Legislator Case Law & Legislation
1959/2017 AI generated

1959/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1959/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Legislator headnote

AI generated

1959/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 4/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1959 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1959/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Γ., 2) Ι. συζύγου Α. Μ., κατοίκων ... ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Γ. Μ. του Α., β) Ν. Μ. του Α., 3) Σ. χήρας Γ. Π., το γένος Χ. Ψ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαγκλάρα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/2/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2014 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/11/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 4/3/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 179/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχτηκε την από 4.7.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 210/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε απορρίψει την από 5.2.2008 αγωγή της κατά των ήδη αναιρεσειόντων, δέχτηκε ακολούθως την αγωγή αυτή και διέρρηξε ως καταδολιευτική την αναφερόμενη, στο διατακτικό της απαλλοτρίωσης ακινήτου της πρώτης εναγομένης και ήδη τρίτης αναιρεσείουσας προς τους λοιπούς τούτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί η εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου, 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των διατάξεων, των αναφερομένων στο βάρος της απόδειξης, η αναιρεσίβλητη δεν απέδειξε τα όσα ανέφερε στην αγωγή της και δη τον ισχυρισμό της ότι το επίδικο διαμέρισμα ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της τρίτης αναιρεσείουσας και έτσι από τη δική τους επιμέλεια (εξέταση μάρτυρος, προσκόμιση εγγράφων), ανταπόδειξης, άλλως αιτιολογημένης άρνησης, ωφελήθηκε εν τέλει η αντίδικος, που είχε το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών της.

Ο συγκεκριμένος όμως λόγος που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις τους δεν θεμελιώνουν κάποιον από τους περαστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, το άρθρο 315 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αν από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης, περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι οι εκ παραδρομής εμφιλοχωρήσασες στη δικαστική απόφαση ως άνω πλημμέλειες δεν θεμελιώνουν κάποιο από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, αλλά μπορούν να αποκατασταθούν κατά την οριζομένη στα άρθρα 315 επ., ΚΠολΔ διαδικασία διορθώσεως (ΑΠ 1638/2008, Α.Π. 962/2007.

Α.Π. 43/2007). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν, ενώ ως " αίτηση ", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι και το αίτημα της αγωγής (Α.Π. 1741/2012, Α.Π. 1287/2012, Α.Π. 704/2011, Α.Π. 651 /2009, Α.Π. 960/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα ζήτησε με την από 5-2-2008 ένδικη αγωγή της τη διάρρηξη της γενόμενης απαλλοτρίωσης, με το υπ’ αριθμ. .../22-8-2007 συμβόλαιο δωρεάς του συμ/φου Ρόδου Γ.

Ρ., από την πρώτη προς τους λοιπούς εναγομένους-αναιρεσείοντες της περιγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά το ποσοστό των 80% εξ αδιαιρέτου, κυριότητας της πρώτης εναγομένης, ούτως ώστε να υποχρεωθούν οι δεύτερος και τρίτος αντίδικοι της να αποκαταστήσουν τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν την παράνομη μεταβίβαση, όλως δε επικουρικώς να αναμεταβιβάσουν την κυριότητα του ιδανικού μεριδίου επί του περιγραφέντος στο ιστορικό της αγωγής ακινήτου αντικειμενικής αξίας 178.245,72 Ευρώ (ήτοι ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχείο πίνακα Β’ διαμερίσματος 145,81 τ.μ., το οποίο αποτελείται από 4 κύρια δωμάτια, κουζίνα, μπάνιο και αποθήκη και καταλαμβάνει ολόκληρο το δεύτερο υπέρ του ισογείου όροφο πολυκατοικίας, κείμενης επί οικοπέδου ολικής εκτάσεως 711 τ.μ.

στην πόλη της ... και δη στη θέση "...", επί της οδού ..., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 239,40%ο, στα οποία αντιστοιχούν 170 τ.μ. εξ αδιαιρέτου επ’ αυτού και με κτηματολογικά στοιχεία: τόμος (αρχικός) … ... (τελευταίος) …, φύλλο ..., μερίδα ... και φάκελος ... του ...) στην πρώτη εναγομένη και σε περίπτωση μη συμμορφώσεως να θεωρηθεί, κατ’ άρθρο 949 ΚΠολΔ, ότι η προς αναμεταβίβαση δήλωση βούλησής τους πραγματοποιήθηκε με την τελεσιδικία της εκδοθησομένης αποφάσεως.

Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά παραδοχή της από 4-7-201 1 έφεσης της ενάγουσας, αν και έκρινε στο σκεπτικό της, ότι η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή "και να απαγγελθεί η διάρρηξη της προαναφερόμενης δωρεάς μέχρι του ποσού των 43.107,58 Ευρώ", δεχόμενο στη μείζονα σκέψη του ότι "η θεσπιζόμενη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη επέρχεται στο βαθμό μόνο στον οποίο ζημιώνεται εκείνος που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτριώσεως, δηλαδή κατά το μέρος της που απαιτείται για να καλυφθεί η άλλως μη δυνάμενη να ικανοποιηθεί απαίτησή του, η εξεύρεση δε του μέρους αυτού εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαιτήσεως που πρέπει να ικανοποιηθεί, προς το ποσό της αξίας του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου κατά την έγερση της αγωγής", στο διατακτικό της, δικάζοντας την από 5-2-2008 (αρ.

κατ. 221/2008) αγωγή, δέχτηκε αυτή και απήγγειλε τη διάρρηξη ολόκληρης της δικαιοπραξίας, σύμφωνα με ίο προαναφερόμενο αίτημα της ως άνω αγωγής. Ενόψει των εκτεθέντων, ίο Δικαστήριο δεν επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την ένδικη αγωγή και ο δεύτερος, κατά το σχετικό σκέλος του, λόγος της αίτησης, περί υπερβάσεως της κρίσης του, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι με αυτόν προβάλλεται αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, εφόσον δεν προσδιορίζεται από τους αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Παράλληλα, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην ως άνω, από προφανή παραδρομή "παράλειψη" του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δυνάμενη να αποκατασταθεί κατά την οριζόμενη στα άρθρα 315 επ. ΚΠολΔ διαδικασία διορθώσεως, δεν θεμελιώνει κάποιο από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους και επομένως πρέπει να απορριφθείς ως απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (3000) ευρώ το οποίο καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.11.2014 αίτηση των Α. και Ι. Μ., ως ασκούντων την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους Γ. και Ν. καθώς και της Σ. χήρας Γ. Π., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 179/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ