Supreme Court annuls labor court decision on strike pay, remands case to lower court for trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Athens' decision rejecting the state's appeal against a labor dispute. The state argued the lower court erred in ruling that the employer had no obligation to pay strike pay or damages during the strike period. Consequently, the court ordered the First Instance Court to retry the case on the merits while dismissing the claim regarding the non-striking employee.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a labor court decision for substantive error and remand the case for retrial if no further clarification is needed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 195 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 195/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος; Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαλόη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πο.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Χ. Β. του Ε. - Γ., κατοίκου ..., 3)Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4)Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 5)Σ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 6)Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 7)Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 8)Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 9)Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., 10)Β. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 11)Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 12)Π. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 13)Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 14)Μ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 15)Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 16)Β. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 17)Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., 18)Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 19)Β. Σ. του Μ., κατοίκου ..., 20)Μ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 21)Β. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 22)Α. Π. του Γ., κατοίκου ... και 23)Ι. Π. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στέλλα Συλεούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-03-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 987/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5084/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 27-08-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27.8.2020 και με αριθμό κατάθεσης 6137/739/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 5084/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 16.9.2016 με αριθμ. κατάθεσης 4025/5.10.2016 και προσδιορισμού 5494/2016 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 987/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η από 29-3-2013 με αριθμ. κατάθ. 55285/1860/2013 αγωγή των είκοσι τεσσάρων (24) εναγόντων για εργατικές αξιώσεις απορρίφθηκε ως προς την ερημοδικασθείσα πρωτοδίκως εικοστή δεύτερη ενάγουσα, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους λοιπούς 23 ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 περ.
α του Συντάγματος ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει.
Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 95 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αιτήσεις ακύρωσης διαφόρων κατηγοριών υποθέσεων υπήχθησαν με το Ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου. Ειδικότερα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ.
γ του Ν. 702/1977, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2944/2001 και στη συνέχεια με το άρθρο 49 παρ.1 του ν.3659/2008 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (22.11.2019), ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει καθώς και την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, όπου η πρόσληψη γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία.
Σημειώνεται ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ.
και άρθρο 45 παρ. 1 Π.Δ/τος 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας (ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 280/2016, ΑΠ 854/2009). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...
γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ... και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας [πλήρως διακρινόμενες από τις ακυρωτικές], που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989).
Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της διοίκησης που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και επομένως συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 στοιχ. (α) του ΚΠολΔ, δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 12/1992, ΑΠ 280/2016).
Σε εκτέλεση δε των αντιστοίχων συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.
θ` του Ν. 1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ` αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992,ΑΠ535/2020, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 302/2011).
Εξ άλλου τέτοιες ιδιωτικού χαρακτήρα διαφορές είναι οι διαφορές που προέρχονται από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της θέσης σε διαθεσιμότητα των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, ΟΤΑ και Ν.Π.Δ.Δ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που έχουν ως συνέπεια τη δημιουργία μισθολογικών διαφορών μεταξύ των καταβαλλομένων πριν την θέση τους σε διαθεσιμότητα και αυτών που καταβλήθηκαν μειωμένες για όσο χρόνο διαρκούσε η διαθεσιμότητα, εφόσον και οι διαφορές αυτές έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση των οποίων αρμόδια, επομένως, είναι τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2004, ΣτΕ 3691/2014, ΣτΕ 1611/2012, ΣτΕ 1070/2012, ΣτΕ 2398/2011, ΣτΕ 999/2009, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 873/2002).
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω οι διαφορές αυτές συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, αφού ανάγονται σε δικαιώματα και, γενικότερα, σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, είναι δε αδιάφορο ότι γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, επί των οποίων (εκτελεστών πράξεων) η αρμοδιότητα προς ακύρωσή αυτών ανήκει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα τακτικά διοικητικά εφετεία σε πρώτο βαθμό.
Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης, ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφ` όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 447/1984, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 229/2016).
Το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στο πλαίσιο της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ` υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.
Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν την εκτελεστή διοικητική πράξη, οσάκις αυτή πάσχει κατά τα προαναφερθέντα, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018). Δεν αποκλείεται δε ο παρεμπίπτων έλεγχος, όταν η ελεγχόμενη εκτελεστή διοικητική πράξη έχει καταστεί απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ενώπιον του κατά νόμο εκάστοτε αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διάδικο.
Και τούτο διότι η πάροδος της προθεσμίας δεν θεραπεύει το ελάττωμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης από το οποίο αυτή πάσχει, αλλά απλώς καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακύρωσης, και δεν εμποδίζει, συνεπώς, τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας αυτής από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 281/2017, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 127/2002).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του οικείου αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), με την από 29-3-2013 (αρ. κατ. 55285/1860/2013) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, οι είκοσι τρείς (23) ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι, από τους αρχικά είκοσι τέσσερεις (24) ενάγοντες (η εικοστή δεύτερη ενάγουσα … δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) ισχυρίσθηκαν ότι κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής ήταν υπάλληλοι της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην κατηγορία ΔΕ Διοικητικών -Γραμματέων, ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού, ΔΕ Διοικητικού και ΔΕ Υπαλλήλων Γραφείου και ότι υπηρετούσαν σε διάφορες υπηρεσίες της ως άνω Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με την με αρ. 52053/45615/22.11.2012 διαπιστωτική πράξη του κατήργησε πενήντα οκτώ (58) θέσεις προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής και, δυνάμει της εν λόγω κατάργησης, με επόμενες διαπιστωτικές πράξεις του έθεσε τους ενάγοντες σε διαθεσιμότητα αναδρομικά από 13.11.2012 και για ένα (1) χρόνο, βάσει των διατάξεων των υποπαραγράφων Ζ.2.
και Ζ.4. της παραγράφου Z του πρώτου άρθρου του v.4093/2012 (Α' 222), με αποτέλεσμα το Δημόσιο να μην δέχεται την προσφορά των υπηρεσιών τους. Ότι η κατάργηση των οργανικών θέσεών τους και η θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας είναι αντίθετη με τις διατάξεις του Συντάγματος και συγκεκριμένα των άρθρων 2, 4παρ.1 και 5, 22 παρ.1 εδ.α, 25 παρ.1εδ.δ, το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ καθώς και το άρθρο 4 παρ.1 του Μέρους
ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (κυρωτικός ν. 1426/1984), συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας τους και ότι, συνακόλουθα, ήταν μη νόμιμη η παρακράτηση του 25% των μηνιαίων αποδοχών τους κατά τον χρόνο που τελούσαν στο ανωτέρω καθεστώς της διαθεσιμότητας. Με βάση το πιο πάνω ιστορικό ζήτησαν:
α) Να ακυρωθεί η κατάργηση των οργανικών θέσεών τους, που έλαβε χώρα με την με αριθμό 52053/45615/22.11.2012 διαπιστωτική πράξη του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της θέσης τους σε διαθεσιμότητα, που έλαβε χώρα δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή διαπιστωτικών πράξεων του Γ.Γ.Α.Δ.Α., γ) να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, με τους ίδιους όρους που τις παρείχαν πριν τεθούν σε διαθεσιμότητα, δ) να καταδικαστεί το Ελληνικό Δημόσιο σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε μέρα που δεν θα αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και ε) να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν νομίμου περιορισμού του σχετικού αιτήματός τους, που έγινε με τις προτάσεις και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους καταχωρηθείσα στα πρωτοβάθμια πρακτικά (άρθρα 223 παρ.1, 295 παρ.1 ΚΠολΔ), να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες, τα αναφερόμενα στις προτάσεις τους ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, τα οποία αντιστοιχούν στη μείωση κατά το 1/4 των νομίμων μηνιαίων αποδοχών τους σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν πριν τεθούν σε διαθεσιμότητα και για όλο το διάστημα που ήταν σε διαθεσιμότητα, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 987/2016 απόφασή του αφού απέρριψε: α) την αγωγή ως προς την ερημοδικασθείσα εικοστή δεύτερη ενάγουσα…, κατ` άρθρο 272 παρ.1 ΚΠολΔ, β) ως μη νόμιμο το αίτημα περί ακυρώσεως της κατάργησης των οργανικών θέσεων των εναγόντων, που έγινε με την με αρ. 52053/45615/22.11.2012 διαπιστωτική πράξη του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής με την αιτιολογία ότι η ακύρωση διαπιστωτικής διοικητικής πράξης μπορεί να γίνει μόνο με την έκδοση άλλης διοικητικής πράξης και όχι με την έκδοση απόφασης πολιτικού δικαστηρίου και γ) την προβληθείσα από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δέχθηκε ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της θέσης των εναγόντων σε διαθεσιμότητα με τις αναφερόμενες διαπιστωτικές πράξεις του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και κάθε μελλοντικό διάδοχο φορέα αυτού, να τους θεωρεί κανονικούς υπαλλήλους του και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με τους ίδιους όρους που τις παρείχαν πριν τεθούν σε διαθεσιμότητα, απειλουμένης εναντίον του εναγομένου χρηματικής ποινής ογδόντα (80) ευρώ για κάθε ημέρα που δεν θα αποδέχεται τις υπηρεσίες του καθενός εξ' αυτών με τους εν λόγω όρους και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα, στην απόφασή του, ποσά, που αντιστοιχούσαν στη μείωση κατά το 1/4 των αποδοχών τους κατά το διάστημα που τελούσαν σε διαθεσιμότητα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της ως άνω με αριθμό 987/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 16.09.2016, με αριθμό κατάθεσης 4025/2016 και αριθμό πρωτοκόλλου προσδιορισμού 5494/2016 έφεσή του, παραπονούμενο κατά των κρίσεων της πρωτόδικης απόφασης, πρώτον κατά το μέρος που δέχτηκε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένστασή του περί απαραδέκτου της αγωγής για τον λόγο αυτό και δεύτερον ότι, εσφαλμένα έκρινε τις διατάξεις των υποπαραγράφων Z.2.
και Z.4. της παραγράφου Z του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 (Α' 222), κατ' εφαρμογή των οποίων τέθηκαν οι ενάγοντες σε διαθεσιμότητα, ως αντισυνταγματικές και ανίσχυρες και, ακολούθως, θεωρώντας τη θέση των εναγόντων (ως προς τους οποίους δέχθηκε την αγωγή), σε διαθεσιμότητα μη νόμιμη, έκανε εν μέρει δεκτή την ασκηθείσα αγωγή τους, ως προς τα επιμέρους αιτήματα.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την υπ` αρ. 5084/2018 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και κατά το μέρος που δέχθηκε δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση της υπό κρίση διαφοράς, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, επειδή η επίδικη διαφορά δεν συνιστά ιδιωτική αλλά διοικητική διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, με το σκεπτικό ότι ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι διαφορές από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι ιδιωτικές και ανήκουν στην κυριαρχική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων κατ` άρθρο 94 του Συντάγματος.
Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, όπως αβάσιμα διατείνεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον πρώτο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αυτού. Και τούτο διότι κρίσιμο από την άποψη της συνδρομής ή μη της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, είναι η φύση της επίδικης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και συγκεκριμένα η φύση αυτής ως ιδιωτικού δικαίου σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι οι εκτελεστές πράξεις της Διοίκησης, και δη οι ένδικες διαπιστωτικές πράξεις του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής δυνάμει των οποίων τέθηκαν σε διαθεσιμότητα οι αναιρεσίβλητοι, εξαιτίας των οποίων προκύπτουν μεν οι αξιώσεις αυτών για την απασχόληση τους υπό το πριν τη θέση τους σε διαθεσιμότητα καθεστώς και για την καταβολή μισθολογικών διαφορών, με βάση όμως τη μεταξύ αυτών και του Ελληνικού Δημοσίου υφιστάμενη έννομη σχέση της εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 εδ. α, 4 εδ. α και 6 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί (δημόσιος) υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη", ότι "Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν" και ότι "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογή και (...) στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ)".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης, προκειμένου οι φορείς της δημόσιας διοίκησης να επανδρώνουν τις αντίστοιχες υπηρεσίες με το προσωπικό, το οποίο, εκάστοτε, θεωρείται αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία τους, έχει αφ' ενός την υποχρέωση να ιδρύει οργανικές θέσεις, διότι, άλλως, δεν είναι δυνατό να συντελεσθεί έγκυρος διορισμός δημοσίου υπαλλήλου και αφ' ετέρου την ευχέρεια να τις καταργεί, είτε μεμονωμένα είτε με την κατάργηση του κλάδου ή και ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας, στην οποία ανήκει η θέση (ΟλΣτΕ 3354/2013, ΣτΕ 2934/1993).
Επί καταργήσεως οργανικής θέσεως, οπότε εκλείπει η τυπική προϋπόθεση της μονιμότητας, ο υπάλληλος είτε απολύεται είτε τοποθετείται σε κενή οργανική θέση άλλης υπηρεσίας. Οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται σε προσωπικό, το οποίο προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου.
Σύμφωνα, όμως, με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, με νόμο ρυθμίζονται, επίσης, οι όροι και η χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα για την κάλυψη οργανικών θέσεων κλπ. Πράγμα, που σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης έχει και πάλι την υποχρέωση να ιδρύει ή την ευχέρεια να καταργεί τις οργανικές θέσεις, μάλιστα δε κατά μείζονα λόγο, διότι το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν καλύπτεται από τη συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας. (σχετ.
ΑΠ 668/2019). Η ευχέρεια κατάργησης οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών (...)". Η διάταξη αυτή συνιστά κατευθυντήρια αρχή ως προς τη χάραξη της εκάστοτε κρατικής πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, μέσα στην ελληνική επικράτεια.
Εν τούτοις, από την ίδια διάταξη δεν δημιουργείται παράλληλη υποχρέωση του Κράτους να απασχολεί αυτό το ίδιο, ως εργοδότης, όλους τους πολίτες της επικράτειας ούτε να εξασφαλίζει, εσαεί, εργασία σε όλα τα πρόσωπα, τα οποία συνέβη, σε δεδομένη χρονική στιγμή, να καταστούν υπάλληλοι ή μισθωτοί στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Πολύ περισσότερο, μια τέτοια υποχρέωση δεν νοείται κάτω από συνθήκες εξαιρετικών δημοσιονομικών πιέσεων, οι οποίες αφ' ενός περιορίζουν τη δυνατότητα του κρατικού προϋπολογισμού για κοινωνικές παροχές και αφ' ετέρου επιβάλλουν τη συρρίκνωση του Κράτους, ως επιχειρηματία ή εργοδότη και την, εντεύθεν, περικοπή ενός σημαντικού μέρους των θέσεων εργασίας, που υπήρχαν προηγουμένως.
Ακόμη, η ευχέρεια του κοινού νομοθέτη για κατάργηση οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας (....)".
Η διάταξη αυτή κατοχυρώνει, πράγματι, την οικονομική ελευθερία, της οποίας ιδιαίτερη εκδήλωση συνιστά το δικαίωμα στην εργασία. Η άσκηση του δικαιώματος πρέπει να γίνεται ακωλύτως, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), χωρίς νομοθετικές παρεμβάσεις. Εν τούτοις, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, είναι συνταγματικώς ανεκτή, όταν διαπιστώνεται ότι η άσκηση του σχετικού δικαιώματος "προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη" (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 6/2014).
Ως εθνική οικονομία, δηλαδή ως μείζον δημόσιο συμφέρον, σε βάρος του οποίου δεν είναι συνταγματικώς θεμιτό να ασκείται η ιδιωτική οικονομία, νοείται, προεχόντως, η εξυγίανση των δημόσιων, οικονομικών πραγμάτων και η αποτροπή της, άλλως επαπειλούμενης, χρεωκοπίας του Κράτους, ήτοι ανάγκες επιτακτικές, οι οποίες διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια μιας, εξαιρετικά δυσμενούς, δημοσιονομικής συγκυρίας. (ΑΠ 1339/2019).
Περαιτέρω, στην έννοια της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, τυπικά αυξημένη ισχύ έναντι των νόμων, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, μάλιστα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε, απλώς, γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθούν δικαστικά, με βάση το ήδη ισχύον νομοθετικό καθεστώς ή την πάγια νομολογία (ΟλΣτΕ 668/2012 σκέψη 34, ΟλΑΠ 40/1998).
Δεν περιλαμβάνονται, όμως, οι απλές προσδοκίες (ΣτΕ 720/2008), όταν, ιδίως, η ικανοποίησή τους εξαρτάται από μέλλοντα και αβέβαια γεγονότα, όπως η διατήρηση αμετάβλητων των συνθηκών, υπό τις οποίες κάποιο πρόσωπο επέτυχε να καταλάβει μια θέση εργασίας, της οποίας η διατήρηση είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη ή την οικονομική πορεία του φορέα, στον οποίο ανήκει.
Ως εκ τούτου, η απλή προσδοκία του εργαζόμενου να διατηρηθεί στο μέλλον η σύμβαση εργασίας, δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, η προστασία του εργαζόμενου στην περίπτωση απώλειας της θέσης εργασίας περιλαμβάνει, υπό τις εκάστοτε νόμιμες προϋποθέσεις, την καταβολή συγκεκριμένων παροχών (προεχόντως της αποζημίωσης απόλυσης και του επιδόματος ανεργίας) προς ανακούφιση των δυσμενών, οικονομικών και ψυχολογικών συνεπειών από την απώλεια, δεν μπορεί, όμως, να φθάνει μέχρι τον αποκλεισμό του δικαιώματος του εργοδότη να λύσει τη σύμβαση εργασίας, με την επιφύλαξη, βέβαια, της απαγόρευσης της άσκησής του όταν αυτή γίνεται καταχρηστικά (ΑΚ 281).
Εξ άλλου, οι υποχρεώσεις σεβασμού και διαφύλαξης της περιουσίας παντός προσώπου, που επιβάλλονται στα Κράτη από τη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, και του δικαιώματος του εργαζομένου για δίκαιη αμοιβή κατά το άρθρο 4 παρ.1 του άρθρου "πρώτου" Μέρος
ΙΙ, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που, μετά την κύρωσή τους, αντιστοίχως, με το άρθρο "πρώτο" του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α. 256/20.9.1974) και με το άρθρο "πρώτο" του ν. 1426/1984 (ΦΕΚ Α. 32/21.3.1984),αποτελούν αναπόστατο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και έχουν υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 Συντάγματος) δεν είναι απεριόριστες.
Στο ίδιο άρθρο (1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ) προβλέπονται αποκλίσεις, όπως όταν η στέρηση της ιδιοκτησίας "επέρχεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπό όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου". Ακόμη, η παρεχόμενη προστασία δεν θίγει το δικαίωμα παντός Κράτους "να νομοθετεί με τον τρόπο που θεωρεί αναγκαίο για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Ούτε επίσης οι ως άνω υπερνομοθετικού χαρακτήρα ρυθμίσεις του ΠΠΠ και του ΕΚΧ κατοχυρώνουν και δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του εργαζομένου (ΑΠ 224/2021). Επομένως, η εκ του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ παρεχόμενη προστασία δεν αποκλείει την ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να καταργεί υφιστάμενες θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα και να θέτει σε διαθεσιμότητα τα πρόσωπα, που μέχρι την κατάργηση υπηρετούσαν σ' αυτές, εφ' όσον η μεν κατάργηση των οργανικών θέσεων επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και γίνεται με κριτήρια την ορθολογική οργάνωση και την αντιμετώπιση του διογκωμένου κόστους λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, η δε επιλογή του προσωπικού, που τίθεται σε διαθεσιμότητα, γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά και με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις, άλλως αναπόφευκτες, δυσμενείς συνέπειες από τη διαθεσιμότητα καθ' εαυτή ή την ενδεχόμενη, σε περίπτωση αδυναμίας μετακίνησης σε άλλη θέση, απόλυσή του.
Η διαπίστωση της αναγκαιότητας ως προς την ίδρυση ή κατάργηση οργανικών θέσεων στο δημόσιο τομέα αποτελεί αντικείμενο της εκτελεστικής λειτουργίας του Κράτους και των υποκείμενων φορέων δημόσιας εξουσίας (άρθρο 26 παρ. 2, 82 παρ. 1, 83 παρ. 1 και 101 επ. του Συντάγματος). Η αναγκαιότητα αυτή πρέπει να σταθμίζεται, όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με τις αρχές της ορθολογικής οργάνωσης και της αντιμετώπισης του διογκωμένου κόστους λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης.
Η στάθμισή της, όμως, που γίνεται στο πλαίσιο μιας νόμιμης διοικητικής διαδικασίας και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, αποτελεί πάντοτε κυβερνητική επιλογή και ευθύνη. Κατόπιν, η στάθμιση αυτή, ως πολιτική βούληση για την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, εκτελείται με τις αντίστοιχες κανονιστικές διατάξεις.
Η δικαστική λειτουργία του Κράτους έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος). Ομοίως, οι δικαστικοί λειτουργοί σε καμιά περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις, οι οποίες έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος (άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος).
Κατά τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις αυτές, όμως, τα δικαστήρια ουδόλως έχουν τη δικαιοδοσία να ελέγχουν την ορθότητα της κυβερνητικής πολιτικής (μεταξύ άλλων και) ως προς την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης. Ένας τέτοιος έλεγχος μόνο οριακός θα μπορούσε να είναι, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή των σχετικών, πολιτικών επιλογών και των συναφών κανονιστικών διατάξεων πρέπει να είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου, δημόσιου σκοπού και να μην πλήττει δυσαναλόγως σπουδαιότερα συμφέροντα των προσώπων, τα οποία αναπτύσσουν, νομίμως, τις δραστηριότητές τους, στον ίδιο χώρο και χρόνο (άρθρο 25 παρ. 1 εδ.
δ του Συντάγματος ΑΠ 2085/2022, ΑΠ 224/2021, ΑΠ 1339/2018). Στο άρθρο πρώτο, παράγραφος Ζ "Ρυθμίσεις Θεμάτων Αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης", υποπαράγραφος Ζ.2 "Διαθεσιμότητα, Παράταση, Συνέπειες, Αποζημίωση, Παροχές ΟΑΕΔ", περίπτωση 1 του ν.4093/2012, με τον τίτλο "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), ορίζεται ότι "Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα.
Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας:
α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου [...] για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και, ιδίως, για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. [...].
γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν.4024/2011 [...]. δ) Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης". Περαιτέρω, στην περίπτωση 2 της ίδιας υποπαραγράφου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 90 παρ.5 του ν.4172/2013 ορίζεται ότι "Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί οκτώ (8) μήνες [πριν την ως άνω αντικατάσταση, η διάταξη προέβλεπε ότι η ως άνω διαθεσιμότητα διαρκή ένα (1) έτος] και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Μέχρι την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαθεσιμότητας εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. [...]". Ακόμη, στην περίπτωση 3 της ίδιας υποπαραγράφου, όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΣΤ.12 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013, ορίζεται ότι "Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται (για τους οποίους, μέχρι τότε και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 52 παρ. 1 εδ.
α του π.δ. 410/1988, η κατάργηση της θέσης συνεπαγόταν και την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας) ενώ σύμφωνα με την αρχική διατύπωση της διάταξης αυτής "οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζοντας αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και στους υπαλλήλους των φορέων της υποπαραγράφου Ζ.1.1.β, οι θέσεις των οποίων καταργούνται".
Και τέλος, στην περίπτωση 4 της ίδιας υποπαραγράφου, ορίζεται ότι "Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφ' όσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας", οπότε και καταβάλλεται η αποζημίωση του άρθρου 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988, ειδικά και μόνο ως αποζημίωση απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα, ειδικότερα, στα επόμενα εδάφια της περίπτωσης 4α της ιδίας υποπαραγράφου, όπως προστέθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος Θ.1 περ. 2 του ν.4254/2014 (δικαιούνται, επίσης, το επίδομα ανεργίας και τις λοιπές παροχές που χορηγούνται από τον ΟΑΕΔ, ακόμη και αν δεν είχαν υπαχθεί στην ασφάλιση ανεργίας του εν λόγω Οργανισμού).
Με τις διατάξεις αυτές αναπροσαρμόζεται ο θεσμός της διαθεσιμότητας των εργαζομένων, η οποία για τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους προβλεπόταν ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του ν.3528/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων κλπ), συνδεόμενη με την κατάργηση οργανικής θέσης, ενώ για τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα είχε ρυθμισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 έως 3 του ν.3198/1955, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, ως ευχέρεια του εργοδότη για μονομερή, προσωρινή αναστολή της σύμβασης εργασίας με καταβολή του ημίσεως των τακτικών αποδοχών.
Η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει με ενιαίο τρόπο όλο το προσωπικό του δημόσιου τομέα [εκτός από αυτό των ΝΠΙΔ, για το οποίο και μόνο προβλέπεται καταγγελία της συμβάσεως εργασίας], ανεξάρτητα προς το αν αυτό υπηρετεί με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Επίσης, με τη μεταγενέστερη γενικοτέρου περιεχομένου διάταξη της παρ.1α εδ.α, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν.4210/2013 και προς διευκόλυνση της εφαρμογής διαδικασίας διαθεσιμότητας και κινητικότητας του προσωπικού στο δημόσιο τομέα, ορίσθηκε ότι "Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης".
Στη συνέχεια των διατάξεων του ίδιου άρθρου, για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν καταργείται το σύνολο των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, προβλέφθηκαν αντικειμενικά κριτήρια και διαδικασία, προκειμένου να γίνει η επιλογή των υπαλλήλων, οι οποίοι τίθενται σε διαθεσιμότητα (άρθρο 90 παρ. 2 του ν.4172/2013).
Για τις περιπτώσεις συνολικής κατάργησης των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, οπότε δεν τίθεται ζήτημα επιλογής, διότι δεν υφίστανται παραμένοντες υπάλληλοι, προβλέφθηκε, κατ' εξαίρεση, ότι μια σειρά από πρόσωπα υπέρ των οποίων συντρέχουν ιδιαίτεροι, κοινωνικοί λόγοι προστασίας (όπως ανάπηροι, σύζυγοι ή γονείς αναπήρων, γονείς που ασκούν αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ανηλίκων τέκνων, δικαστικοί συμπαραστάτες κλπ, σε συνδυασμό με εισοδηματικά κριτήρια, βλ.
λεπτομερώς παρ. 2 στοιχείο Δ' του άρθρου 90 του ν.4172/2013), μετατάσσονται ή μεταφέρονται αυτοδικαίως, από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων, σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης ή μεταφοράς του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες κατά κλάδο ή ειδικότητα με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα (άρθρο 90 παρ. 1α εδάφιο β' του ν.4172/2013).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με την κατάργηση οργανικών θέσεων και η εφαρμογή του θεσμού της διαθεσιμότητας σε συνδυασμό με την κινητικότητα των υπαλλήλων, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, καθορίσθηκε να γίνει με κριτήρια ορθολογικά και οικονομικά, σύμφωνα αφ' ενός με τις πραγματικές ανάγκες των δημοσίων υπηρεσιών προκειμένου να συνεχίσουν να εκπληρώνουν της αποστολή τους με τον καλύτερο και, συγχρόνως φθηνότερο τρόπο και αφ' ετέρου με την όσο το δυνατόν μικρότερη βλάβη των εργαζομένων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται (βλ.
και αιτιολογική έκθεση του ν.4172/2013, υπό το άρθρο 90). Η κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας μείωση των αποδοχών των υπαλλήλων κατά 1/4 σε σχέση με τις καταβαλλόμενες πριν τη θέση τους σε διαθεσιμότητα δεν προσβάλλει το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης τους και κατά συνέπεια δεν αντίκειται στο άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος.
Και τούτο διότι στις περιπτώσεις αυτές το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ΣΤΕ Ολ1310/2019).
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ και το εν γένει σύστημα του ισχύοντος αστικού δικαίου, η καταγγελία είναι μονομερής, απευθυντέα και αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την οποία εκδηλώνεται από το ένα μέρος των συνδεόμενων με μια σύμβαση αόριστης διάρκειας προς το έτερο η βούληση να παύσει να ισχύει ο μεταξύ τους ενοχικός δεσμός για το μέλλον.
Η καταγγελία ολοκληρώνεται με την περιέλευσή της σ' εκείνον, στον οποίο απευθύνεται και για να επιφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό της, χωρίς αμφιβολία, η βούληση του καταγγέλλοντος περί του ότι από συγκεκριμένο χρονικό σημείο και μετέπειτα θεωρεί μη υφιστάμενο τον μέχρι τότε ισχύοντα συμβατικό δεσμό.
Πανηγυρικές εκφράσεις δεν απαιτούνται (ΑΠ 1339/2018, ΑΠ 2110/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1, 53 παρ. 1 και 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988, που κωδικοποίησε τη νομοθεσία για το προσωπικό που υπηρετεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, η απόλυση λόγω κατάργησης οργανικής θέσης αντιδιαστέλλεται προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της υπηρεσίας, ως αιτία λύσεως του νομικού δεσμού που υφίσταται ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο.
Στην πρώτη περίπτωση, η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδικαίως με την κατάργηση της θέσης του απασχολούμενου. Ο απολυμένος τίθεται εκτός υπηρεσίας και διατηρεί, απλά, το δικαίωμα να προτιμηθεί, ώστε να καταλάβει την ίδια θέση, εάν αυτή συσταθεί και πάλι, μέσα σε ένα έτος από την απόλυσή του. Στη δεύτερη περίπτωση, η σύμβαση εργασίας λύεται οποτεδήποτε, με καταγγελία από την υπηρεσία, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο (ακολουθεί, στο άρθρο 53 παρ. 1 του π.δ. 410/1988, ενδεικτική απαρίθμηση περιστάσεων, οι οποίες συνιστούν σπουδαίο λόγο).
Η καταγγελία γίνεται με απόφαση του οργάνου, που είναι αρμόδιο για την πρόσληψη, ύστερα από αιτιολογημένη, σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο. Τόσο στην περίπτωση της απόλυσης εργαζόμενου λόγω κατάργησης της οργανικής του θέσης, όσο και στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες της ως άνω υποπαραγράφου Ζ.2 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 και του άρθρου 90 του ν.4172/2013, συνάγεται ότι στην περίπτωση της κατάργησης οργανικών θέσεων, με παράλληλη περιαγωγή σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων, που τις κατείχαν, δεν πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αλλά για αυτοδίκαιη απόλυση υπό αναβλητική αίρεση (ΑΚ 201), εξαρτώμενη από τη μη ευδοκίμηση της προσπάθειας της υπηρεσίας να μετατάξει ή μεταφέρει τους συγκεκριμένους υπαλλήλους σε οργανικές θέσεις κάποιου άλλου φορέα του δημόσιου τομέα.
Η εν λόγω εξέλιξη είναι ευμενέστερη για τους εργαζόμενους, σε σύγκριση με το προϋφιστάμενο νομικό καθεστώς, υπό το οποίο η κατάργηση οργανικής θέσης είχε ως αυτοδίκαιη συνέπεια την άμεση απόλυση του υπαλλήλου. Περαιτέρω στην υποπαράγραφο Ζ.4. με τον τίτλο "Κατάργηση ειδικοτήτων και θέσεων" του πρώτου άρθρου του ν.4093/2012, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ.4 και 5 του άρθρου 15 και συμπληρώθηκε κατά το τρίτο και τέταρτο εδάφια με τις παρ.6 του άρθρου 15 και 10 του άρθρου 102 αντίστοιχα του Ν.4111/2013, καθορίζονται τα κριτήρια για την κατάργηση θέσεων ανά υπηρεσία και φορέα και ορίζεται ότι: "1.
Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα: Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού-Λογιστικού, Διοικητικού-Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας και εφόσον ο αριθμός των υπαλλήλων αυτών:
αα) είναι ίσος ή μεγαλύτερος των δέκα (10) ανά υπηρεσία ή φορέα και ββ) ανέρχεται σε ποσοστό μικρότερο του 25% του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων όλων των εκπαιδευτικών κατηγοριών των ως άνω κλάδων και ειδικοτήτων και του 10% του συνόλου του τακτικού προσωπικού που υπηρετούν στην οικεία υπηρεσία ή φορέα. Στο συνολικό αριθμό των υπαλλήλων της υπηρεσίας ή του φορέα που λαμβάνεται ως μέγεθος αναφοράς υπολογίζονται οι μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι δημόσιοι λειτουργοί και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας.
Η παρούσα διάταξη δεν καταλαμβάνει τους υπαλλήλους που υπάγονται στις περιπτώσεις η`, θ`, ι`, ια` της παραγράφου 7 του άρθρου 33 του ν. 4024/2011, καθώς και εκείνους που υπάγονται στις περιπτώσεις αα`, ββ`, γγ`, δδ` της περίπτωσης β` της παραγράφου 7 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 34 του ν. 4024/2011, καθώς και τους υπαλλήλους των οποίων ο ή η σύζυγος τίθεται σε διαθεσιμότητα κατ` εφαρμογή του παρόντος νόμου.
Επίσης, η παρούσα διάταξη δεν καταλαμβάνει τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού - Λογιστικού, Διοικητικού Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων, οι οποίοι κατέχουν θέση στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου και στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου και υπηρετούν σε υπηρεσίες των ως άνω φορέων, που εδρεύουν στα νησιά.
Οι ως άνω υπάλληλοι επιστρέφουν στη θέση τους από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εκτός εάν έχουν ήδη υποβάλει αίτηση για μετάταξη, στο πλαίσιο της διαδικασίας που ορίζει η διάταξη του εδαφίου γ` της περίπτωσης 1 της υποπαρ. Ζ.1 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, και δεν υποβάλουν στο φορέα προέλευσής τους γραπτή δήλωση ανάκλησης της ανωτέρω αίτησης εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.".
Τέλος με το άρθρο 5 της από 12.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α 240), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 48 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α 18) ορίσθηκε ότι "Για την εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ.4. της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ως πρόσληψη με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας, νοείται η πρόσληψη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε θέσεις κατηγορίας ΔΕ ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού - Λογιστικού, Διοικητικού - Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων, η οποία α) εφόσον έλαβε χώρα προ της εφαρμογής του ν. 2190/1994, έγινε μετά από δημόσια προκήρυξη και γραπτό διαγωνισμό και β) εφόσον έλαβε χώρα μετά την εφαρμογή του ν. 2190/1994, έγινε μετά από διαγωνιστική διαδικασία του ΑΣΕΠ, το οποίο και κατάρτισε τους οριστικούς πίνακες διορισμού".
Επομένως, η κατά τις παραπάνω διατάξεις διαθεσιμότητα, στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος κινητικότητος, που αποσκοπεί στον εξορθολογισμό της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, ως άνω, είναι διαρθρωτική μεταρρύθμιση στην αγορά εργασίας και εμφανίζεται, ως πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο, που συμβάλλει, κατά την εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, στην επιτακτική έξοδο της Χώρας από την παρούσα οικονομική κρίση και στην επιτακτική βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών είναι δε, συνταγματικώς θεμιτός ο σκοπός εξόδου της Χώρας από την παρούσα οικονομική κρίση και βελτίωσης των δημοσιονομικών της μεγεθών.
Έτσι, δεν θίγονται το δικαίωμα επί της προσωπικότητας [άρθρο 5 παρ.1 Σ] και το δικαίωμα εργασίας [άρθρο 22 παρ.1 εδ. (α) Σ], ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος επί της προσωπικότητας ούτε παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 25 παρ.1 Σ. Ούτε επίσης θίγονται το άρθρο 2 παρ.1 Σ που προστατεύει την αξία του ανθρώπου, τα άρθρα 17 παρ.1 Σ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
που προστατεύουν όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και το άρθρο 4 παρ.1 του άρθρου `πρώτου`, Μέρος
ΙΙ, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη που αφορά την αμοιβή των εργαζομένων, καθότι οι ρυθμίσεις αυτές δεν κατοχυρώνουν και δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδυνεύσεως της αξιοπρεπούς διαβιώσεως περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Εξ άλλου, δεν παραβιάζεται η αρχή της προστατευόμενης (δικαιολογημένης) εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη Διοίκηση (Κράτος), αφού δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική διάταξη (ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 Συντάγματος) ή άλλη διάταξη νόμου δικαίωμα για τη διατήρηση της θέσης εργασίας στο δημόσιο τομέα ή δικαίωμα λήψης στο μέλλον ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται η διαφοροποίηση των αποδοχών, ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες (ΣτΕ ολ. 668/2012).
Άλλωστε η διαθεσιμότητα υπαγορεύθηκε από τους πιο πάνω επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους ώστε το μέτρο αυτό να μην προσκρούει στο άρθρο 103 παρ. 7 Σ (ΣτΕ ολ. 15/2015). Η δε ρύθμιση των θεμάτων διαθεσιμότητας, στο πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος κινητικότητας, αποσκοπεί, όπως ειπώθηκε, στον εξορθολογισμό της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, που θα συμβάλλει, κατά την μη υποκειμένη σε δικαστικό έλεγχο, παρά μόνο οριακά, εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος του δημοσίου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Εν όψει του άνω σκοπού εξορθολογισμού της διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, το μέτρο αυτής της διαθεσιμότητας δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.5 Σ για την ισότητα στην κατανομή των δημοσίων βαρών. Mάλιστα από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με την κατάργηση οργανικών θέσεων και η εφαρμογή του θεσμού της διαθεσιμότητας σε συνδυασμό με την κινητικότητα των υπαλλήλων, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, καθορίσθηκε να γίνει με κριτήρια ορθολογικά και οικονομικά, σύμφωνα αφ' ενός με τις πραγματικές ανάγκες των δημοσίων υπηρεσιών προκειμένου να συνεχίσουν να εκπληρώνουν της αποστολή τους με τον καλύτερο και, συγχρόνως φθηνότερο τρόπο και αφ' ετέρου με την όσο το δυνατόν μικρότερη βλάβη των εργαζομένων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται, η δε επιλογή των υπαλλήλων που θα τεθούν υπό καθεστώς διαθεσιμότητας καθορίσθηκε να γίνει με αντικειμενικά και απροσωπόληπτά κριτήρια για συγκεκριμένη, πολυπληθή και άνισα κατανεμημένη κατηγορία προσωπικού (ΔΕ -Διοικητικού) και αναλόγως του τρόπου πρόσληψής τους, λόγω των ελέγχων που προσφέρει η εμπλοκή του Α.Σ.Ε.Π.
κατά την πρόσληψη ή η προηγούμενη διαγνωστική διαδικασία. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, το μεν διέλαβε μείζονα σκέψη για την αντισυνταγματικότητα των υποπαραγράφων Ζ.2 και Ζ.4. της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222), το δε δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του κλάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού (οι 2ος, 4η, 7ος και 10ος εξ αυτών), ΔΕ Υπαλλήλων Γραφείου (η 5η εξ αυτών), ΔΕ Διοικητικού (η 21Π εξ αυτών) και ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων (οι λοιποί), έχοντας καταταγεί σε κενές οργανικές θέσεις και έχοντας ο καθένας από αυτούς τον αναγραφόμενο χρόνο πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας και ότι αυτοί υπηρετούσαν στις εκεί αναφερόμενες διευθύνσεις της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής.
Ότι με την με αριθ. οικ. 52053/45615/22.11.2012 διαπιστωτική πράξη του με θέμα "Κατάργηση θέσεων προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου", ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης' Αττικής αποφάσισε την κατάργηση πενήντα οκτώ (58) θέσεων προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής και συγκεκριμένα δύο (2) θέσεων ΔΕ Διοικητικού, δύο (2) θέσεων ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού και πενήντα τεσσάρων (54) θέσεων ΔΕ Διοικητικών - Γραμματέων.
Ότι, ακολούθως ο ίδιος ως άνω Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, επικαλούμενος την κατάργηση των ως άνω θέσεων και με κριτήριο επιλογής την κατηγορία και τον κλάδο των εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητων) ως ΔΕ Διοικητικού, ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού και ΔΕ Διοικητικού - Γραμματέων, όπως ρητά μνημονεύεται στο προοίμιο των διαλαμβανομένων στην απόφαση επί μέρους διαπιστωτικών πράξεων, επέλεξε από όλους τους υπηρετούντες στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής υπαλλήλους, τους ενάγοντες και τους έθεσε σε διαθεσιμότητα αναδρομικά από 13.11.2012 και για ένα (1) χρόνο, με συνέπεια να μη δέχεται η Διοίκηση έκτοτε την προσφορά των υπηρεσιών τους και να έχει παύσει έτσι η άσκηση των υπαλληλικών καθηκόντων τους, με τις όμοιου ακριβώς περιεχομένου και υπό τις ίδιες ημερομηνίες διαπιστωτικές πράξεις, που αναφέρονται κατ' αριθμό και ημερομηνία στην απόφαση αντίστοιχα για τον καθένα εξ αυτών.
Ότι έρεισμα των πιο πάνω πράξεων αποτέλεσαν οι υποπαράγραφοι Ζ.2. και Ζ.4. του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013- 2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016" (ΦΕΚ222/Α/12-11-2012). Ότι, δηλαδή, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι από τις 22-11-2012, οπότε και καταργήθηκαν οι οργανικές θέσεις τους με βάση την υπ' αριθμ.
οικ. 52053/ 45615/22-11-2012 διαπιστωτική πράξη του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, με ταυτόχρονη μείωση των μηνιαίων αποδοχών τους κατά 1/4, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην προπαρατεθείσα ρύθμιση του N. 4093/2012. Προκειμένου δε το Εφετείο να αχθεί σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας των πιο πάνω ρυθμίσεων του ν.4093/2012 δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "...Πλην, όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εν λόγω ρύθμιση προσβάλλει στον πυρήνα της συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων - εφεσίβλητον (άρθρ. 2 παρ. 1, 4 παρ. 5, 22 παρ. 1 εδ.
α Σ) και παραβιάζει τις αρχές της μη διάκρισης και της αξιοκρατίας για τους κατωτέρω λόγους: 1ον) Η επίμαχη ρύθμιση μεταβάλλει επί τα χείρω τους όρους εργασίας, αφενός μειώνοντας το μισθό των εναγόντων - εφεσίβλητων κατά 25%, αφετέρου καθιστώντας αβέβαιο το μέλλον της ίδιας της εργασιακής σχέσης. Η μεταβολή αυτή είναι αδικαιολόγητη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι είναι πλεονάζον προσωπικό του εναγόμενου - εκκαλούντος. 2ον) οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι τίθενται σε διαθεσιμότητα με μοναδικό κριτήριο την κατηγορία και τον κλάδο, χωρίς επαρκή αιτιολογία για ποιο λόγο επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε άλλους εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας και του ίδιου κλάδου, κατά παράβαση της αρχής της μη διακρίσεως.
Το δε κριτήριο που χρησιμοποιείται, ήτοι η μη τήρηση της διαγνωστικής διαδικασίας του ΑΣΕΠ, είναι παντελώς προσχηματικό, καθόσον δεν γίνονταν προσλήψεις μέσω της εν λόγω διαδικασίας. 3ον) Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι είναι πλεονάζον προσωπικό, τα συγκεκριμένα πρόσωπα ετέθησαν σε διαθεσιμότητα, χωρίς να προηγηθεί αντικειμενική και αξιοκρατική διαδικασία αξιολόγησης. 4ον) Προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, διότι -ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητας και της προσφορότητας του μέσου- πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν συγκεκριμένα πρόσωπα, των οποίων η ζωή ανατρέπεται άρδην χάριν των οικονομικών στοχεύσεων της εκάστοτε Κυβέρνησης και της περιστολής των κρατικών δαπανών, που αναγορεύονται σε σκοπούς υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, θέτοντας στο περιθώριο τον άνθρωπο ή μετατρέποντας αυτόν σε μέσο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
Προσβάλλεται, δε, η προσωπικότητα των εναγόντων εφεσίβλητων, καθόσον απομακρύνονται από τη θέση εργασίας τους και τους αποστερείται το δικαίωμα να εργασθούν. Επιπροσθέτως, ή καταβολή του 75% των αποδοχών των εναγόντων, σε συνδυασμό με την επιβολή αλλεπάλληλων φόρων και εισφορών, έχει ως συνέπεια τη διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των ίδιων και των οικογενειών τους, η οποία έχει τεθεί ως συνταγματικό όριο των μειώσεων των μισθών και των συντάξεων (βλ.
ΟλΣτΕ 668/ 2012, σκέψη 35, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 1285/2012, σκέψη 16, Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 5 Σ "οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους". Σύμφωνα με το άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. δ Σ, οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα, οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης" Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται καταρχήν να επιβάλει στους πολίτες, προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι αυτές κατανέμονται ισότιμα μεταξύ των πολιτών ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός και με την τήρηση των αρχών της προσφορότητας και της αναλογικότητας.
Συνεπώς, δεν είναι επιτρεπτή η επιβολή μέτρων που επιβαρύνουν δυσανάλογα ορισμένες κατηγορίες πολιτών έναντι άλλων, ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων μέτρων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών, εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα. Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από το πνεύμα των προπαρατεθεισών διατάξεων, τα κριτήρια αξιολόγησης των υπαλλήλων του εναγόμενου - εκκαλούντος, μεταξύ των οποίων κάποιοι τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, όπως οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, κάποιοι απολύθηκαν άμεσα και κάποιοι άλλοι μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στους φορείς υποδοχής των αρμοδιοτήτων του εναγόμενου - εκκαλούντος, παραβιάζουν τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας, της αναλογικότητας και του κράτους δικαίου.
Αυτό επειδή το μέτρο της θέσης σε διαθεσιμότητα, που επιβλήθηκε στους ενάγοντες, δεν λήφθηκε ως γενικό μέτρο για όλους τους υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ του εναγόμενου - εκκαλούντος. Για να κριθεί το νομοθετικό μέτρο που λήφθηκε πρόσφορο, θα έπρεπε το κριτήριο επιλογής του προσωπικού να είναι κατάλληλο, ώστε να εξασφαλιστεί ότι το προσωπικό που τίθεται σε διαθεσιμότητα πλεονάζει ή είναι ακατάλληλο για την εκτέλεση της εργασίας που αυτό παρέχει, Έτσι, η πλήρης παράβλεψη κατά την επιλογή των υπαλλήλων που τέθηκαν σε καθεστώς διαθεσιμότητας της αναγκαιότητας ή μη των θέσεων εργασίας που περικόπτονται, καθώς και της συγκριτικής αξιολόγησης της απόδοσης των εργαζομένων, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αρχή της οικονομικής αξιοποίησης των δημοσίων πόρων, και ως εκ τούτου είναι απρόσφορη, αφού αντιστρατεύεται ευθέως τον σκοπό της ορθολογικότερης κατανομής του προσωπικού των φορέων του δημοσίου τομέα και της δημοσιονομικής εξυγίανσης, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι οι σκοποί αυτοί επιδιώκονται από τον Ν. 4093/2012.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν έσφαλε, ενώ ο λόγος της κρινόμενης έφεσης ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις, με βάση τις οποίες τέθηκαν σε διαθεσιμότητα οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, δεν αντίκεινται στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, αναγνώρισε την ακυρότητα της θέσης των εναγόντων εφεσίβλητων σε διαθεσιμότητα, υποχρέωσε το εναγόμενο εκκαλούν να θεωρεί τους ενάγοντες εφεσίβλητους κανονικούς υπαλλήλους του και να αποδέχεται τις υπηρεσίες καθενός εξ αυτών, με τους ίδιους όρους που τις παρείχαν πριν τεθούν σε διαθεσιμότητα και υποχρέωσε το εναγόμενο - εκκαλούν να καταβάλει σε καθέναν από τους 23 ενάγοντες - εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσιβλήτους τα προαναφερόμενα ποσά (των 1.954,09,2.662,20, 1.811,95, 2.179,73, 1808,52, 2.166,46, 2.885,57, 2.163,33, 1.837,72, 2.674,52, 1.775,78, 2.112,77, 2.163,33, 1893,90, 1.909,95, 1.811,95, 2.152,93, 1.971,31, 1.773,52, 1.950,02, 1.687,40, 3.111,63 και 1.909,95 ευρώ αντίστοιχα), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, τα οποία αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα που διήρκησε η θέση σε διαθεσιμότητα καθενός εκ των εναγόντων εφεσίβλητων, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ o λόγος της κρινόμενης έφεσης περί του αντιθέτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...." Στη συνέχεια, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε τυπικά, και απέρριψε κατ` ουσία την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο την αγωγή ως νόμιμη και, στη συνέχεια εν μέρει βάσιμη και στην ουσία, ενώ αυτή (αγωγή) δεν ήταν νόμιμη και ειδικότερα δεχόμενο ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να αξιώσουν την τήρηση των προϋφιστάμενων όρων της σύμβασης εργασίας τους, αφού η ένταξή τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης της θέσης τους, με την ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών της, είναι άκυρη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα, και ότι, ως εκ τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο θέτοντας τους αναιρεσίβλητους σε καθεστώς διαθεσιμότητας, έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και έχει καταστεί υπερήμερο ως προς την καταβολή των νομίμων μηνιαίων αποδοχών της, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου τις διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ.2 και Ζ.4 του ν.4093/2012, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση και εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ.1και 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως βάσιμα αιτιάται το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση κατάργησης οργανικών θέσεων, όπως και στην περίπτωση των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι (άπαντες) κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους μετατάχθηκαν σε άλλες υπηρεσίες του εναγομένου, η κατάργηση των ως άνω θέσεων δεν αποκλείεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη με παράλληλη περιαγωγή σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που τις κατείχαν, και συνακόλουθα μείωση των αποδοχών τους ενώ σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, αλλά για αυτοδίκαιη απόλυση υπό αναβλητική αίρεση (201 ΑΚ), εξαρτώμενη από τη μη ευδοκίμηση της προσπάθειας της υπηρεσίας να μετατάξει ή μεταφέρει τους συγκεκριμένους υπαλλήλους, όπως και τους αναιρεσίβλητους, σε οργανικές θέσεις κάποιου άλλου φορέα του δημόσιου τομέα και, συνεπώς, το αναιρεσείον δεν είχε υποχρέωση κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους αλλά ούτε και να τους καταβάλλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για μισθούς υπερημερίας ή ως διαφορά αποδοχών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Πρέπει, ως εκ τούτου, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ως βάσιμου, να αναιρεθεί η 5084/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της, ήτοι και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, το οποίο συναναιρείται, αφού έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα[άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ].
Το ισχύον άρθρο 580 παρ.3 εδ. (α) ΚΠολΔ ορίζει ότι εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΟλΑΠ 3/2020 ΟλΑΠ 16/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα. Πρέπει, συνεπώς, κατά το πιο πάνω άρθρο 580 παρ. 3 εδ. (α) ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει επί της από 16.9.2016 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, να γίνει δεκτή η έφεση κατ` ουσία, να εξαφανισθεί η 987/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκτός από τη διάταξή της με την οποία η αγωγή απορρίπτεται ως προς την εικοστή δεύτερη (22η) ενάγουσα…, να δικασθεί, κατά τα λοιπά η από 29.3.2013 [Γ.Α.Κ.55285/Α.Κ.Δ. 1860/15.04.2013] αγωγή και να απορριφθεί, ως μη νόμιμη, κατά το μέρος που αυτή (αγωγή) έγινε δεκτή.
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της αναιρετικής δίκης, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 Ν.3693/1957, 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ.12 Ν.1738/1987, 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β'11/ 20.1.1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5084/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 16-9-2016 και με αρ. καταθ. 4025/5.10.2016 έφεσης, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται κατ` ουσία την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 987/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκτός από τη διάταξή της που απέρριψε την αγωγή ως προς την εικοστή δεύτερη (22η) ενάγουσα….
Δικάζει, κατά τα λοιπά επί της από 29-3-2013(Γ.Α.Κ.55285/Α.Κ.Δ. 1860/15.04.2013) αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών .
Απορρίπτει την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας από εξακόσια (600)ευρώ και της αναιρετικής δίκης από τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ