Supreme Court allows appeal against insurance contract termination due to insurer's prior knowledge of fraud.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an insurance dispute between three companies. The court found that the insurer had knowledge of the insurer's fraudulent misrepresentation in July 1999 but failed to terminate the contract within the statutory one-month period required by Article 3(6) of Law 2496/1997. Consequently, the appellate court erred by not applying this specific provision, which automatically exempts the insurer from payment obligations upon such knowledge, leading to the case being remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 3(6) para. 2 of Law 2496/1997; If the insurer knows of the insured's fraudulent misrepresentation before the occurrence of the insured event, the contract is voidable upon notice, and the insurer is exempt from payment obligations if the notice is not given within the one-month period prescribed by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1959 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1959/2009.
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α.Της αναιρεσείουσας- Β.αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας υπό την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ξενοφώντα Παπαρρηγόπουλο και Ιωάννη Κοντούλα.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ψ1 και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλα Μπαλταζάνη, η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Αναστάσιο Τσιρώνη.
Β-Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Ορφανίδη και Αναστάσιο Τσιρώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2000 αγωγή της Ψ1 (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) και την από 21-5-2001 παρεπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1175/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7283/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις αιτήσεις τους α)από 12-1-2007 και β)από 13-9-2005 καθώς και με τους από 3-12-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε τις από 3-1-2008 και 19-3-2009 εισηγήσεις του με τις οποίες εισηγήθηκε α) να γίνουν δεκτοί ο τρίτος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος του προσθέτου δικογράφου της, να απορριφθούν δε οι λοιποί και β)να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος του πρώτου μέρους της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 §1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (30-3-2009) συζητήθηκαν και οι εξής αιτήσεις αναιρέσεως: (α) η από 12-1-2007 αίτηση της εταιρίας "ΑΛΚΗ Χρηματιστηριακή ΑΕ" και (β) η από 13-9-2005 αίτηση της εταιρίας "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ" (με το από 3-12-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων) για αναίρεση της αυτής αποφάσεως (7283/2004) του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α. Επί της αιτήσεως της εταιρίας "ΑΛΚΗ Χρηματιστηριακή ΑΕ".
Πρώτο Μέρος: Αναιρετικοί λόγοι αφορώντες στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων (Ψ1).
Η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: 1) παράνομη πράξη ή παράλειψη 2) υπαιτιότητα 3) επέλευση ζημίας και 4) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ: "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση και την εκτίμηση της από 20-4-2000 αγωγής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων Ψ1 κατά της αναιρεσείουσας εταιρίας "Αλκή Χρηματιστηριακή Α.Ε." προκύπτει ότι στο δικόγραφο αυτό ιστορούνται τα ακόλουθα:
Στις 24-5-1995 και ύστερα από σχετική συμφωνία, η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγομένη, "μέσω των εν ... γραφείων της", 64.759 κοινές μετοχές της εταιρίας "Α.Γ. Πετζετάκις ΑΕ". Τις μετοχές εκείνες η εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρία εξεποίησε, διαδοχικώς, λόγω πωλήσεως, με το χρηματικό δε κεφάλαιο, που έτσι σχηματίσθηκε, αγόραζε και πωλούσε μετοχές άλλων εταιριών (δια του χρηματιστηρίου), κατά το χρονικό διάστημα από 24-5-1995 μέχρι 1-4-1999, για λογαριασμό της ενάγουσας και σύμφωνα με τις εκάστοτε εντολές της, τις οποίες της έδιδε δια του συνεναγομένου, μη διαδίκου στην παρούσα διαδικασία, διευθυντού του υποκαταστήματός της στη ... ....
Με βάση την αλληλουχία των σχετικών συναλλαγών, στις 2-6-1999 η ενάγουσα έπρεπε να έχει στον λογαριασμό της (πλέον των χρημάτων, τα οποία της κατεβλήθησαν) συγκεκριμένο αριθμό μετοχών τριών εταιριών, αξίας (κατά την ημερομηνία εκείνη) 83.350.000 δραχμών. Στον ίδιο χρόνο (2-6-1999) η ενάγουσα ζήτησε να εκποιηθεί το σύνολο των μετοχών της και να της αποδοθεί το τίμημα ή να της αποδοθούν αυτούσιες οι μετοχές, πράγμα που δεν έγινε, επειδή οι μετοχές εκποιήθηκαν και το τίμημα το ιδιοποιήθηκε δολίως και παρανόμως ο ανωτέρω "διευθυντής και εκπρόσωπος" της εναγομένης, ζημιώνοντας αντιστοίχως την ενάγουσα.
Εζητείτο δε στη συνέχεια να επιδικασθεί στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό (νομιμοτόκως). Έχοντας αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή περιστατικά - αληθή υποτιθέμενα - συγκροτούν το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ) είναι βάσιμα.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11β' ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν αποδείξεις που δεν προκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. Β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προκομίσθηκαν θεωρούνται και τα αποδεικτικά έγγραφα, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τα προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση του εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αποδεικτικά μέσα προσκομισθέντα από την ενάγουσα και ληφθέντα υπόψιν από αυτόν για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης (σχετικά με την βασιμότητα της αγωγής), πλην άλλων, και τα εξής: την υπ' αριθμ. 3459/9-10-2002 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, τις υπ' αριθμ. 2171/2172/9-1-2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αμαρουσίου, την από 24-5-1995 σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, την από 24-5-1995 απόδειξη παραλαβής τίτλων, "ενημερωτικά έγγραφα" και "πίνακες συναλλαγών".
Όμως, των στοιχείων αυτών δεν έχει γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση - υπό την εκτεθείσα έννοια - εκ μέρους της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), η οποία στις προτάσεις, που κατέθεσε στο Εφετείο, αναφέρει σχετικώς τα εξής: "Προσκομίζουμε όλα τα έγγραφα της πρωτόδικης δίκης... όλα τα σχετικά που προσκομίσαμε στην πρωτόδικη δίκη (σχετ. 2-80)" (σελ. 1). "Από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισα [κατάθεση μαρτύρων μου (τρεις ένορκες βεβαιώσεις μεταξύ αυτών και του ανθρώπου που με σύστησε στην ΑΛΚΗ και μάρτυρα στο ακροατήριο) - τις δύο συμβάσεις που είχα υπογράψει με την ΑΛΚΗ - τις μηνιαίες καταστάσεις που ελάμβανα] απεδείχθη ότι εγώ είχα μια συνεχή συναλλαγή με την ΑΛΚΗ από το 1995... " (σελ. 5).
Σύμφωνα έτσι με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και, επομένως, πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθό μέρος με αυτή έγινε δεκτή (εν μέρει) η αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας.
Δεύτερο μέρος: Αναιρετικοί λόγοι αφορώντες στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (προβαλλόμενοι παραδεκτώς κατά τα άρθρα 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ).
Η κυρίως εναγόμενη χρηματιστηριακή εταιρία "ΑΛΚΗ ΑΕ) (αναιρεσείουσα), επικαλούμενη σχετική ασφαλιστική σύμβαση, που είχε συνάψει με τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ", άσκησε κατ' αυτής την από 21-5-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή και ζήτησε να της επιδικασθεί όποιο ποσό τυχόν θα υποχρεώνετο αυτή να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα Ψ1 (πρώτη των αναιρεσιβλήτων).
Η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα εταιρία, κατά τη σύναψη της μεταξύ τους συμβάσεως, προέβη δολίως σε αναληθή ενημέρωσή της, δίδοντάς της παραπλανητικές απαντήσεις σε συγκεκριμένες έγγραφες ερωτήσεις της επί θεμάτων, αντικειμενικώς ουσιωδών για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων, η ρηθείσα ένσταση είναι αρκούντως ορισμένη, αφού στις εν λόγω προτάσεις αναφέρονται όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, (εκ του άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η ένσταση έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται ότι η ένσταση έπρεπε να απορριφθεί επειδή δεν προσδιοριζόταν η ταυτότητα των φυσικών προσώπων που προέβησαν στις εκ δόλου αναληθείς δηλώσεις για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, προβάλλεται απαραδέκτως, αφού δεν αμφισβητείται ότι οι επίμαχες δηλώσεις έγιναν και το σύνολο της συμβάσεως καταρτίσθηκε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας από άτομο που την εκπροσωπούσε και τη δέσμευε δια της υπογραφής του.
Β. Επί της αιτήσεως της εταιρίας "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ" (και των προσθέτων αυτής λόγων αναιρέσεως).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου ιδρύεται (και) αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Η παράβαση συντελείται και επί παραλείψεως εφαρμογής κανόνος δικαίου, ο οποίος είναι εφαρμοστέος κατ' αναλογίαν.
Εξάλλου, από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α', 6 εδ. α' και β' και 7 εδ. β' και γ' του ν. 2496/1997 σε συνδυασμό προς το άρθρο 36 παρ. 24 περ. α του ίδιου νόμου και τα άρθρα 211 επ. και ιδίως 214 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ αφενός του ασφαλιστή και αφετέρου του λήπτη της ασφαλίσεως, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον πρώτο κάθε περιστατικό που γνωρίζει και το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Σε περίπτωση δε παραβάσεως, εκ μέρους του λήπτη, της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στον λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας έτσι τη λύση της και απαλλασσόμενος, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, ήτοι ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως. Ευνόητο είναι ότι, μετά την παρέλευση άπρακτης αυτής της προθεσμίας, ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τα ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, της υποχρεώσεώς του προς καταβολή του ασφαλίσματος, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους τούτου καταγγελία της συμβάσεως.
Ποιές, όμως, είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως, δεν προβλέπεται ρητά στον νόμο. Ενόψει όμως του ότι δεν εναρμονίζεται με τη λογική, ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, όταν αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός, ο μη γνώστης της παραβάσεως ασφαλιστής, μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κ.λ.π.) και έτσι, ενδεχομένως, να βρίσκεται, από άποψη έννομης προστασίας, σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή, που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και τον σκοπό των προεκτιθεμένων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ των άνω διατάξεων στην εν λόγω περίπτωση.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνος δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης και δεν δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τους διαδίκους, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο, ήτοι προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση του οικείου ισχυρισμού περιστατικά τον - κατά την κρίση του - προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον ισχυρισμό στον κατάλληλο κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψιν την ιστορική βάση και το διατυπούμενο αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω Ψ1, με την από την 20-4-2000 αγωγή της, ζητούσε (πλην άλλων και) να της επιδικασθεί χρηματικό ποσό 83.350.000 δραχμών, ως αποζημίωση λόγω αδικήματος, και δη υπεξαίρεσης τιμήματος μετοχών της, το οποίο διέπραξε εις βάρος της ο εκ των εναγομένων - και εδώ μη διάδικος - Ζ με την ιδιότητά του ως προστηθέντος από την συνεναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία "ΑΛΚΗ ΑΕΓΑ".
Η τελευταία, επικαλούμενη σχετική ασφαλιστική σύμβαση, που είχε συνάψει με την αναιρεσείουσα, άσκησε κατ' αυτής την από 21-5-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή και ζήτησε να της επιδικασθεί όποιο ποσό τυχόν θα υποχρεώνετο να καταβάλει στην κυρίως ενάγουσα Ψ1. Η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις της στο Πρωτοδικείο και το Εφετείο - πλην άλλων και - τα ακόλουθα: (α) ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα εταιρία, κατά τη σύναψη της μεταξύ τους συμβάσεως, προέβη δολίως σε αναληθή ενημέρωσή της, δίδοντάς της παραπλανητικές απαντήσεις σε συγκεκριμένες έγγραφες ερωτήσεις της επί θεμάτων, αντικειμενικώς ουσιωδών για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου. (β) Ότι η ασφαλιστική περίπτωση, ήτοι η εκ μέρους του Ζ υπεξαίρεση, έλαβε χώρα εντός του μηνός Ιουνίου 1999, η ίδια δε (αναιρεσείουσα) έλαβε γνώση της αναλήθειας των δηλώσεων της αναιρεσίβλητης, αργότερα και πάντως μετά το τέλος Ιουνίου 1999. (γ) Ότι στις 12-10-1999 προέβη (η αναιρεσείουσα) σε καταγγελία της συμβάσεως.
Υποστήριξε δε, με βάση τους πραγματικούς αυτούς ισχυρισμούς της, ότι η ρηθείσα σύμβαση ασφαλίσεως ήταν άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ, άλλως ακυρώσιμη κατά το άρθρο 147 ΑΚ, ότι η κατ' αυτής αγωγή είχε ασκηθεί καταχρηστικώς κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και ότι δεν είχε υποχρέωση καταβολής του αιτούμενου ασφαλίσματος, διότι είχε προβεί (εμπροθέσμως κατά άποψή της) σε καταγγελία της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδεδειγμένα: Ότι "ο Ζ, στο πλαίσιο της ανατεθειμένης σ' αυτόν υπηρεσίας, εκτελώντας τη δοθείσα από την πρώτη εφεσίβλητη (σημ.: δηλαδή από την κυρίως ενάγουσα Ψ1) εντολή περί διενέργειας χρηματιστηριακής συναλλαγής, ήτοι της πώλησης των περιεχόμενων τη 2-6-1999 στο χαρτοφυλάκιό της μετοχών, παρακράτησε το εισπραχθέν από την πώληση αυτών τίμημα και ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα".
Με βάση την παραδοχή αυτή, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία ενέχεται σε αποζημίωση της κυρίως ενάγουσας, ως προστήσασα τον αδικοπραγήσαντα. (β) Ότι η αναιρεσίβλητη χρηματιστηριακή εταιρία όντως είχε προβεί δολίως σε παραπλανητική ενημέρωση της αναιρεσείουσας, όπως η τελευταία υποστήριζε, καθώς και ότι αυτή (ασφαλίστρια) κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση ασφαλίσεως τη 12-10-1999.
Ωστόσο, απέρριψε τη σχετική ένσταση της ασφαλιστικής εταιρίας και δέχθηκε ως βάσιμη την κατ' αυτής παρεμπίπτουσα αγωγή, κρίνοντας ως αποδεδειγμένο ότι αυτή είχε λάβει γνώση των αναληθών δηλώσεων της αντιδίκου της, εντός του μηνός Ιουλίου του 1999 και, επομένως, προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας του άρθρου 3 παρ. 6 Ν. 2496/1997.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παρεβίασε τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 2496/1997, την οποία παρέλειψε να εφαρμόσει, παρόλο που ήταν αναλόγως εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση, υποπίπτοντας έτσι στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Τούτο δε, διότι τα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις της παρεμπιπτόντως εναγομένης πραγματικά περιστατικά, ήτοι η εκ δόλου αναληθής ενημέρωσή της εκ μέρους της ενάγουσας και η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης πριν πληροφορηθεί αυτή (ασφαλίστρια) τη γενομένη παραπλάνησή της (τα οποία το Εφετείο έκρινε και ως ουσιαστικώς βάσιμα), ανταποκρίνοντο πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, αρκούσαν δηλαδή για τη θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως περί απαλλαγής της αναιρεσείουσας από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, ανεξάρτητα από τα νομικά ερείσματα που αυτή επεκαλείτο.
Κατά συνέπεια, είναι βάσιμοι ο τρίτος αναιρετικός λόγος του κύριου δικογράφου και ο πρώτος λόγος του πρόσθετου δικογράφου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση (και) κατά το μέρος της που αφορά στην άνω ένσταση της αναιρεσείουσας εταιρίας "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ".
Κατόπιν τούτων, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων, αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και εκείνων της αναιρετικής αιτήσεως της εταιρίας "ΑΛΚΗ Χρηματιστηριακή ΑΕ", που αφορούν στην εταιρία "ΕΥΡΩΠΗ ΑΕΓΑ", ως αναιρεσίβλητη (πλην βεβαίως όσων κρίθηκαν ήδη ως αβάσιμοι). Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για επανεκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού η συγκρότηση αυτού από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 §3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7283/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη Ψ1 τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εταιρίας "ΑΛΚΗ Χρηματιστηριακή ΑΕ", τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη "ΑΛΚΗ Χρηματιστηριακή ΑΕ" τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας "ΕΥΡΩΠΗ Α.Ε.Γ.Α", τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1η Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ