1960/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 627/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1130/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/11/2006 αίτησή του και τους από 30/4/2007 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated1960/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Full text
Απόφαση 1960 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1960/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Δημήτριο Φαρμακίδη και Παναγιώτη Ανδρονόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 627/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1130/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/11/2006 αίτησή του και τους από 30/4/2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 1/2/2008 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να θεωρηθεί αυτή ως προς το δεύτερο λόγο ότι δεν έχει εισαχθεί και να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος του πρόσθετου δικογράφου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται αντίγραφο της 283/2007 γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995,- όπως αυτό ισχύει.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΟλΑΠ 1/1988, ΟλΑΠ 8/1999) δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 ΠρΠρΠρωτ.
ΟλΑΠ 10/2004). Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.
Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν 2971/2001θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 627/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία την από 2-11-2005 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση αποζημίωσης για τμήμα απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, με την 1091234/5122/0010/19-7-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, το οποίο τμήμα δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δεχόμενο ότι η ρύθμιση των άρθρων 33 και 37 του Ν. 297172001 δεν καταλαμβάνει και τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που έχουν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που αφορά το αγωγικό δικαίωμα κατά τα εκατέρωθεν ομολογούμενα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο δικαστήριο, και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος.
Ένα, όμως μέλος του Δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Γεώργιος Πετράκης είχε την ακόλουθη γνώμη. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η θεσπιζόμενη με το άρθρο 33 του Ν 2971/2001 διαδικασία της διαπίστωσης της ανυπαρξίας του κατά το άρθρο 1 του Ν 653/1977 τεκμηρίου της ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριωμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο επί της διανοιγόμενης οδού, για την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, εφαρμόζεται τόσο επί συντελεσμένης, όσο και επί μη συντελεσμένης κατά την έναρξη της ισχύος του Ν 2971/2001 (19-1-2002) απαλλοτρίωσης.
Τούτο συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω πρώτου εδαφίου του άρθρου 37 του τελευταίου αυτού νόμου, όπου ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 εφαρμόζονται "και για αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος συντελεστεί", ήτοι προκειμένου να οριστεί η εφαρμογή του Ν. 2971/2001 επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που δεν έχουν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, χρησιμοποιείται συμπλεκτικός σύνδεσμος "και", προφανώς, εξ αντιδιαστολής προς τις συντελεσμένες απαλλοτριώσεις, επί των οποίων, κατά τη βούληση του νομοθέτη, κατ' αρχήν, έχει εφαρμογή ο εν λόγω νόμος.
Η βούληση αυτή του νομοθέτη, να εφαρμόζονται δηλαδή οι διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2471/2001 τόσο στις μη συντελεσμένες όσο και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη του νόμου αυτού απαλλοτριώσεως, αποτυπώνεται και στην Εισηγητική έκθεση του νόμου, όπου στο άρθρο 33 διαλαμβάνεται ότι " ...γ) εξασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα των εικαζόμενων ιδιοκτητών με τη δυνατότητα υποβολής αίτησης και μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης".
Η γνώμη αυτή εξυπηρετεί και το σκοπό της θέσπισης της ανωτέρω βραχυχρόνιας (δίμηνης) προθεσμίας, καθώς και των άλλων βραχυχρόνιων παραγραφών και προθεσμιών, που προβλέπονται για τις επιμέρους πράξεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), ο οποίος αφορά το δημόσιο συμφέρον και συνίσταται στην ανάγκη της άρσης της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των από την αναγκαστική απαλλοτρίωση δημιουργούμενων σχέσεων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Επίσης εξυπηρετεί και την ανάγκη εκείνου, που επιδιώκει, την απαλλοτρίωση να έχει σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεών του, να περατώνεται γρήγορα η διαδικασία της απαλλοτρίωσης, προκειμένου να εκτελέσει το έργο για το οποίο αυτή κηρύχθηκε και να μην τίθεται, με την υποβολή, στο απώτερο μέλλον, διαδοχικών νέων αξιώσεων αποζημίωσης από την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας, υπό αμφιβολία η συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Δεν συντρέχει κανένας λόγος, που να δικαιολογεί την εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 και την άσκηση του δικαιώματος διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου μέσα στην επίμαχη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του νόμου κατά των συντελεσμένων κατ' αυτήν απαλλοτριώσεων.
Η μη εφαρμογή της προθεσμίας αυτής και στις εν λόγω απαλλοτριώσεως συνεπάγεται τη διατήρηση σε εκκρεμότητα των απαλλοτριώσεων αυτών επί μακρό χρονικό διάστημα, αφού, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ειδική ρύθμιση, το δικαίωμα της διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου και του καθορισμού αποζημίωσης και για το μέρος αυτού, που καταλαμβάνει το τεκμήριο ωφέλειας, θα υπόκειται στην κατά το άρθρο 249 του ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση προς τους προαναφερθέντες σκοπούς της θέσπισης της επίμαχης προθεσμίας και των βραχυχρόνιων παραγραφών και προθεσμιών για τις πράξεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Σύμφωνα λοιπόν, με την πιο πάνω μειοψηφούσα γνώμη, μετά την ισχύ του ν. 2971/2001, το δικαίωμα του ιδιοκτήτη ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε, για τη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας του άρθρου 1 του ν. 653/1977, κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο προκειμένου και περί απαλλοτριώσεων, που έχουν συντελεστεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (19-1-2002), εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ημερομηνία αυτή, ήτοι έως τις 19-3-2002.
Επομένως, το Εφετείο, που κατά τα αναφερόμενα στη γνώμη που πλειοψήφισε έκρινε αντίθετα, μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως ασκηθείσα μετά την κατά το άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 δίμηνη προθεσμία και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση από την πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός.
III. Από την 283/2007 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προκύπτει ότι η γνώμη του ως προς τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αρνητική, ήτοι γνωμοδοτεί ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά τον πιο πάνω λόγο, θεωρείται ότι δεν έχει εισαχθεί.
IV. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εάν όμως το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, παρόλο ότι είχε προταθεί τούτο νομίμως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω (από τον αριθμό 16) λόγος αναίρεσης, αλλά αυτός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1339/1985).
Κατά συνέπεια, στο αναιρετήριο πρέπει να εκτίθεται, με σαφήνεια, αν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται ή όχι λόγος για την ύπαρξη δεδικασμένου, το οποίο είχε προταθεί νομίμως, προκειμένου να κριθεί ποια από τις προαναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 16 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται.
Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος, όπως ερμηνεύεται ενόψει των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και κατά το 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημίωσης είναι η αποζημίωση στο σύνολό της, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία της ωφέλειας του ιδιοκτήτη του, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση, αλλά και κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και η δικαστική δαπάνη, δεδομένου ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι ανίσχυρος, γιατί προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 10 και 11/2004).
Επομένως, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορεί να υποβληθεί αίτημα και το Εφετείο είναι αρμόδιο να το εξετάσει για την αναγνώριση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, το οποίο αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, ότι δεν είναι ωφελούμενος από την απαλλοτρίωση και έτσι δεν πρέπει να υποχρεωθεί σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ή αυτοαποζημίωση, όπως αντίθετα αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης κατά το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του αριθμού 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977 αμάχητο τεκμήριο, το οποίο όμως αντίκειται στο ίδιο άνω άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και ισχύει ως μαχητό, που μπορεί ο ιδιοκτήτης του ακινήτου να ανατρέψει (ΑΠ 598/2001).
Το αίτημα όμως αυτό, ήτοι της αναγνώρισης της ανυπαρξίας υποχρέωσης του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου σε αποζημίωση τρίτων ή σε αυτοαποζημίωση, ως μη ωφελουμένου από την απαλλοτρίωση, μπορεί να υποβληθεί και εκτός του πλαισίου της δίκης καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης, με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του αρμόδιου για τη δίκη αυτή Εφετείου, καθώς και εκτός πλαισίου της δίκης για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης αυτής.
Τούτο ρητά πλέον ορίζεται με το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, με το οποίο το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 653/19777 έγινε μαχητό. Κατά συνέπεια, από τις τελεσίδικες αποφάσεις των δικαστηρίων για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης και την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής δεν πηγάζει δεδικασμένο και για το δικαίωμα του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου για την ανατροπή του κατά τα άνω τεκμηρίου ωφελείας του και την αναγνώριση ότι δεν υποχρεούται σε αποζημίωση τρίτων ή σε αυτοαποζημίωση ως μη ωφελούμενος από την απαλλοτρίωση, το οποίο (δικαίωμα) δεν είχε εισαχθεί και δεν είχε κριθεί στις δίκες αυτές, διότι το δεδικασμένο αυτό δεν εκτείνεται και στο δικαίωμα αυτό, αφού είναι δυνατή η άσκηση του με αυτοτελή αίτηση εκτός των πλαισίων των δικών αυτών (άρθρο 330 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το αναιρεσείον είχε προβάλει με λόγο της έφεσης του, ότι το αγωγικό δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων να υποχρεωθεί εκείνο να καταβάλει σ' αυτούς αποζημίωση και για το τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους, για το οποίο δεν καταβλήθηκε αποζημίωση, διότι θεωρήθηκε, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, ότι αυτοαποζημιώνονται ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, ενώ αυτοί δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, καλύπτεται από το δεδικασμένο των αποφάσεων 819/1998 του ίδιου Εφετείου Πατρών, με την οποία καθορίστηκε η οριστική αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, και 1490/1995 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης αυτής.
Ο λόγος αυτός ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είτε ως πλημμέλεια του αριθμού 16, είτε ως πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι από τις άνω επικαλούμενες άλλες τελεσίδικες αποφάσεις δεν προκύπτει δεδικασμένο και για το αγωγικό δικαίωμα.
Συνεπώς, το Εφετείο που απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ή που δεν έλαβε υπόψη αυτόν, ο οποίος δεν περιέχει νόμιμο ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην πρώτη ή στη δεύτερη, αντίστοιχα, πλημμέλεια.
V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση και ο πρόσθετος επ' αυτής λόγος πρέπει να απορριφθούν και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-11-2006 αίτηση και τους από 30-4-2007 πρόσθετους λόγους του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1130/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ