195/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 482/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1014/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated195/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Full text
Απόφαση 195 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 195/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΘΗΤΑ ΜΙ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε" , που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Παύλο Ιωαννίδη και Τριανταφυλλιά Κωστούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Ιανουαρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 482/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1014/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση, και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας τού ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Εξάλλου, οι διατάξεις του ν. 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", όπως ισχύουν (μετά την ισχύ του π.δ. 34/10-2-1995 που κωδικοποίησε τις διατάξεις νόμων περί εμπορικών μισθώσεων), εφαρμόζονται και στις μισθώσεις ακινήτων, που καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, ως εκμισθωτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού (ήδη 1 και 2, 3 του ανωτέρω π.δ.), διότι ο ν. 813/1978, σε σχέση με τις προστατευόμενες μισθώσεις επαγγελματικής στέγης, περιέχει ρύθμιση ειδική, η οποία, ως τέτοια, επικρατεί της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των ΝΠΔΔ.
Ενόψει αυτών, στις μισθώσεις, που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 813/1978, οι οποίες καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 περιπτ. ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των ΝΠΔΔ προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 4 του ν.δ. 496/1974, με τις οποίες διατάξεις (των άρθρων 40 παρ. 1 περ.
ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979) ορίζονται, ότι "ο μισθωτής δεν δικαιούται εις μείωσιν του μισθώματος από της κατακυρώσεως της μισθώσεως και εφεξής. Το ΝΠΔΔ δεν ευθύνεται έναντι του μισθωτού δια την πραγματικήν κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το μίσθιο και ης ώφειλεν να λάβει γνώσιν ούτος και δεν υποχρεούται εκ του λόγου τούτου, εις επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος ούτε εις την λύσιν της μισθώσεως".
Και τούτο, διότι οι διατάξεις του ν. 813/1978 ως ειδικές, κατισχύουν των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1744/1991). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται επί της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, ασχέτως αν αυτή προέρχεται από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.
Παρέχει η διάταξη αυτή στον δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια στο μέτρο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΑΠ 1487/2005, 1135/2005).
Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 του ν. 818/1978, η οποία προβλέπει την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, δεν προκύπτει ειδικώς, αν στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (ΑΚ 388), επιτρέπεται αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση το άρθρο 288 ΑΚ, εκ τούτου όμως δεν έπεται, ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της.
Η αναφορά στο νόμο του άρθρου 388 ΑΚ, οφείλεται στο ότι η διάταξη αυτή αποτελεί τυπική περίπτωση εφαρμογής της καλής πίστης επί των αμφοτεροβαρών, όπως η μίσθωση, συμβάσεων, καθώς και στη θέληση του νομοθέτη να άρει τις αμφισβητήσεις, που είχαν ανακύψει υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς εμπορικών μισθώσεων, ως προς την έκταση της εφαρμογής της και δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή, διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ.
Αν τέτοια βούληση υπήρχε, θα έπρεπε, ενόψει του χαρακτήρα της διάταξης αυτής ως γενικής και αναγκαίας για την περιστολή ή αποφυγή των ακυροτήτων, στις οποίες θα μπορούσε να καταλήξει το ανωτέρω σύστημα αναπροσαρμογής του μισθώματος, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, να δηλωθεί ρητώς (Oλ.
ΑΠ 9/1997). Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς η εφαρμογή της καλής πίστης στην εκπλήρωση των ενοχικών σχέσεων δεν μπορεί να αποκλεισθεί γενικά εκ των προτέρων με παραίτηση του ενός ούτε με συμφωνία και των δύο μερών και, επομένως, τέτοια παραίτηση ή συμφωνία είναι άκυρη. Περαιτέρω, βασική εκδήλωση της καλής πίστης με αντίκτυπο στην κύρια παροχή είναι η αναπροσαρμογή του ύψους αυτής.
Έτσι, με βάση την ΑΚ 288, μπορεί να επιβάλλεται μείωση του ύψους της παροχής, όταν αυτή έγινε δυσβάστακτη για τον οφειλέτη εξαιτίας π.χ. μεταγενέστερης μεταβολής συνθηκών. Τέλος, από τον συνδυασμό, των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στον μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, στην περίπτωση δε που κατά το χρόνο της παράδοσής του στον μισθωτή, το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ως επίσης και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε μία τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, πλην όμως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 και 581 του ΑΚ, ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα γνωστά στο μισθωτή και για συμφωνημένες ιδιότητες που την έλλειψή τους γνώριζε ο τελευταίος κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, όπως επίσης και όταν αυτός (μισθωτής) παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η περί της ιδιότητας του μισθίου συμφωνία δεν απαιτείται να είναι ρητή, αλλά δύναται κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να θεωρηθεί και σιωπηρώς συμφωνηθείσα, όταν επί τοιούτων πραγμάτων υπάρχουν στις συναλλαγές συνήθεις ιδιότητες του μισθίου, τις οποίες ο μισθωτής ευλόγως εδικαιούτο να προσδοκά ως υπάρχουσες, ως φύσει εξυπακουόμενες ή όταν ο εκμισθωτής δήλωσε ως υπάρχουσες, θεωρούνται ως συμφωνηθείσες, χωρίς να γίνεται ειδική μνεία περί αυτών στη σύμβαση.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο ν.π.δ.δ. ιδρύθηκε με το π.δ. 411/1995 για να αποτελέσει το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της .... Η ανάπτυξη του νοσοκομείου αυτού θα γινόταν με βάση τον Οργανισμό του σταδιακά με αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του αρμόδιου Υπουργείου Υγείας.
Το καλοκαίρι 1999 είχε αποπερατωθεί η κτιριακή υποδομή του και είχε εξοπλισθεί με τα αναγκαία ιατρικά μηχανήματα και την κατάλληλη επίπλωση. Είχε μάλιστα αρχίσει η μερική λειτουργία του με την πρόσληψη προσωπικού (ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού) 450 ατόμων. Λειτουργούσαν δε κλινικές ικανές να νοσηλεύσουν 120 ασθενείς.
Όμως, με βάση τον Οργανισμό του, το Νοσοκομείο μπορούσε να αναπτύξει μέχρι 708 κλίνες και για τη στελέχωσή του προβλέπονταν η πρόσληψη επί πλέον προσωπικού 1.600 ατόμων περίπου (δηλαδή συνολικά 2.000). Το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου, εκτιμώντας ότι από το 2000 θα στελεχώνονταν όλες οι υπηρεσίες του σε ποσοστό τουλάχιστον 80% της προαναφερόμενης δυναμικότητάς του, προκήρυξε πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκμίσθωση των κυλικείων του νοσοκομείου που προορίζονταν για την εξυπηρέτηση του προσωπικού, των ασθενών και των επισκεπτών.
Με τη διακήρυξη η τιμή εκκίνησης για καθένα από τα δύο ένδικα κυλικεία (το ένα είναι κοντά στο αμφιθέατρο του ισογείου εμβαδού 10 τ.μ. και το άλλο στα εξωτερικά ιατρεία του πρώτου ορόφου, εμβαδού 18,26 τ.μ.) καθορίσθηκε σε 1.300.000 δρχ το μήνα. Τα μισθώματα εκκίνησης ορίσθηκαν σε τέτοια μεγάλα ύψη λόγω της φύσεως των μισθίων κυλικείων, τα οποία κατά κανόνα έχουν πελατεία εξασφαλισμένη και αναγκαστική.
Παράλληλη αιτία του ύψους αυτών ήταν και το γεγονός ότι υπήρχε προσδοκία, αν όχι πλήρους αναπτύξεως της δυναμικότητας του νοσοκομείου, η ανάπτυξη αυτής μέχρι το 80%. Η ενάγουσα αναδείχθηκε πλειοδότρια για τα ανωτέρω ακίνητα, προσφέροντας μίσθωμα 2.760.000 δρχ (8.100 ευρώ) και 2.540.000 δρχ (7.454 ευρώ), αντίστοιχα. Έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ των μερών η από 14.1.2000 σύμβαση μισθώσεως των κυλικείων αυτών για δύο έτη (1.2.2000 έως 31.1.2002) αντί των ανωτέρω μισθωμάτων.
Το χαρτόσημο θα βάρυνε τη μισθώτρια, η οποία παρέλαβε τα μίσθια και εγκαταστάθηκε σ' αυτά. Όταν γινόταν ο διαγωνισμός, απασχολούνταν στο νοσοκομείο προσωπικό 450 ατόμων, οι κατά μέσο όρο νοσηλευόμενοι ασθενείς ημερησίως ήταν 100, οι συγγενείς και επισκέπτες 300 κατά μέσο όρο, και οι εκπαιδευόμενοι φοιτητές 200.
Συνολικά, δηλαδή κατά μέσο ημερησίως κυκλοφορούσαν στο νοσοκομείο περί τα 1050 άτομα, που ήταν και η πιθανή πελατεία των κυλικείων. Αν βέβαια το νοσοκομείο είχε πλήρη ανάπτυξη, το εύρος της πελατείας θα ήταν πολύ μεγαλύτερο και θα άγγιζε τα 4.600 άτομα ημερησίως, διότι το προσωπικό θα ήταν 2.000 άτομα, οι νοσηλευόμενοι κατά μέσο όρο 600, οι συνοδοί και επισκέπτες τους κατά μέσο 1.800 και οι εκπαιδευόμενοι φοιτητές 200.
Όπως προαναφέρθηκε, υπήρχε η προσδοκία ότι τον Φεβρουάριο 2000 η δυναμικότητα του νοσοκομείου θα είχε αναπτυχθεί σε ποσοστό 80%. Με βάση αυτή την εκτίμηση υπολογίζεται ότι η πελατεία των κυλικείων θα ήταν 3.680 άτομα κατά μέσο όρο ημερησίως. Στην εκτίμηση αυτή άλλωστε απέβλεψε τόσο η ενάγουσα και γι' αυτό πλειοδότησε για το μίσθωμα των κυλικείων στα ανωτέρω ύψη, όσο και το διοικητικό συμβούλιο και γι' αυτό καθόρισε τα ποσά εκκινήσεως σε τόσο μεγάλα ύψη.
Ναι μεν στο μισθωτήριο δεν αναφέρεται κάποια διαβεβαίωση του εκμισθωτή για τα μεγέθη αναπτύξεως της δυναμικότητας του νοσοκομείου, ούτε συναρτήθηκε το μίσθωμα ευθέως με αυτά, πλην όμως υπήρξε προφορική διαβεβαίωση των εκπροσώπων του για την ανάπτυξη της δυναμικότητας σε ποσοστό 80%, διότι αυτή ήταν και η δική τους προσδοκία.
Οι προσδοκίες όμως αυτές δεν επιβεβαιώθηκαν. Όταν εγκαταστάθηκε η μισθώτρια στα μίσθια, αλλά και στη συνέχεια, το νοσοκομείο εξακολουθούσε να υπολειτουργεί, έχοντας την ίδια ακριβώς δυναμικότητα όπως κατά το χρόνο του διαγωνισμού. Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε με εξώδικη δήλωσή της προς το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου και ζήτησε την αναπροσαρμογή του μισθώματος με ανάλογη μείωση αυτού κατά ποσοστό 70%.
Το εναγόμενο αρνήθηκε και η ενάγουσα άσκησε αγωγή ζητώντας την κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του μισθώματος.
Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 281/2002 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Λάρισας που έκανε δεκτή την αγωγή και μείωσε το μίσθωμα κατά ποσοστό 70%. Τελικά, μετά από έφεση του εναγομένου, η μείωση περιορίσθηκε σε ποσοστό 60%. Με την υπό κρίση αγωγή της ζητεί να διατηρηθεί η μείωση αυτή και για την επόμενη τριετία.
Ωστόσο, η επιθυμητή ανάπτυξη του νοσοκομείου συντελέστηκε πράγματι στο ένδικο διάστημα, δηλαδή από 1.2.2002 έως 31.12.2005. Συγκεκριμένα, από 1.1.2002 έως 31.12.2002 οι αναπτυγμένες κλίνες του νοσοκομείου ήταν 345, ενώ από 1.1.2003 έως 30.12.2003 ανήλθαν σε 490. Δηλαδή, από τον Φεβρουάριο 2000 υπερτετραπλασιάστηκαν. Το προσωπικό αυξήθηκε σημαντικά και ανέρχεται πλέον σε 1641 άτομα, ενώ άλλοι 278 αναμένονται να αρχίσουν άμεσα να εργάζονται.
Πρόκειται για προσωπικό αποσπασμένο σε άλλες υπηρεσίες που επίκειται να επιστρέψει και σε νέες προσλήψεις που ήδη έγιναν. Επομένως και το προσωπικό από τον Φεβρουάριο 2000 υπερτετραπλασιάστηκε. Επίσης και ο αριθμός των νοσηλευόμενων ασθενών διπλασιάστηκε κατά το διάστημα από Ιανουάριο 2002 μέχρι το Δεκέμβριο 2003.
Συγκεκριμένα, τον Ιανουάριο 2002 καταγράφτηκαν 5.649 ημέρες νοσηλείας σε όλες τις κλινικές και τα τμήματα του νοσοκομείου, τον Ιανουάριο 2003 σε 6.876 και το Δεκέμβριο 2003 σε 10.442. Έκτοτε η τάση είναι συνεχώς αυξητική. Ανάλογη με τους ασθενείς είναι και η αύξηση του αριθμού των συνοδών αυτών, αλλά και των επισκεπτών τους.
Η σημαντική αυτή αύξηση των νοσηλευόμενων ασθενών δεν οφείλεται μόνο στην αύξηση των κλινών και τη λειτουργία όλων των κλινικών του νοσοκομείου, αλλά και η θέση αυτού από το Μάρτιο 2003 σε εφημερία ανά δύο ημέρες. Τον Ιανουάριο 2000 δεν εφημέρευε καθόλου και στη συνέχεια μέχρι το Μάρτιο 2003 εφημέρευε κάθε 4 ημέρες.
Τέλος, πρέπει να προστεθεί και ο αριθμός των φοιτητών και νοσηλευτών που εκπαιδεύονται στο νοσοκομείο αυτό και υπερβαίνουν τους 250 την ημέρα. Εφόσον λοιπόν το μέγεθος της αναπτύξεως της δυναμικότητας του νοσοκομείου του εναγομένου, με το οποίο συναρτάται άμεσα και το μέγεθος της πελατείας των κυλικείων αυτού, έφθασε στο επιθυμητό για την ενάγουσα όριο, δεδομένου ότι έφθασε στο 80% της πληρότητάς του, κανένας λόγος δεν συντρέχει πλέον να μειωθεί το συμφωνημένο μίσθωμα για τα κυλικεία στο ύψος που καθορίστηκε για την πρώτη διετία της μισθώσεως.
Δεν συντρέχουν δηλαδή οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, διότι πλέον η αντιπαροχή (μίσθωμα) τελεί σε αναλογία προς την παροχή (μίσθιο). Οφείλει επομένως η ενάγουσα για το ένδικο διάστημα να καταβάλλει το συμφωνημένο μίσθωμα των 8.100 και 7.454 ευρώ αντίστοιχα και επί πλέον το ανάλογο χαρτόσημο. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν.
Η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι στο ένδικο διάστημα έλαβε χώρα κάποια ανάπτυξη της δυναμικότητας του νοσοκομείου αλλά όχι σε ποσοστό 80% και, αφού έκανε δεκτή την αγωγή εν μέρει, μείωσε το μίσθωμα κατά 50%. Κρίνοντας όμως έτσι, δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και έσφαλε κατά το βάσιμο δεύτερο λόγο της εφέσεως που πρέπει να γίνει δεκτός.
Πρέπει λοιπόν να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και το δικαστήριο, αφού κρατήσει την υπόθεση και δικάσει την ουσία της, να απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ορίζεται στο διατακτικό". Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 268 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, με τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ειδικότερα, οι αιτιολογίες αυτές δεν είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς, διότι:
Αναφέρουν μεν ότι κατά το αμέσως προς το ένδικο από 1.2.2002 έως 31.12.2005 προγενέστερο διετές χρονικό διάστημα λειτουργίας της ένδικης μίσθωσης, δηλαδή από 1.2.2000 έως 31.1.2002, δεν επιτεύχθηκε η γενομένη αποδεκτή και από τα δύο διάδικα μέρη προσδοκία ανάπτυξης της δυναμικότητας του Νοσοκομείου του αναιρεσιβλήτου, όπου και τα μίσθια κυλικεία, σε ποσοστό 80/%, που θα εξασφάλιζε τον αριθμό πελατείας κατά μέσο όρο ημερησίως των κυλικείων 3.680 ατόμων από το προσωπικό, τους ασθενείς, τους συνοδούς και επισκέπτες τους και το εκπαιδευόμενο προσωπικό, που επηρέαζε ουσιωδώς την αποδοτικότητα των μισθωθέντων κυλικείων και το ύψος του συμφωνηθέντος μισθώματος, όπως προσδιορίστηκε αρχικά στην διακήρυξη του πλειοδοτικού διαγωνισμού και στη συνέχεια με την αποδοχή του στην πλειοδοσία από την αναιρεσείουσα, γεγονός που αιτιωδώς οδήγησε στην δικαστική μείωση του μισθώματος, για ολόκληρο εκείνο το διετές χρονικό διάστημα κατά ποσοστό 60%, με μέσο όρο πελατείας ημερησίως 1000 ατόμων από προσωπικό, ασθενείς νοσηλευομένους, συγγενείς και επισκέπτες ασθενών και εκπαιδευομένους, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία των εκατέρωθεν παροχών και να μην τελούν σε σημαντική δυσαναλογία.
Στη συνέχεια όμως, αναφέρουν οι ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης με σαφήνεια: 1) ότι από την έναρξη του ενδίκου χρονικού διαστήματος στις 1.2.2002 και μέχρι το μέσο του ίδιου χρονικού διαστήματος, δηλαδή μέχρι το τέλος του 2003, ύστερα από συνεχή αυξητική τάση, υπερτετραπλασιάσθηκαν οι ανεπτυγμένες κλίνες και το προσωπικό, διπλασιάστηκε ο αριθμός των νοσηλευομένων ασθενών, των συνοδών και επισκεπτών τους και τετραπλασιάσθηκε ο αριθμός των εφημεριών του νοσοκομείου σε σχέση με τα αριθμητικά δεδομένα του Ιανουαρίου του 2000, και το μέγεθος ανάπτυξης της δυναμικότητας του Νοσοκομείου του αναιρεσιβλήτου έφθασε στο επιθυμητό για την αναιρεσείουσα μισθώτρια όριο του 80% της πλήρους ανάπτυξής του, που εξασφάλιζε μέσο όρο πελατείας ημερησίως τον αρχικά προβλεφθέντα των 3.680 ατόμων και 2) ότι έκτοτε και για την επόμενη διετία του ενδίκου χρονικού διαστήματος, δηλαδή από 1.1.2004 έως 31.12.2005 η τάση είναι συνεχώς αυξητική, υπερβαίνουσα τις αρχικές προσδοκίες, ώστε δε συνέτρεχε κατά τις αρχές της καλής πίστης προϋπόθεση μείωσης του συμφωνημένου μισθώματος για οποιοδήποτε μέρος του ενδίκου χρονικού διαστήματος, εφόσον η αντιπαροχή (μίσθωμα) κατά μέσο όρο για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα τελούσε σε αναλογία προς την παροχή του μισθίου.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, της διαγνωσθείσας δηλαδή κατά μέσο όρο αναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής για όλο το ένδικο χρονικό τετραετές διάστημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι:
α) η προσδοκία της αφορούσε την ανάπτυξη όλης της πληρότητας και λειτουργικότητας του Νοσοκομείου (100%) και όχι το 80%, β) δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι η πληρότητα του 80% ισοδυναμεί με πληρότητα 100% και γ) δεν μνημονεύονται τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ.- Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι "συντρέχει λόγος μείωσης του μισθώματος των κυλικείων σε ποσοστό 70% και για το επίδικο χρονικό διάστημα, διότι αντίστοιχη ήταν και η ζημία που υπέστη αυτή από τη μειωμένη λειτουργία των ίδιων κυλικείων".
Το Εφετείο, όμως, τον πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό τον απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτόν, δηλαδή ότι καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα δεν συνέτρεξε κατά μέσο όρο μειωμένη λειτουργία των ίδιων κυλικείων και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-9-2007 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΗΤΑ ΜΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1014/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ