην από 18-7-2000 επιστολή του προς τον δικηγόρο της ενάγουσας ο δικηγόρος του ...
αναφέρει ότι του απέστειλε μαζί με άλλα έγγραφα και μία τραπεζική επιταγή - μη μεταβιβάσιμη - της Τράπεζας Sella με αρ. 1800074737-06, ποσού 100.000.000 λιρετών, στο όνομα του γραφείου του, στη δε από 19-9-2000 επιστολή του, αφού παραπονείται για αθέτηση εκ μέρους της ενάγουσας του συμβιβασμού, προσθέτει ότι ο ... έχει προκαταβάλει για την ακριβή εκτέλεση του συμβιβασμού 100.000.000 λιρέτες.
Άρα, μετά την αφαίρεση ποσού 100.000.000 λιρετών Ιταλίας ή 13.850.000 δρχ. ή 40.645,63 ευρώ, η ζημία της ενάγουσας από την καταβολή του τιμήματος ανέρχεται στο ποσό των 150.000.000 λιρετών Ιταλίας ή 20.775.000 δρχ. ή 60.968,45 ευρώ. Επίσης, η ενάγουσα ζημιώθηκε και κατά το ποσό των 700.000 δρχ. ή 2.054,29 ευρώ, που κατέβαλε επί πλέον για την αγορά καινούριας πρέσας, όπως και κατά το ποσό των 615.000 δρχ.
ή 1.804,84 ευρώ, που κατέβαλε για έξοδα διατροφής και αεροπορικών εισιτηρίων του Ιταλού τεχνικού και αμοιβής τεχνικών που τέθηκαν στη διάθεσή του κατά το μοντάρισμα του μηχανήματος. Η συνολική, συνεπώς, ζημία της ανέρχεται στο ποσό των 64.827,58 (δηλαδή 60.968,45 + 2.054,29 + 1.804,84) ευρώ, την οποία ο εναγόμενος οφείλει να της αποκαταστήσει.
Ακολούθως το Εφετείο, δεχθέν το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς την επιδικασθείσα θετική ζημία, της αναιρεσίβλητης ύψους 105.473,22 ευρώ και, αφού δίκασε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση, για τη θετική ζημία που υπέστη, ύψους 64.827,58 ευρώ.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 149 και 914 ΑΚ, αφού, τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της αδικοπρακτικής (απατηλής) συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και δικαιολογούν την αποδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, κατά το μέρος της που αφορά τη θετική ζημία, ενόψει και του ότι, κατά παραδοχές της προσβαλλομένης, εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος ως πρόσφορης αιτίας, επήλθε τελικά ζημία στο νομικό πρόσωπο της αναιρεσίβλητης.
Από τις ίδιες εξάλλου παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, ήτοι την απαιτούμενη αιτιολογία, η οποία καλύπτει, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δεν ήταν δε αναγκαία κατά νόμο η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη στοιχειοθέτηση της κρίσεως του Εφετείου, ως προς τη μεσολαβητική ιδιότητα υπό την οποία ενήργησε ο αναιρεσείων, την αδυναμία λειτουργίας του λαναριστικού μηχανήματος και την εκ μέρους του τέλεση του αδικήματος της απάτης σε βάρος της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντες, πρώτος και δεύτερος του κύριου αναιρετηρίου και μοναδικός του πρόσθετου αναιρετηρίου λόγοι, είναι αβάσιμοι. Ως προς την αιτίαση με ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στα ίδια πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα και τα περί του αντιθέτω επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, οι οποίες (αιτιολογίες) επιπλέον βρίσκονται σε αντίθεση α) με το γεγονός ότι αυτός (αναιρεσείων) ενήργησε ως μεσίτης, β) με το γεγονός ότι οι εξετασθέντες μάρτυρες της αναιρεσίβλητης δεν ήταν σε θέση να πιστοποιήσουν την κατάσταση του ανωτέρω μηχανήματος, ως μη έχοντες τις προς τούτο απαιτούμενες γνώσεις, γ) με το γεγονός ότι η από 5-4-91 επιστολή του ..., με την οποία βεβαιώνεται η κακή κατάσταση του μηχανήματος, έρχεται σε αντίθεση με την επανειλημμένη προσέλευση του ανωτέρω προκειμένου να θέσει σε λειτουργία το μηχάνημα και με την από 19-10-2003 επιστολή του ...
και δ) με την αξιοπιστία της κατάθεσης του μάρτυρα ..., αναφορικά το ζήτημα της απάτης, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Επειδή, κατά το άρθρο 297 εδ. α' ΑΚ "ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα". Ως "χρήμα" στη διάταξη αυτή νοείται το εθνικό νόμισμα, δηλαδή η δραχμή, έως την αντικατάστασή της την 1-1-2001 από το ευρώ (άρθρο 1 του Ν.2892/2000), με το νόμισμα δε αυτό θα πρέπει όχι μόνο να πληρωθεί η αποζημίωση αλλά και να μετρηθεί η θετική ή αποθετική ζημία του αδικηθέντος.
Συνεπώς, αν πριν από την κατάθεση της αγωγής (η οποία στην ένδικη υπόθεση έγινε κατά το έτος 1995, όπως τούτο προκύπτει από το υπάρχον στη δικογραφία αντίγραφο αυτής με την πράξη καταθέσεως) αποκαταστάθηκε μέρος της προκληθείσας στον αδικηθέντα ζημίας, με την καταβολή αλλοδαπού νομίσματος, για τον υπολογισμό της ζημίας και άρα για τον καθορισμό της οφειλόμενης σ' αυτόν αποζημιώσεως, θα ληφθεί υπόψη η αξία σε δραχμές του αλλοδαπού νομίσματος κατά τον χρόνο της καταβολής (σχετ. Ολ. ΑΠ 9/1995) και όχι κατά τον χρόνο ετελεύσεως της ζημίας. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε, ενόψει των συναλλαγματικών διακυμάνσεων, στη μείωση της αποκαταστατέας ζημίας ή σε αδικαιολόγητο πλουτισμό του ζημιώσαντος, αναλόγως προς το αν η κατά το χρόνο της καταβολής ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος προς τη δραχμή ήταν μικρότερη ή μεγαλύτερη, κατ' αντιστοιχία, με αυτή του χρόνου επελεύσεως της ζημίας.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να υπολογίσει τη ζημία της αναιρεσίβλητης δέχθηκε: α) ότι η πραγματική αγοραία αξία του πωληθέντος μηχανήματος είναι μηδενική, β) ότι η ενάγουσα έχει καταβάλει, ως συμφωνηθέν τίμημα, για την αγορά αυτού, το ποσό των 250.000.000 λιρετών Ιταλίας (ή 34.625.000 δρχ.
ή 101.614,08 ευρώ) και γ) ότι η πωλήτρια επέστρεψε στην ενάγουσα, κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2000, το ποσό των 100.000.000 λιρετών, μετά δε την αφαίρεση του εν λόγω ποσού των 100.000.000 λιρετών ή 13.850.000 δρχ. ή 40.645,63 ευρώ, η ζημία της ενάγουσας, από την καταβολή του τιμήματος, ανέρχεται στο ποσό των 150.000.000 λιρετών Ιταλίας ή 20.775.000 δρχ.
ή 60.968,45 ευρώ, το οποίο και επεδίκασε στην ενάγουσα. Με την ανωτέρω κρίση του, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του υπολογισμού της οφειλόμενης στην ενάγουσα αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας, την οποία αυτή υπέστη από την καταβολή του τιμήματος για την αγορά με απατηλά μέσα του ειρημένου άχρηστου μηχανήματος.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο, ενώ ορθώς αφαιρεί από το τίμημα των 250.000.000 λιρετών Ιταλίας, το καταβληθέν κατά μήνα Ιούλιο 2000 ποσό των 100.000.000 λιρετών, μετατρέπει στη συνέχεια αυτό σε δραχμές, χωρίς να προσδιορίζει αν για τη μετατροπή αυτή έλαβε υπόψη την - επίσης μη προσδιοριζόμενη - ισοτιμία των νομισμάτων αυτών κατά το χρόνο της καταβολής (Ιούλιο 2000) ή κατά τον χρόνο ετελεύσεως της ζημίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη των διατάξεων των άρθρων 297 εδ.
α' και 914 ΑΚ. Επομένως, ο τρίτος λόγος του κύριου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπαγόμεν κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του αριθμού 19 (όχι του αριθμού 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Β. Επί της από 7-3-2008 αιτήσεως της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ".
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι για την παραδεκτή προβολή ενός λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον. Υφίσταται έννομο συμφέρον όταν ο προτεινόμενος λόγος είναι σε θέση να οδηγήσει στην εξαφάνιση αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον όταν η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμον στο διατακτικό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που η πληττόμενη με συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως αιτιολογία δεν στηρίζει μόνον αυτή το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά υπάρχει και επάλληλη (κύρια ή επικουρική) αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό. Στην περίπτωση αυτή, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η μία μόνον από τις δύο αιτιολογίες, προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού δεν μπορεί να έχει ως έννομη συνέπεια την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αγωγικό αίτημα της επιδικάσεως στην αναιρεσείουσα αποζημιώσεως για την αποθετική ζημία που ισχυρίζετο ότι υπέστη από την άνω απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα:
ότι δεν αποδεικνύεται πως, αν το πωληθέν μηχάνημα λειτουργούσε και παρήγε κατά τα συμφωνηθέντα, ανά οκτάωρο, 4,2 τόνους βάτα από κουρελοβάμβακα, η ενάγουσα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα, θα κέρδιζε κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1990 μέχρι 31-3-1995, μετ' αφαίρεση των εξόδων, το ποσό των 507.550.000 δραχμών (1489.508,49 ευρώ), το οποίο και απώλεσε.
Ότι ειδικότερα δεν αποδεικνύεται πως η ενάγουσα, και αν ακόμη το πωληθέν μηχάνημα είχε τη συμφωνημένη αποδοτικότητα, θα μπορούσε να διαθέσει στην αγορά και να πωλήσει τα στρώματα που θα κατασκεύαζε με 210 τόνους βάτα, που θα παρήγε κάθε μήνα από κουρελοβάμβακα, λειτουργώντας το μηχάνημα επί 16 ώρες ημερησίως πλην Κυριακής.
Ότι το ίδιο (Εφετείο), για να καταλήξει στην κρίση αυτή, έλαβε υπόψη του κυρίως το γεγονός ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτουν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα στα οποία η ενάγουσα θα προμήθευε το εν λόγω προϊόν (στρώματα) ή έστω ο τζίρος που αυτή είχε τα προηγούμενα έτη, ώστε να φανεί το εύρος της πελατείας της και άρα η πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, διοχέτευσης στην αγορά της παραγόμενης βάτας με την κατασκευή στρωμάτων.
Ότι το γεγονός και μόνο ότι το μηχάνημα είχε τη δυνατότητα παραγωγής της επικαλούμενης ποσότητας βάτας, δεν σημαίνει άνευ άλλου και ότι η παραχθείσα βάτα, που θα χρησιμοποιείτο για την κατασκευή των στρωμάτων, θα πωλείτο από την ενάγουσα σε πελάτες της, ενώ για το θέμα αυτό, οι μάρτυρες της ενάγουσας περιορίζονται απλώς να αναφέρουν τις τιμές αγοράς του κουρελοβάμβακου, τις τιμές πώλησης της βάτας, καθώς και το προσωπικό που έπρεπε να απασχοληθεί για την παραγωγή της βάτας.
Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, από τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα με αριθμούς 2953/20-3-1991, 2976/15-04-1991, 3478/13-09-1991, 3222/19-9-1991, 3282/14-10-1991, 3337/18-11-1991, 3550/17-12-1991, 3680/28-2-1992 τιμολόγια πώλησης της εταιρείας "... Ο.Ε.", με αριθμούς 1696/9-10-1992, 1700/12-10-1992, 1702/13-10-1992, 1715/20-10-1992, 2553/9-11-1993, 2554/9-11-1993, 2555/10-11-1993, 2566/13-11-1993, 634/19-10-1994, 716/7-11-1994, 732/10-11-1994 δελτία αποστολής - τιμολόγια του ...
και με αριθμό 8/9-10-1993 τιμολόγια του ιδίου, με αριθμούς 086/27-10-1994, 161/1-12-1994, 174/8-12-1994, 201/20-12-1994, 209/28-12-1994 τιμολόγια - δελτία αποστολής της εταιρείας "... Ο.Ε." και με αριθμούς 6/24-08-1993, 44/27-09-1993 τιμολόγια της εταιρείας "... ΕΠΕ", φαίνονται αγορές από αυτή κατά τα έτη 1991-1994 διαφόρων ποσοτήτων βάτας από διάφορους προμηθευτές.
Οι αγορές όμως αυτές, δεδομένου ότι αντικείμενο εργασιών της ενάγουσας είναι η κατασκευή και εμπορία στρωμάτων και όχι βάτας, αναφέρονται σε προγενέστερο στάδιο του κρισίμου, δηλαδή σε εκείνο της αγοράς πρώτης ύλης (βάτας) για την κατασκευή των στρωμάτων και όχι στο στάδιο πώλησης αυτών (στρωμάτων), από το οποίο θα φανούν οι πωλήσεις και η πελατεία της ενάγουσας για τη διαπίστωση της ύπαρξης διαφυγόντων κερδών.
Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο ότι, ανεξαρτήτως αυτού, τα παραπάνω τιμολόγια είναι κατά την κρίση του εικονικά. Ότι στην κρίση του αυτή καταλήγει, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη του τις ένορκες προανακριτικές καταθέσεις του Ζ, νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και του ... αδελφού του, σύμφωνα με τις οποίες, το εργοστάσιο της ενάγουσας δεν δούλευε καθόλου από τότε που αγόρασαν την μηχανή, διότι υπήρξε κάποιο πρόβλημα λειτουργίας της και στον προαύλιο χώρο του εργοστασίο διατηρούσαν κηπευτικά και ζωντανά (κότες, γουρούνια και σκύλους), τα οποία φρόντιζε ο ..., που σημαίνει ότι δεν υπήρχε επαγγελματική δραστηριότητα της ενάγουσας που να δικαιολογεί την έκδοση των άνω τιμολογίων.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την αντέφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το περί διαφυγόντων κερδών αίτημά της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Από τις εκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου καθίσταται σαφές ότι, αναφορικώς με την αποδεικτική βαρύτητα των άνω τιμολογίων, τα οποία η αναιρεσείουσα, όπως κατ' εκτίμηση αναφέρει στο αναιρετήριο, είχε προσκομίσει προς έμμεση (δηλ.
δια τεκμηρίου) απόδειξη του αγωγικού της ισχυρισμού για πρόκληση σ' αυτή αποθετικής ζημίας, η περί εικονικότητας των εν λόγω τιμολογίων κρίση αυτού (Εφετείου) έχει διατυπωθεί επικουρικώς σε σχέση με την κυρίως εκφερθείσα και αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίση του, περί του ότι το προκύπτον από τα τιμολόγια πραγματικό γεγονός (δηλ.
η εκ μέρους της αναιρεσείουσας αγορά κατά τα έτη 1991-1994 διαφόρων ποσοτήτων βάτας από διάφορους προμηθευτές) δεν παρέχει βάση προς συναγωγή (έμμεσης) αποδείξεως περί "της ύπαρξης διαφυγόντων κερδών". Ας σημειωθεί ότι η τελευταία αυτή κρίση του Εφετείου δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου, αφού έχει διαμορφωθεί με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παράβαση των οποίων, ως αφορώντων στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (άρθρο 559 αρ. 1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ.). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου και ιδίως των διαλαμβανόμενων σ' αυτό δύο αναιρετικών λόγων, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αριθμών 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στο Εφετείο ότι η περί εικονικότητας των τιμολογίων (επικουρική) κρίση του είναι προϊόν "ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών" και παραμορφώσεως του περιεχομένου των ειρημένων τιμολογίων, χωρίς ωστόσο η ίδια (αναιρεσείουσα) να διατυπώνει καμία αιτίαση για την ως άνω - αναιρετικώς ανέλεγκτη άλλωστε - κύρια κρίση του, περί μη συναγωγής από τα τιμολόγια (έμμεσης) αποδείξεως για την αποθετική ζημία της.
Σύμφωνα έτσι με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αλυσιτελείς και εντεύθεν απαράδεκτοι, αφού, ενόψει της στηρίξεως του διατακτικού αυτοτελώς στην προαναφερθείσα κύρια κρίση του Εφετείου, δεν είναι σε θέση να επιφέρουν την εξαφάνιση της εφετειακής αποφάσεως και, άρα, προτείνονται χωρίς τη συνδρομή εννόμου συμφέροντος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η από 7-3-2008 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", να γίνει δεκτή η από 11-2-2008 αίτηση του Χ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά στην έκταση της ζημίας της αναιρεσίβλητης ως άνω ομμόρυθμης εταιρείας και, αντιστοίχως, στο ποσό της οφειλόμενης σ' αυτή αποζημιώσεως σχετικώς με το καταβληθέν τίμημα του ειρημένου μηχανήματος, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-3-2008 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας "... Ο.Ε.".
Δέχεται την από 11-2-2008 αίτηση του Χ.
Αναιρεί την 5136/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Χ, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 01 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ