Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to tenant's failure to appear in court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous appellant's appeal against the Second Instance Court's eviction order. The appellant, representing a hotel company, failed to appear or be represented by a lawyer during the appeal hearing, while the respondent, a real estate company, was properly represented. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant did not participate in the proceedings as required by law, leading to the rejection of the request to set aside the eviction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 226 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or participate in the hearing without valid legal justification, resulting in the dismissal of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1959 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1959/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GLOBUS HOTELS Ανώνυμος εταιρεία Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΟΜΕΣΙΤΙΚΗ Τουριστική και Ξενοδοχειακή Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία Κλωστοϋφαντουργικών Ειδών, Εξοπλισμού Χώρων και Σίτισης", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ηλιόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Φεβρουαρίου 2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4819/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6759/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-9-2010 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 6759/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση από την ...12-12-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης, από 20-9-2010 αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6759/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, που υπάρχει κάτω απ' αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αιτήσεως για τη δικάσιμο στις 17-9-2012, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, με σχετική σημείωση στο πινάκιο, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (16-9-2012), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη πιο πάνω τελευταία δικάσιμο (16-9-2013), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της, από την σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της σκέψης αυτής, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 1009 εδ. α' ΚΠολΔ και 614 εδ. α' ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού μισθίου ακινήτου και μεταβιβάσεως, συνεπεία του πλειστηριασμού, της κυριότητας στον υπερθεματιστή, ο τελευταίος, από της κατά τα άρθρα 1192 περ. 2 και 1198 ΑΚ μεταγραφής της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, υπεισέρχεται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της μισθώσεως (ΑΠ 955/1995 ΕΔΠ 1997.50).
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του ως άνω άρθρου 614 ΑΚ είναι: α) έγκυρη και ενεργός μίσθωση ακινήτου, β) μίσθωση που καταρτίσθηκε από το κύριο του, σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, γ) απόδειξη της μίσθωσης με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και δ) πλειστηριασμός κατά τη διάρκεια της μίσθωσης κατά την οποία πρέπει να έχει γίνει εκτέλεση της σύμβασης, δηλαδή παράδοση του μισθίου Αντιθέτως ο νέος κτήτορας (υπερθεματιστής με πλειστηριασμό) δεν δεσμεύεται από την μίσθωση, όταν ο εκμισθωτής δεν ήταν κύριος του μισθίου, όταν δηλαδή εκμίσθωσε αλλότριο ακίνητο.
Κατά το άρθρο 1005 § 2 ΚΠολΔ, η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός. Με βάση την περίληψη αυτή μπορεί να γίνει κατά το άρθρο 943 αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του και εναντίον εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, καθώς και κατ' εκείνου, ο οποίος νέμεται ή κατέχει το πράγμα, στο όνομα του καθ' ου η εκτέλεση, αδιάφορα, αν πρόκειται για σχέση εμπράγματη ή ενοχική.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 574 επ. ΑΚ, συνάγεται ότι η εκμίσθωση αλλότριου πράγματος, κινητού ή ακινήτου, είναι έγκυρη γιατί η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα επί του μισθίου. Επί εκποιήσεως δε, του μισθίου ακίνητου κατά τη διάρκεια της εμπορικής μισθώσεως επέρχεται από το νόμο μεταβίβαση της σχέσης της μίσθωσης στο νέο κτήτορα, ο οποίος υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση και αποκτά τα σχετικά από αυτή δικαιώματα στην έκταση που τα είχε και ο δικαιοπάροχος του εκμισθωτής (ΑΠ 515/1999 1693/1997).
Είναι δε αδιάφορο αν η μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου επέρχεται εκουσίως ή κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού. Έτσι και ο υπερθεματιστής από της αποκτήσεως της κυριότητας του μισθίου (άρθρ. 1005 ΚΠολΔ) υπεισέρχεται στη μίσθωση αν ο πλειστηριασμός έγινε σε βάρος του εκμισθωτή κυρίου του μισθίου. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 997 εδ.
α' ΚΠολΔ, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από τον οφειλέτη, αν πρόκειται δε για ενυπόθηκο κτήμα είναι άκυρη η διάθεση του και από τον τρίτο, κύριο ή νομέα, κατά τη διάταξη δε της παραγράφου 2 ιδίου άρθρου, τα αποτελέσματα της § 1 αρχίζουν α) για τον οφειλέτη, αφότου επιδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 995 η περίληψη ή αντίγραφο της κατάσχεσης, β) ...
γ) για τους τρίτους, μόνον αφότου η κατάσχεση εγγραφεί κατά το άρθρο 995 στο βιβλίο κατασχέσεων και εφόσον έγιναν οι επιδόσεις στον οφειλέτη και τον τρίτο, κύριο ή νομέα). Η ως άνω, ακυρότητα της διαθέσεως κατασχεμένου ακινήτου, λόγω του επιδιωκομένου από αυτή σκοπού, είναι σχετική υπέρ των προσώπων των οποίων βλάπτονται τα συμφέροντα από την απαγορευμένη εκποίηση, δηλαδή αυτού που επέβαλε την κατάσχεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, οι οποίοι μπορούν να επικαλεστούν την ακυρότητα.
Η ακυρότητα αυτή επέρχεται αυτοδικαίως υπέρ των παραπάνω προσώπων, χωρίς να απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση. Από το εδ. β' της παρ. 1 της ίδιας πιο πάνω διατάξεως (997 ΚΠολΔ) συνάγεται ότι, μετά την κατάσχεση του ακινήτου η εκμίσθωση του από τον οφειλέτη ή τον τρίτο κύριο ή νομέα ή η παραχώρηση της χρήσης ή της κατοχής του βάσει άλλης έννομης σχέσης μπορεί να καταγγελθεί από τον υπερθεματιστή μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.
Και ότι με την καταγγελία αυτήν η μίσθωση ή άλλη σχέση λύεται μετά εξάμηνο και χωρεί η κατά το άρθρο 1005 παρ. 2 εκτέλεση. Για να χωρήσει, όμως υπεισεύλεση του νέου κτήτορα, στην εν λόγω στη μισθωτική σχέση, και να προβεί στην πιο πάνω καταγγελία, για ανακτήσει την κατοχή του μισθίου, θα πρέπει εκμισθωτής να είναι ένα από τα περιοριστικά στην πιο πάνω διάταξη αναφερόμενα πρόσωπα (οφειλέτης-καθού η εκτέλεση ή τρίτος κύριος ή νομέας).
Διαφορετικά ο υπερθεματιστής δεν δεσμεύεται και μπορεί να προχωρήσει σε εκτέλεση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1005 παρ. 2 και 943 ΚΠολΔ. 3. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.
ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση τι Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: . Με επίσπευση του Α. Γ. Κ. και προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του ύψους 2623000 δρχ. κατά της οφειλέτιδας εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟΣ ΑΕ ανώνυμη εταιρεία ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων" προερχόμενης από την 3557/94 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατασχέθηκε αναγκαστικά δυνάμει της ...13-10-1994 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου …, το περιγραφόμενο στην εν λόγω έκθεση και στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ...
και ήδη διευρυμένου Δήμου …, κείμενο ακίνητο (αγροτεμάχιο), επιφάνειας 8493,18 τ. μ. ιδιοκτησίας της εν λόγω οφειλέτιδας εταιρείας, το οποίο η τελευταία είχε εκμισθώσει δυνάμει της από 11/04/1985 συμβάσεως μισθώσεως, όπως αυτή παρατάθηκε μεταγενέστερα, στην ανακόπτουσα εταιρεία. Περίληψη της προαναφερόμενης ...1994 κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου επιδόθηκε στην άνω οφειλέτιδα εταιρεία στις 14/10/1994, η οποία και καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία κατασχέσεων του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στις 24/10/1994 (βλ.
την .../14-10-94 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου …και το ...25-10-94 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα. Μάσσητος). Με το .../25-10-94 πρόγραμμα δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού του προαναφερόμενου δικαστικού επιμελητή, ο πλειστηριασμός του εν λόγω κατασχεθέντος ακινήτου ορίστηκε να πραγματοποιηθεί στις 23/11/1994, πλην όμως η διενέργειά του κατά την ημερομηνία αυτή ματαιώθηκε.
Στο διάστημα που επακολούθησε πραγματοποιήθηκε η έκδοση νέων προγραμμάτων και ορίστηκαν νέες ημερομηνίες διενέργειας του πλειστηριασμού, πλην όμως η διενέργειά του ανεστάλη ή ματαιώθηκε και τελικά με επίσπευση του ίδιου, ως άνω, επισπεύδοντος ορίστηκε να πραγματοποιηθεί στις 27/03/96, πλην όμως και την ημερομηνία αυτή δεν πραγματοποιήθηκε.
Εν τω μεταξύ ο προαναφερόμενος επισπεύδων, έχοντας αι άλλη απαίτηση κατά της παραπάνω καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας ύψους 73.367,57 ευρώ προερχόμενη από την 5230/1994 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επέδωσε στην τελευταία με επιταγή προς εκτέλεση στις 21/11/03, και ενώ η κατά τα ανωτέρω επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση εξακολουθούσε υφισταμένη, με την από 20.11.03 αναγγελία του, που επέδωσε στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο-Συμβολαιογράφο Κρανιδίου Κων/νο Θεοφ.
Βασαγιάννη στις 26/11/03, ανήγγειλε την απαίτησή του αυτή στον τελευταίο, παράλληλα δε επέδωσε την εν λόγω αναγγελία του στην καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία στις 25/11/03 και στον Υποθηκοφύλακα Μάσσητος Κρανιδίου στις 02/12/03, ο οποίος τον ενέγραψε αυθημερόν στο περιθώριο του φύλλου, στο οποίο είχε εγγραφεί η προαναφερόμενη (...1994) αναγκαστική κατάσχεση.
Στη συνέχεια ο ίδιος, ως άνω, επισπεύδων, με την από 11/12/03 ενώπιον του παραπάνω επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου-Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Κων/νου Θεοφ. Βασαγιάννη δήλωσή του, για την οποία συντάχτηκε από τον τελευταίο η .../11-12-03 δήλωση περί συνέχισης πλειστηριασμού, δήλωσε ότι συνεχίζει τον προαναφερόμενο μη διενεργηθέντα πλειστηριασμό, παράλληλα δε έδωσε εντολή στον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να προβεί στις κατά νόμο δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις για τη διενέργεια του πλειστηριασμού.
Έτσι η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού κοινοποιήθηκε στις 15/12/03 στην παραπάνω καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία και στον υποθηκοφύλακα Μάσσητος, ο οποίος την ενέγραψε αυθημερόν στο περιθώριο της κατά τα ανωτέρω εγγραφείσης κατασχέσεως. Ακολούθως εκδόθηκε από τον ίδιο, ως άνω, δικαστικό επιμελητή …η .../16-12-03 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου και ορίστηκε νέα ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού η 21/01/04, οπότε και πραγματοποιήθηκε πράγματι ο πλειστηριασμός και συντάχτηκε προς τούτο η .../21-01-04 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του παραπάνω Συμβ/φου Κρανιδίου Κων/νου Θεοφ.
Βασαγιάννη, στον οποίο και αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, υπέρ της οποίας κατακυρώθηκε το προαναφερόμενο ακίνητο αντί πλείστηριάσματος 440.210 ευρώ. Μετά ταύτα εκδόθηκε υπέρ της τελευταίας η .../22-01-04 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου του προαναφερόμενου επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου-Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Κων/νου Θεοφ.
Βασαγιάννη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος Αργολίδος, στις 23/01/04 στον τόμο …με αριθμό ... Στη συνέχεια, η άνω υπερθεματίστρια (και ήδη καθ' ης η ανακοπή ανώνυμη εταιρεία) επέδωσε στην ανακόπτουσα, ως φερόμενη μισθώτρια του πλεiστηριασθέντος ακινήτου, αντίγραφο εξ απογράφου της παραπάνω .../2004 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, με την οποία την επέτασε να της αποδώσει το εν λόγω ακίνητο, οπότε η τελευταία άσκησε εναντίον της την ένδικη ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.
Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, η ανακόπτουσα είχε ισχυριστεί ότι η προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση που έχει γραφτεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της παραπάνω .../04 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του Συμβολαιογράφου Κρανιδίου Κων/νου Θεοφ.
Βασαγιάννη είναι άκυρη, διότι η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρεία, με τον προαναφερόμενο πλειστηριασμό, δεν κατέστη κυρία του πλείστηριασθέντος ακινήτου, καθόσον η άνω καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟΣ Ανώνυμος Εταιρεία Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων" (από την οποία το είχε μισθώσει από το έτος 1983 η ανακόπτουσα) κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού δεν ήταν κυρία του εν λόγω ακινήτου, αφού από το έτος 1999 το είχε μεταβιβάσει κατά κυριότητα λόγω πωλήσεως, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../30-4-1999 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης Βασιλικάκη, στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "Shepley Management Limited", η οποία έκτοτε υπεισήλθε ως νέος κτήτορας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της προαναφερόμενης μίσθωσης.
Ο λόγος όμως αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η επίδοση της παραπάνω .../1994 κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου στην οφειλέτρια και καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία με την επωνυμία "ΚΟΣΜΟΣ Ανώνυμος Εταιρεία Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων", βάσει της οποίας εχώρησε η εκτέλεση και ο πλειστηριασμός του προαναφερόμενου ακινήτου, πραγματοποιήθηκε στις 14-10-94, ενώ η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα πώληση του ακινήτου αυτού, όπως η ίδια η ανακόπτουσα αναφέρει στην ανακοπή της πραγματοποιήθηκε στις 30-4-1999, δηλαδή μεταγενέστερα από την εν λόγω αναγκαστική κατάσχεση.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η πώληση αυτή είναι άκυρη και δεν δεσμεύει την καθ' ης η ανακοπή που αναδείχθηκε υπερθεματίστρια στον άνω πλειστηριασμό. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο στην ουσία του το λόγο αυτό της ανακοπής, ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η ανακόπτουσα και ήδη εκκαλούσα με τον μοναδικό λόγο της εφέσεως της κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.
Πρέπει, συνεπώς, η έφεση της τελευταίας να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της.... Με τον δεύτερο και επικουρικά προβαλλόμενο λόγο της ανακοπής της, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η ανακόπτουσα είχε ισχυριστεί ότι η προσβαλλόμενη επιταγή είναι άκυρη διότι η ίδια (η ανακόπτουσα) δυνάμει της από 11-4¬1983 συμβάσεως μισθώσεως που είχε συνάψει με την προαναφερόμενη οφειλέτρια και καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία, είχε μισθώσει από την τελευταία το πλειστηριασθέν ακίνητο, η σύμβαση δε αυτή παρατάθηκε στη συνέχεια με τα αναφερόμενα στην ανακοπή ιδιωτικά συμφωνητικά μέχρι τις 30-9-2010 και κατά συνέπεια η καθ' ης η ανακοπή που απέκτησε με τον πλειστηριασμό την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου, υπεισήλθε, κατ' άρθρ. 614 ΑΚ στη μισθωτική σχέση και δεσμεύεται από αυτήν.
Ο λόγος όμως αυτός της ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού η τελευταία παράταση της μίσθωσης μέχρι τις 30-9-2010 που συνήφθη στις 18-1-2001, την οποία επικαλείται η ανακόπτουσα για να θεμελιώσει το λόγο αυτό της ανακοπής της, όπως η ίδια αναφέρει στην ανακοπή της, δεν συνήφθη με την παραπάνω καθ' ης η εκτέλεση και κυρία του πλείστηριασθέντος ακινήτου ανώνυμη εταιρεία, αλλά με την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "Shepley Management Limited", προς την οποία η τελευταία, όπως προεκτέθηκε, το πώλησε ακύρως και η οποία κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης δεν ήταν κυρία του πλείστηριασθέντος ακινήτου, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρ. 614 ΑΚ.
Συνεπώς η καθ' ης η ανακοπή δεν δεσμεύεται από την εν λόγω μισθωτική σχέση. Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχτηκε ως και κατ' ουσίαν, βάσιμο το λόγο αυτό της ανακοπής και, μετά ταύτα, ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως βάσιμα παραπονείται με το σχετικό λόγο της εφέσεως της η καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα.
Πρέπει συνεπώς, κατ αποδοχή του λόγου αυτού της έφεσης, να γίνει δεκτή ως και κατ ουσία βάσιμη η από 22-4-08 (4141/08) έφεση της καθ' ης η ανακοπής να εξαφανιστεί κατά το κεφάλαιο της αυτό η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί και δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο και κατά το κεφάλαιο της αυτό η υπόθεση να απορριφθεί η ανακοπή και κατά το εν λόγω κεφάλαιο της".
Το Εφετείο με το να απορρίψει την επικουρική βάση της ανακοπής, για την οποία και αιτιάται αυτήν, με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα, με την οποία ισχυριζόταν ότι η επικαλούμενη από αυτήν σύμβαση μίσθωσης είναι έγκυρη και δεσμευτική έναντι της αναιρεσίβλητης υπερθεματίστριας και στη συνέχεια ότι δικαιούται να κατέχει και να χρησιμοποιεί ακώλυτα το μίσθιο ακίνητο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διαλαμβανόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574, 614 ΑΚ και 1009 και 997 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, τα ανελέγκτως, πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά για την ανυπαρξία έγκυρης παράτασης της μίσθωσης, μεταξύ της αναιρεσείουσας και της "SHEPLEY MANAGEMENT LIMITED", στην οποία φέρεται να μεταβιβάστηκε το εκπλειστηριασθέν ακίνητο μετά την επιβολή της κατάσχεσης, δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της σύναψης της σύμβασης από κύριο του κατασχεθέντος, αφού η τελευταία δεν απέκτησε την ιδιότητα αυτή, και δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης ανακοπής.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία εκτός από τις ίδιες αιτιολογίες και η παράθεση άλλων εφ' όσον άλλωστε η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ούτε προκύπτει από την προσβαλλόμενη η επίκληση της συνδρομής της ιδιότητας του νομέως στο πρόσωπο της φερόμενης ως εκμισθώτριας υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 997 παρ. 2 εδ.
β'ΚΠολΔ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ίδιο πιο πάνω λόγο , κατά το άλλο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 6759/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ