Supreme Court partially allows appeal on acquisitive prescription due to insufficient good faith argument in lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding the acquisition of property ownership through acquisitive prescription. The appellant argued that the lower court failed to properly establish the requisite good faith of the possessor, a critical element for acquiring title under the Greek Civil Code. The Court found the lower court's reasoning on this specific point vague and contradictory, rendering the application of the law erroneous and necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1041, 1042, 1044, 1045, 974, 976-978, 983 of the Civil Code; The court must remand a case for retrial if the lower court fails to provide adequate reasoning regarding the good faith requirement for acquisitive prescription, as this defect prevents a valid review of the legal application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 195 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 195/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Α. Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Λιάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 106/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-3-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, ήτοι φυσική εξουσίαση του ακινήτου με διάνοια κυρίου, καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος που πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 περ.α και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.
Ειδικότερα,ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαρειά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος αποδείξεις.(ΑΠ 40/2014). Επίσης, κατά το άρθρο 1045 του ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή, η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).
Ειδικότερα (η φυσική εξουσίαση του πράγματος συνίσταται στην άσκηση εξωτερικών, εμφανών υλικών πράξεων επ'αυτού. που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις νομής επί ακινήτου, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η φύλαξη, ο καθαρισμός, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτο, η εκμίσθωση και η εποπτεία του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά σε κάθε περίπτωση (ΑΠ 401/2018,ΑΠ 379/2015, ΑΠ 138/2015).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ'αριθ. 291/16-2-1996 απόφασης του Περιφερειακού Διευθυντή Νομού Κορινθίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Δ7206/5-3-1996), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, έκτασης, συνολικού εμβαδού 44.282,20 τ.μ., που βρίσκεται στο Ν.
Κορινθίας, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και, ειδικότερα, για τη βελτίωση της επαρχιακής οδού ..., στο τμήμα από χ.θ. 0+000 έως χ.θ. 5.660, που αποτελεί τμήμα της επαρχιακής οδού ... - . Η ως άνω απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται στο Νομό Κορινθίας και απεικονίζεται στο από 16-3-1999 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που συνέταξε ο τοπογράφος - μηχανικός Ε.
Μ. και θεωρήθηκαν την 23-3-1999 από το Διευθυντή της Τ.Υ.Δ.Κ. Ι. Μ.. Μεταξύ των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, περιλαμβάνεται και το αναφερόμενο στον κτηματολογικό πίνακα, με αριθμό 165α ακίνητο, με φερόμενη ιδιοκτήτρια την ενάγουσα, συνολικής έκτασης, κατά τον πίνακα, 2.350,50 τ.μ., που περικλείεται απ'τα στοιχεία 31-41-83-70-65-20-90-75-31 και βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δ.Δ. ..., του Δήμου ..., χαρακτηρίζεται δε, στον σχετικό πίνακα ως δάσος.
Το εν λόγω απαλλοτριούμενο ακίνητο είναι το επίδικο της κρινόμενης αγωγής, το οποίο αποτυπώνεται με τα στοιχεία ΑυγκΑλσρτΝΞΑ στο επισυναπτόμενο σ'αυτήν τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, και το οποίο συνορεύει προς δυσμάς με τον νέο επαρχιακό δρόμο ... σε πλευρά 30 μέτρων, προς ανατολάς εν μέρει με τον ίδιο δρόμο, επί πλευράς 30 μέτρων και εν μέρει με αγροτική οδό επί πλευράς 27 μέτρων, ενώ προς βορράν και νότο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνορεύει με συνεχόμενη ιδιοκτησία της.
Το εν λόγω ακίνητο, σύμφωνα με την αγωγή βρίσκεται στη θέση "... " Δ.Δ. .. όμως, όπως προκύπτει απ'το κτηματολογικό διάγραμμα της απαλλοτρίωσης αλλά και από την από 15-1-2001 αίτηση που είχε καταθέσει η ενάγουσα στο Δασαρχείο Κορίνθου ζητώντας τον χαρακτηρισμό του, κατ' άρθρ. 14 Ν. 998/1979, αυτό βρίσκεται στη θέση "...", που είναι διακεκριμένη θέση από αυτής της "... ".
Μετά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος, με την με αρ. 622/2000 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ακολούθησε η διαδικασία της αναγνώρισης δικαιούχων, κατά την οποία το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας, υποστηρίζοντας ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο δάσος.
Την αμφισβήτηση της κυριότητας της ενάγουσας, αλλά και του δικαιοπαρόχου της, την πρόβαλε το εναγόμενο και με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής που άσκησε η ενάγουσα προκειμένου να επιλυθεί το παραπάνω θέμα. Αυτή, προς απόδειξη της κυριότητάς της, καθώς και του δικαιοπαρόχου της, επικαλέστηκε τα με αρ. 1528/1996 και 2291/1966 συμβόλαια.
Ειδικότερα η ενάγουσα επικαλέστηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου της, εμβαδού 12.000 τ.μ., που συνορεύει με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες του Κ. Σ. και Β. Σ., ότι αυτό το απέκτησε με γονική παροχή απ' τον πατέρα της, δυνάμει του με αρ. 1528/1996 συμβολαίου της συμβ/φου ..., Α. Γ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί και ότι ο πατέρας της το απέκτησε από κληρονομιά του πατέρα του και κατόπιν διανομής με τους συγκληρονόμους του, δηλ.
την μητέρα και τα αδέλφια του, δυνάμει του με αρ. 2291/1966 συμβολαίου διανομής του συμβ/φου ..., Δ. Ν. που νόμιμα, επίσης, μεταγράφηκε.
Λόγω της παραπάνω αμφισβήτησης της κυριότητας της ενάγουσας απ'το εναγόμενο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης της ενάγουσας, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί ο παράγωγος τρόπος κτήσης. Επειδή το επίδικο δεν συσχετιζόταν, με βάση την περιγραφή του, με ασφαλή όρια αλλά με την συνεχόμενη, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, μεγαλύτερη ιδιοκτησία της τελευταίας, των 12.000 τ.μ., ο εν λόγω πραγματογνώμονας προσπάθησε να την προσδιορίσει βάσει του τίτλου, συνυπολογίζοντας για το σχηματισμό της, τρία ακίνητα που αναφέρονται σ'αυτόν και;
συγκεκριμένα (το ελαιοπερίβολο εις θέση "...", εμβαδού 4.000 τ.μ., το εις θέση "...α" ξηρικό αγρό εμβαδού 7.000 τ.μ. και τον εις θέση "... - ..." ξερικό αγρό, εμβαδού 2.000 τ.μ. και, με βάση την προκύπτουσα έκταση των 13.000 τ.μ., χωρίς να αποτυπώσει επί τοπογραφικού διαγράμματος τα τρία αυτά ακίνητα, συσχετίζοντάς τα με την περιγραφή των ορίων τους, που προκύπτει απ' τον τίτλο, θεώρησε ότι αυτά συναποτελούν την ευρύτερη ιδιοκτησία της ενάγουσας και, παρόλο;
επίσης, που, κατά την αυτοψία και εμβαδομέτρησή της, την βρήκε να έχει έκταση 15.489,86 τ.μ., δηλ. μεγαλύτερη αυτής της αγωγής, εντούτοις κατέληξε ότι το επίδικο ακίνητο "φαίνεται να περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία της ενάγουσας". Λόγω της αβεβαιότητας και ασάφειας της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, το εναγόμενο ζήτησε και εξακολουθεί να ζητεί και κατά την παρούσα συζήτηση, νέα πραγματογνωμοσύνη, το εν λόγω, όμως, αίτημά του κρίνεται αβάσιμο για τους εξής λόγους:
Όπως προαναφέρθηκε το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "...". Από τον τίτλο κτήσης της ενάγουσας προκύπτει ότι στη θέση αυτή φέρεται να έχει στην κυριότητά της μόνο ένα ελαιοπερίβολο, εμβαδού 4.000 τ.μ., που συνορεύει με δημόσιο δρόμο, ιδιοκτησίες Β. Σ., Κ. Σ., δάσος και αγροτικό δρόμο. Το εμβαδόν του εν λόγω ακινήτου δεν συμπίπτει με το εμβαδόν" της μεγαλύτερης έκτασης που αναφέρει στην αγωγή, συμπίπτουν, όμως, εν μέρει, τα όριά τους.
Ειδικότερα, όμως, προκύπτει για τον εντοπισμό του επιδίκου στην περιοχή αυτή, το όριο των κληρονόμων Κ. Σ., το οποίο, πράγματι, εντοπίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο πραγματογνώμονας και το οποίο είναι αυτό που εκτείνεται βόρεια και βορειοδυτικά του επιδίκου. Το εν λόγω όριο των κληρονόμων Κ.
Σ. είναι κρίσιμο για τον εξής λόγο: ο πατέρας της ενάγουσας (και δικαιοπάροχος της), απέκτησε από κοινού με την μητέρα του και τα τρία αδέλφια του, από κληρονομιά του πατέρα του, ένα ακίνητο, που περιγράφεται στο με αριθμό …91/1966 συμβόλαιο, με τον αριθμό …3, ως εξής: "σταφιδάμπελον εν θέση …. περιφέρειας της Κοινότητας … του τέως Δήμου ..., έκτασης 3.000 τ.μ.
περίπου και συνεχόμενης δασώδους έκτασης δέκα (10) περίπου στρεμμάτων, μετά του εν αυτή ελαιώνος, εκτάσεως 1.500 τ.μ., εκ πεντήκοντα ελαιοδένδρων, οριζομένων με δρόμον δημόσιον, με Β. Σ., Σ. Γ., Β. Σ. και Γ. Δ.". Από το εν λόγω ακίνητο, που αποτελείτο από την σταφιδάμπελο, την δασώδη έκταση και τον μέσα σ'αυτήν, ελαιώνα, ο πατέρας της ενάγουσας κατά τη διανομή με τους συγκληρονόμους του, που έγινε με το με αρ. 2291/1966 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., Δ.
Ν., και μεταγράφηκε νόμιμα, έλαβε μόνο τον ελαιώνα των 1.500 τ.μ., με τα πενήντα ελαιόδενδρα, ενώ, όσον αφορά την όμορη, μετά τη δασώδη έκταση, σταφιδάμπελο των 3.000 τ.μ., στην ίδια θέση "...", δεν προκύπτει απ' το διανεμητήριο αυτό συμβόλαιο, ποιός την απέκτησε. Ωστόσο, για τη δασώδη έκταση των 10 στρεμμάτων, που περιέβαλε τον ελαιώνα ("μετά του εν αυτή ελαιώνος"), προκύπτει απ' το συμβόλαιο ότι αυτή περιήλθε στον αδελφό του πατέρα της ενάγουσας, Κ.
Σ. (βλ. σελ. …5 συμβολαίου διανομής). Το εν λόγω ακίνητο (δασώδης έκταση) είναι το μόνο, μάλιστα, που απέκτησε ο Κ. Σ. στην θέση "...". Η θέση του εν λόγω, επομένως, ακινήτου του, στο τοπογραφικό του πραγματογνώμονα, βόρεια και βορειοδυτικά του επιδίκου, που υποδείχθηκε, βέβαια, στον πραγματογνώμονα απ' την ενάγουσα, επιβεβαιώνεται, όμως, ως προς την θέση και από το κτηματολογικό πίνακα και κτηματολογικό διάγραμμα που συντάχθηκαν από υπηρεσίες του εναγομένου και περιλαμβάνουν ως ιδιοκτήτες του ομόρου, με αρ. 165β ακινήτου (δάσους), τους κληρονόμους του Κ.
Σ., καθιστά βέβαιη τη θέση του επιδίκου που ισχυρίζεται ότι απέκτησε η ενάγουσα με βάση το με αρ. 1528/96 συμβόλαιο, στην θέση όπου αυτό αποτυπώνεται και απ' όπου διήλθε η νέα επαρχιακή οδό ....
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά την έκδοση, της με αρ. 622/2000 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για την απαλλοτριωθείσα έκταση, η ενάγουσα, με την από 15-1-2002 αίτησή της, που απευθυνόταν στο Δασαρχείο …, ζήτησε τον χαρακτηρισμό της έκτασης των 12.000 τ.μ. που ισχυρίζεται ότι της ανήκει (και συμπεριλαμβάνει και το επίδικο), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 Ν. 998/79.
Με την αίτηση προσκόμισε και το από Σεπτεμβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδιώτη δασολόγου Μ. Σ., που αποτυπώνεται, καθ' υπόδειξή της, η ευρύτερη αυτή έκταση με τα όρια που αναγράφονται σ'αυτό και αποτελείται από τα τμήματα Ε1,Ε2,Ε3,Ε4,Ε5καιΕ1", συνολικού εμβαδού 11.942,54 τ.μ., καθώς και από την απαλλοτριωθείσα, επίδικη έκταση, που καταλαμβάνεται από τον επαρχιακό δρόμο ...
και τα πρανή αυτού, η οποία αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α,υ,γ,κ,λ,σ,π,ρ,τ,Ν,Ξ,Α. Με βάση την αίτηση της ενάγουσας και κατόπιν της από 28-2-2002 αναφοράς της δασολόγου Β. Κ., ο Δασάρχης … με την υπ'αρ. 1253/28-2-2002 πράξη του χαρακτήρισε όλα τα παραπάνω τμήματα (Ε2,Ε3,Ε4,Ε5,Ε1" συνολικού εμβαδού 7.952,70 τ.μ.), που αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα του ιδιώτη δασολόγου Μ.
Σ., που προσκόμισε η ενάγουσα, ότι εμπίπτουν στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας (άρθρ. 3 § § 1, 5, ν. 998/79), πλην του υπό στοιχείο Ε Γ, εμβαδού 3.989,84 τ.μ., που το χαρακτήρισε ως γεωργικά καλλιεργούμενη έκταση, ενώ για την απαλλοτριωθείσα έκταση δεν διατύπωσε καμία κρίση.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά από αίτημα της ενάγουσας και προφορική διαταγή του Δασάρχη … η ως άνω δασολόγος πραγματοποίησε αυτοψία στην απαλλοτριωθείσα έκταση, την οποία αποτύπωσε με τα ίδια στοιχεία (όπως και στο τοπογραφικό διάγραμμα του Μ. Σ.), στο δικό της από 26-3-2002 τοπογραφικό. Σύμφωνα με την αυτοψία αυτή διαπιστώθηκε ότι η προς χαρακτηρισμό, ως άνω, έκταση βρίσκεται σε μια ευρύτερη περιοχή, που αποτελείται από επικλινές, με διάφορες εκθέσεις, ανάγλυφο, με ασβεστολιθικό έδαφος και ως προς τη χρήση είναι δάση και μη δασικές εκτάσεις.
Αυτή συνορεύει από όλες τις πλευρές με καμένα δάση, που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέα με την με αρ. 1577/2000 απόφαση του Γεν. Γραμ. Περιφερείας Πελ/νήσου, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ήταν ότι είχε επικλινές ανάγλυφο με έκθεση ανατολική, έδαφος ασβεστολιθικό, αποτελούσε, ως προς τη χρήση, τον επαρχιακό δρόμο ..., ενώ το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της είναι ότι ήταν δάσος, στο οποίο, τότε, είχε κατασκευαστεί η επαρχιακή οδός ..., με τα πρανή του.
Από την στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1987, η έκταση εμφανιζόταν ως δάσος, δηλ. αυτή εμπίπτει στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα στις παραγράφους 1 και 5 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979. Με βάση την αυτοψία αυτή, που συμπεριελήφθη στην από 26-3-2002 αναφορά της δασολόγου της υπηρεσίας, εκδόθηκε η με αρ. 1825/26-3-2002 πράξη του Δασάρχη Κορίνθου, με την οποία η απαλλοτριωθείσα, ως άνω, έκταση χαρακτηρίστηκε ότι εμπίπτει στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας (άρθρ. 3 §§ 1, 5 Ν. 998/79).
Κατά των παραπάνω πράξεων η ενάγουσα άσκησε αντιρρήσεις ενώπιον της πρωτοβάθμιας Επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων του Νομού Κορινθίας. Η εν λόγω Επιτροπή, με την με αρ. 20/2004 απόφαση της έκρινε ότι τα τμήματα του ευρύτερου αυτού, προς χαρακτηρισμό, ακινήτου με στοιχεία Ε", Ε2, Ε3 και Ε5 ήταν πάντα δάσος χαλεπίου πεύκης και, επομένως, ορθά χαρακτηρίστηκαν από τον Δασάρχη Κορίνθου ως δάσος.
Όσον αφορά, ειδικότερα, την απαλλοτριωθείσα έκταση, που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, απ' την στερεοσκοπική εξέταση των αεροφωτογραφιών του έτους 1945, διαπιστώθηκε ότι στην έκταση αυτή και στην όμορη έκταση Ε4 υπήρχε αγρός περίπου 1.700 τ.μ. και, κατ' ακριβέστερη καταμέτρηση 1.718,90 τ.μ., γύρω απ' τον οποίον εφύετο δάσος χαλεπίου πεύκης.
Ο αγρός αυτός αποτυπώνεται με τα στοιχεία Β1, Β2, ΑΙ, Α2, Β3, Β4, Β5, Β6, Β7, Β8, γ, Β1 στο τοπογραφικό που συνοδεύει το με αρ. πρωτ. 59/12-1-2005 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Κορινθίας. Το 1960, ο εν λόγω αγρός φαίνεται πάλι ο ίδιος, όμως αυτός έχει εγκαταλειφθεί. Το έτος 1987, ο αγρός φαίνεται δασωμένος με δένδρα χαλεπίου πεύκης, με βαθμό συγκόμωσης πλέον του 70%, αποτελώντας έτσι συνέχεια του διπλανού δάσους.
Ένα τμήμα, όμως, από αυτόν, εμβαδού 531 τ.μ., δεν απώλεσε τον αγροτικό χαρακτήρα του. Το τμήμα αυτό των 531 τ.μ., αποτυπώνεται με τα στοιχεία ΑΙ, Α2, A3, Α4, Α5, Α6, Α7, Α8, ΑΙ στο ίδιο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει το με αρ. 59/2005 έγγραφο. Από αυτό το τμήμα, ένα μέρος του μόνο, εμβαδού 467,68 τ.μ., βρίσκεται εντός των ορίων της απαλλοτρίωσης (το Α1Α3Α4....Α8Α1), ενώ το υπόλοιπο, εμβαδού 63,32 τ.μ., που αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α1Α2Α3Α1, εκτείνεται στο Ε4 τμήμα, που δεν είναι επίδικο.
Έτσι, το έτος 1996, κατά τη διάνοιξη της νέας επαρχιακής οδού ... αυτή πέρασε ακριβώς πάνω απ' το μεγαλύτερο μέρος του παλαιού αγρού (δασωμένου και μη), αφήνοντας εκτός των ορίων απαλλοτρίωσης, δύο τμήματα αυτού, δηλ. το μικρό τμήμα προς νότον, που εκτείνεται μεταξύ της γραμμής Β5Β6 και του νοτίου ορίου της απαλλοτρίωσης και το πέραν του προς βορράν ορίου απαλλοτρίωσης, τμήμα με τα στοιχεία λΑ3Α1Α2Β3 και μέχρι του σημείου τομής της Β3Β4 με το όριο της απαλλοτρίωσης.
Έτσι, βάσει των ανωτέρω παρατηρήσεων, η επιτροπή στην επίδικη απαλλοτριωθείσα έκταση, με τα στοιχεία ΑυγκλσπρτΝΞΑ, με εξαίρεση το τμήμα Α1Α3Α4Α5Α6Α7Α8Α1, εμβαδού 467,68 τ.μ., που το χαρακτήρισε μη δασική έκταση (αγρό), το υπόλοιπο τμήμα αυτής το χαρακτήρισε δάσος (άρθρ. 3 § 1 Ν. 998/79), τροποποιώντας και διορθώνοντας σχετικά την με αρ. 1825/2002 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Κορίνθου, με την οποία το επίδικο είχε χαρακτηριστεί ολόκληρο δάσος.
Διευκρινίζεται όμως περαιτέρω με το με αρ. πρωτ. 59/2005 έγγραφο, που αναφέρθηκε και παραπάνω, ότι το δάσος γύρωθεν του με στοιχείο Α1Α3Α4Α5Α6Α7Α8Α1 αγρού, που περιβάλλεται, προς δυσμάς, με τα στοιχεία Α1Β2Β1γΒ8Β7 και μέχρι του σημείου τομής της ευθείας Β7Β6 με το προς νότον όριο της απαλλοτρίωσης και προς ανατολάς με τα στοιχεία Α3,λ,Β4 και μέχρι του σημείου τομής της ευθείας Β4Β5 με το προς νότου όριο της απαλλοτρίωσης, αποτελεί ιδιωτικό δάσος, ενώ το υπόλοιπο δάσος, που εκτείνεται πέραν των τελευταίων αυτών προς δυσμάς και ανατολάς ορίων και φτάνει μέχρι τα γύρωθεν όρια της απαλλοτριωθείσας έκτασης, υπήρξε ανέκαθεν δάσος και επομένως, κατά τεκμήριο, δημόσιο δάσος.
Κατά της εν λόγω απόφασης, η ενάγουσα άσκησε την από 7-4-2005 προσφυγή της ενώπιον της Β/θμιας Επιτροπής επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων. Η εν λόγω προσφυγή δεν προσκομίζεται, ωστόσο, σύμφωνα με τα πρακτικά της εκδοθείσας απ' την Επιτροπή αυτή, με αρ. 23/2005 απόφασης, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι "...η επίδικη έκταση (άρα και η χαρακτηρισθείσα δασική εντός του απαλλοτριωθέντος τμήματος) από του έτους 1930 έως το έτος 1950 περίπου, εκαλλιεργείτο ως σταφιδάμπελος από τους προκατόχους της...".
Η Β/θ μια Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψην τα προσκομισθέντα από αυτήν έγγραφα, την έκθεση φωτοερμηνείας της Δασολόγου και την διενεργηθείσα στην επίδικη έκταση αυτοψία, αποφάσισε ότι μόνο τα με στοιχείο ΕΙ" και Ε5 τμήματα αυτής είναι μη δασικά, όπως υποστήριζε και η ενάγουσα, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά την απόφαση της πρωτοβάθμιας Επιτροπής και επομένως και την κρίση αυτής ότι το πέραν του με στοιχεία Α1Α3Α4Α5Α6Α7Α8Α1 αγρού, τμήμα της απαλλοτριωθείσας έκτασης εμπίπτει στις - διατάξεις της δασικής Νομοθεσίας, δηλαδή έχει δασική μορφή, υπό τη διάκριση που αναφέρεται παραπάνω ως προς το ιδιωτικό - δημόσιο δασικό.
Κατά της με αρ. 23/2005 απόφασης της Β/θμιας Επιτροπής, η ενάγουσα δεν άσκησε αίτηση ακύρωσης. Έτσι, η διαδικασία χαρακτηρισμού, με την άσκηση των προβλεπομένων απ' το Νόμο ενδικοφανών προσφυγών, ολοκληρώθηκε με την απόφαση της αρμόδιας δευτεροβάθμιας επιτροπής, οπότε, με βάση την πραγματική κατάσταση που υφίστατο κατά το χρόνο έκδοσης της παραπάνω απόφασης (δηλ. 2005), το επίδικο: 1) κατά το τμήμα του Α1Α3....Α7Α8Α1, εμβαδού 467,68 τ.μ.
ήταν αγρός, στον οποίο η ενάγουσα Καλλιεργούσε ελαιόδενδρα και συνέλεγε τους καρπούς των, όπως και η ίδια ισχυρίζεται στην αγωγή της και συνεπώς το τμήμα αυτό της ανήκει με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, αφού και πριν από αυτήν οι δικαιοπάροχοι της ασκούσαν επί αυτού του τμήματος τις ίδιες πράξεις νομής απ' το 1966, τουλάχιστον, που διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία, δηλ.
για χρονικό διάστημα πέραν της 20ετίας, 2)κατά το πέραν των ορίων Α1Α3....Α7Α8Α1 τμήμα, που περικλείεται προς δυσμάς, με τα στοιχεία Α1Β2Β1γΒ8Β7 και μέχρι του σημείου τομής της ευθείας Β7Β6 με το προς νότον όριο της απαλλοτρίωσης και προς ανατολάς με τα στοιχεία Α3,λ,Β4 και μέχρι του σημείου τομής της ευθείας Β4Β5 με το όριο της απαλλοτρίωσης αποτελούσε δάσος και μάλιστα ιδιωτικό, αφού πριν να δασέψει το εν λόγω τμήμα, το 1987, με χαλέπιο πεύκη, αυτό εκαλλιεργείτο απ' την ενάγουσα και τους δικαιοπάροχους της με ελαιόδενδρα, όπως και ο υπόλοιπος, παρακείμενος μη δασωθείς αγρός, οπότε η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα και αυτού του τμήματος με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της απ' το 1966, τουλάχιστον, 3) το υπόλοιπο τμήμα, το εκτεινόμενο πέραν της τεθλασμένης γραμμής με τα παραπάνω στοιχεία, πέραν του ότι αποτελούσε ανέκαθεν δάσος και συνεπώς και κατά το 1836, με αποτέλεσμα να τεκμαίρεται δημόσιο, και η ενάγουσα να μην έχει ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, αφού το εν λόγω δάσος, που περιβάλλει τον αγρό της, δεν συμπεριλαμβανόταν ποτέ στον τίτλο κτήσης της, αλλά, αντιθέτως, όπως προκύπτει απ' το διανεμητήριο συμβόλαιο, αυτό, αναφερόμενο ως δασώδης περιοχή με τον αριθμό 33 του εν λόγω συμβολαίου, ανήκε στον Κ.
Σ., περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε απ' τον επ' ακροατηρίω εξετασθέντα μάρτυρα της και καμία πράξη νομής αυτής επί του συγκεκριμένου δάσους. Επομένως, το εν λόγω τμήμα δεν αποδείχτηκε ότι περιήλθε σ'αυτήν με παράγωγο, άλλως πρωτότυπο τρόπο.
Βάσει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή εν μέρει, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη για το τμήμα του επίδικου ακινήτου που αποτελεί αγρό και το τμήμα εκείνο του ιδιωτικού δάσους." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, (εμβαδού 2.350,50 τμ) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και δη 1) για τμήμα του επίδικου ως αποτελούντος αγρό, εμβαδού 467,68 τμ και 2) για τμήμα επίσης του επίδικου, ως αποτελούντος ήδη ιδιωτικό δάσος, χωρίς να προσδιορίζεται το εμβαδόν του και αναφέρεται ως πέραν των ορίων το πρώτου τμήματος και περιβαλλόμενο με τα αναφερόμενα στοιχεία, την κυριότητα των οποίων (τμημάτων) απέκτησε η αναιρεσίβλητη με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ενώ απέρριψε την αγωγή κατά την υπόλοιπη έκταση (υπόλοιπο τμήμα), ως αποτελούντος δημόσιο δάσος, χωρίς επίσης να προσδιορίζεται το εμβαδόν της, και ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης και εξαφάνισε την εκκαλούμενη που είχε απορρίψει στο σύνολο της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, κατά το μέρος που προσβάλλεται και δή κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή ως προς το υπ' αρ. 2 ως άνω τμήμα, φερόμενου ως αποτελούντος ιδιωτικό δάσος, και ως προς το οποίο και μόνο πλήττεται η προσβαλλόμενη και αφορούν όλοι οι προβαλλόμενοι με την αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου λόγοι, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν, ασαφείς, ανεπαρκείς, και αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κτήσης κυριότητας της ενάγουσας επί του επίδικου με χρησικτησία και, συνακόλουθα, και με παράγωγο τρόπο) όπως θα εκτεθεί.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το επίδικο, "κατά το πέραν των ορίων ... τμήμα αποτελούσε δάσος και μάλιστα ιδιωτικό, αφού πριν να δασέψει το εν λόγω τμήμα, το 1987, με χαλέπιο πεύκη, αυτό εκαλλιεργείτο απ' την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της με ελαιόδενδρα, όπως και ο υπόλοιπος, παρακείμενος μη δασωθείς αγρός, οπότε η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα και αυτού του τμήματος με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, προσμετρώντας και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της απ' το 1966, τουλάχιστον", στην αμέσως προηγούμενη ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού έχει δεχθεί ότι "το 1960 ο εν λόγω αγρός φαίνεται πάλι ο ίδιος, όμως αυτός έχει εγκαταλειφθεί.
Το έτος 1987, ο αγρός φαίνεται δασωμένος με δένδρα χαλεπίου πεύκης, με βαθμό συγκόμωσης πλέον του 70%, αποτελώντας έτσι συνέχεια του διπλανού δάσους", δηλαδή ότι δεν καλλιεργείται έκτοτε και ουδεμία πράξη ασκείται επί αυτού, ώστε οι αιτιολογίες να είναι ασαφείς και αντιφατικές που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης διακατοχικών πράξεων από την ενάγουσα και τους δικαιοπαροχούς της και του χρονικού διαστήματος διενέργειας των διακατοχικών πράξεων για συμπλήρωση έτσι του απαιτούμενου χρόνου της ΙΟετίας ή 20ετίας, αντίστοιχα, της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, (που δέχθηκε η προσβαλλόμενη με παραπομπή και στις αντίστοιχες διατάξεις), γεγονός που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των προαναφερόμενων στην μείζονα σκέψη διατάξεων περί χρησικτησίας του ΑΚ.
Επιπρόσθετα, ουδεμία αιτιολογία διέλαβε η προσβαλλόμενη ως προς την ύπαρξη ή μη του στοιχείου της καλής πίστης στο πρόσωπο της ίδιας και των δικαιοπαρόχων της κατά τη διενέργεια των αναφερόμενων διακατοχικών πράξεων, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων περί τακτικής χρησικτησίας. Η ασάφεια, ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών ως άνω ως προς το κρίσιμο ζήτημα της χρησικτησίας, επιδρά άμεσα και στην κτήση κυριότητας από την ενάγουσα με παράγωγο τρόπο (άρθρο 1033 ΑΚ), λόγω της αμφισβήτησης από το εναγόμενο της κυριότητας του άμεσου και απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, όπως δέχεται και η προσβαλλόμενη, ώστε αναγκαία προϋπόθεση αποτελεί η απόδειξη της κτήσης κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο από τον άμεσο ή και απώτερο δικαιοπάροχο της μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου της τακτικής, άλλως έκτακτης χρησικτησίας. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων περί χρησικτησίας του ΑΚ είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπόλοιπων αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος που προσβάλλεται, ήτοι κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή και αφορά μόνο στο αναφερόμενο στο διατακτικό αυτής, αλλά και στο σκεπτικό της, υπ' αριθμ 2 τμήμα του επίδικου που χαρακτηρίζεται επίσης στο σκεπτικό, ότι αποτελεί ήδη ιδιωτικό δάσος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη 106/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ