Legislator Case Law & Legislation
1958/2024 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against lower court ruling on co-ownership rights in land division. State loses appeal on procedural grounds.

Case Number 1958/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision regarding land co-ownership rights. The State argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for denying specific land distribution to the heirs. The court rejected this claim, finding the lower court's detailed reasoning regarding the lack of legal title for separate land parcels was sufficient and did not violate substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19, 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision contains adequate and non-contradictory reasoning supporting its findings of fact and legal conclusions, thereby satisfying the requirements for appellate review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility sufficient reasoning co-ownership rights land division procedural defect substantive law violation legal title

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 975, 1045, 1051, 1118, 1120 and 1121 of the Civil Code
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 and 3 of Law 3693/1957
Article 52 no. 18 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Circular Decision 134423OIK./08.12.1992 of the Ministers of Finance and Justice
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1958 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1958/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αικατερίνη Λημνιώτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) των κληρονόμων του Π. Ψ. του Γ., ήτοι: α) Ε. Ψ. του Φ., κατοίκου ..., β) Ε. Ψ. του Π., κατοίκου ..., γ) Α. Ψ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ι. Ψ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ..., 3) Σ. Ψ.-Μ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ..., 4) των κληρονόμων του Κ. Ψ. του Γ. και της Ε., ήτοι: α) Α. Κ. του Χ. και της Α., χας Κ. Ψ., κατοίκου ..., β) Ε. Ψ. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., γ) Γ. Ψ. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., δ) Κ. Ψ. του Κ. και της Α., κατοίκου ..., 5) Ε. Ψ. του Ε. και της Ε., κατοίκου ..., 6) Χ. Ψ. του Ε. και της Ε., κατοίκου ..., 7) Γ. Ψ. του Ε. και της Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευγένιο Αρετάκη, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2010 αγωγή των ήδη αποβιωσάντων Π. Ψ. και Κ. Ψ., και των ήδη αναιρεσιβλήτων δευτέρου, τρίτης, πέμπτης, έκτης και εβδόμου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 88/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, όπως διορθώθηκε με την 64/2019 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 4-12-2019 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 798/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Εκδόθηκε η 86/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 22-9-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 86/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ.1, 566παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 86/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 2-11-2010 αγωγή που άσκησαν οι αρχικοί ενάγοντες Π. Ψ. ο οποίος απεβίωσε την ...

και στη θέση του υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι Ε. Ψ. του Φ., Ε. Ψ. του Π., Α. Ψ. του Π., και Κ. Ψ., ο οποίος απεβίωσε την ... και στη θέση του υπεισήλθαν οι Α. Κ. του Χ., Ε. Ψ. του Κ., Γ. Ψ. του Κ. και Κ. Ψ. του Κ., καθώς και οι Ι. Ψ. του Γ., Σ. Ψ.- Μ. του Γ., Ε. Ψ. του Ε., Χ. Ψ. του Ε. και Γ. Ψ. του Ε., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ισχυριζόμενοι ότι είναι συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο (κληρονομική διαδοχή και έκτακτη χρησικτησία) ήτοι συνολικού ποσοστού 1/16 εξ αδιαιρέτου, του λεπτομερώς περιγραφόμενου κατά θέση έκταση και όρια ακινήτου (αγροτεμαχίου), συνολικής έκτασης 52.736 τ.μ.

και ότι στα κτηματολογικά βιβλία του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου το ακίνητο αυτό έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ ιδιοκτήτης του οποίου κατά πλήρη κυριότητα φέρεται ανακριβώς το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται το δικαίωμα συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριοι αυτού έκαστος κατά τα αναφερόμενα ποσοστά του ποσοστού 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών.

Το εναγόμενο- αναιρεσείον με τις προτάσεις του αρνήθηκε την αγωγή, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα ανταλλάξιμου κτήματος, το οποίο ανήκει στην αποκλειστική κυριότητά του, καθόσον από το μεγαλύτερο ανταλλάξιμο κτήμα των 75 στρεμμάτων, συνιδιοκτησίας των εναγόντων σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, το ίδιο απέδωσε στο δικαιοπάροχο των τελευταίων άλλα ακίνητα συνολικής έκτασης 4.883 τ.μ.

ήτοι έκταση ισάξια προς το ποσοστό του (1/16 εξ αδιαιρέτου), τα οποία έλαβαν άλλο ΚΑΕΚ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικάζον κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εξέδωσε την υπ' αριθμ. 224/2014 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, απορρίπτοντας τους κατά τα άνω ισχυρισμούς του εναγομένου.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής, εκ μέρους του ηττηθέντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με μοναδικό λόγο την κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων απόρριψη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στο ίδιο και δεν υφίσταται συγκυριότητα των εναγόντων σε αυτό κατά συνολικό ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου, καθόσον αυτή καταλύθηκε επειδή το Ελληνικό Δημόσιο έχει αποδώσει στους ενάγοντες αντί του ανωτέρω ποσοστού αποκλειστική κυριότητα σε άλλο ακίνητο με το αναφερόμενο ΚΑΕΚ, όπως ορίστηκε με την αναφερόμενη απόφαση του ΟΚΧΕ, εκδόθηκε επίσης κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 88/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 64/2019 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία της η έφεση, κρίνοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο τον άνω λόγο έφεσης.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε από το εκκαλούν- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο η από 4-2-2019 αίτηση αναίρεσης με μοναδικό λόγο την εκ του αριθμ. 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η με αριθμό 798/2021 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το δικαστήριο της παραπομπής, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής με την από 1-10-2021 κλήση των αναιρεσιβλήτων- εφεσιβλήτων εναγόντων και εκδόθηκε η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 86/2022 τελεσίδικη απόφασή του με την οποία απορρίφθηκε και πάλι η ένδικη έφεση του αναιρεσείοντος.

Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 369 ΑΚ, συμβάσεις που έχουν αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη μετάθεση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 ίδιου Κώδικα, μεταξύ άλλων, κάθε εν ζωή δικαιοπραξία με την οποία επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας επί ακινήτου υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας αυτό (Α.Π. 1083/2019).

Εξάλλου κατά το άρθρο 798 Α.Κ., η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή, ενώ κατά το άρθρο 795 Α.Κ. κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1113, 785 και 799 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για την εξώδικη εκούσια διανομή κοινού ακινήτου ή ακινήτων μεταξύ των κοινωνών-συγκυρίων, απαιτείται σύμβαση μεταξύ όλων που έχει ως αντικείμενο την αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων τους - ποσοστών τους επί του κοινού ακινήτου ή ακινήτων, ώστε κάθε ένας να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα είτε σε συγκεκριμένο τμήμα του κοινού ακινήτου είτε σε άλλα κοινά ακίνητα που περιέρχονται αποκλειστικά σε αυτόν (ΑΠ 6/2017), η οποία (σύμβαση) πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί το τελευταίο, χωρίς δε τη μεταγραφή δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας (Α.Π. 1083/2019, Α.Π.317/2019, ΑΠ 758/2017, ΑΠ 779/2012).

Εφόσον δε αντικείμενο της διανομής κατά τα άνω είναι η αμοιβαία μεταβίβαση των μερίδων των κοινωνών, έτσι ώστε καθένας απ' αυτούς να αποκτήσει πλήρες δικαίωμα σε συγκεκριμένο τμήμα του κοινού πράγματος, που περιέρχεται σε αυτόν η συμμετοχή όλων των κοινωνών είναι απαραίτητη, προκειμένου να επέλθει η λύση της κοινωνίας (Α.Π. 507/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, ιδρύεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( Α.Π. 1351/2021, Α.Π. 1153/2020, ΑΠ 152/2015).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ( Α.Π. 1351/2021, ΑΠ 1361/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στο Εθνικό κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ...

Είναι αγροτεμάχιο κείμενο στη συνοικία "..." στη θέση "..." ή "..." της Κτηματικής Περιφέρειας ..., εμβαδού κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο 52.736 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται με τα αριθμητικά στοιχεία ... στο από 6-2-2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Α., συνορεύει δυτικά σε πλευρά σχεδίου ... συνολικού μήκους μέτρων 200,95 (78,88 + 122,07) με το με ΚΑΕΚ ...

ακίνητο ιδιοκτησίας Ακτή Χανιά ΑΕ- Β. Αφοί-Δ. Β., σε πλευρά σχεδίου ... μήκους μέτρων 3,06 με δημοτική οδό και σε πλευρά σχεδίου ... συνολικού μήκους μέτρων 30,02 (14,26 + 0,94 + 14,82) με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο ιδιοκτησίας Γ. Α., νοτιοδυτικά σε πλευρά σχεδίου ... συνολικού μήκους μέτρων 35,52 με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων ανατολικά σε πλευρά σχεδίου ...

συνολικού μήκους μέτρων 153,18 (12,02 + 9,03 + 12,51 + 4,47 + 5,09 + 2,41 + 1,86 + 1,46 + 1,97 + 2,19 + 3,18 + 2,92 + 8,36 + 23,76 + 23,40 + 16,30 + 9,03 + 13,22) με ποταμό ... που φέρει ΚΑΕΚ ... και σε πλευρά σχεδίου 37-38-39 συνολικού μήκους μέτρων 83,55 (33,22 + 50,33) με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Κ., νοτιοανατολικά σε πλευρά σχεδίου ... συνολικού μήκους μέτρων 67,38 (24,60 + 42,78) με το με ΚΑΕΚ ...

ακίνητο ιδιοκτησίας Δήμου Χανίων, νότια σε πλευρά σχεδίου ... συνολικού μήκους μέτρων 129,44 (19,57 + 35,90 + 39,48 + 34,49) με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόντων και σε πλευρά σχεδίου ... συνολικού μήκους μέτρων 115,41 (104,00 + 11,41) με το με ΚΑΕΚ ... ακίνητο ιδιοκτησίας Δήμου Χανίων, βόρεια σε πλευρά σχεδίου ... συνολικού μήκους μέτρων 154,3 (61,69 + 28 + 64,61) με το με ΚΑΕΚ ...

ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Κ. και σε πλευρά σχεδίου 39-1 μήκους μέτρων 133,28 με το ΚΑΕΚ ... ακίνητο ιδιοκτησίας Κτηματικής Υπηρεσίας Δημοσίου. Συγκύριοι του ως άνω ακινήτου είναι κατά ποσοστό 1/25% εξ αδιαιρέτου καθένας από τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, εκ των οποίων ο πρώτος και τέταρτος αρχικοί ενάγοντες απεβίωσαν μετά την άσκηση της αγωγής και στη θέση τους υπεισήλθαν οι νόμιμοι κληρονόμοι τους, οι οποίοι συνέχισαν την δίκη στο όνομά τους, καθώς επίσης και οι πέμπτη, έκτη και έβδομος ενάγοντες κατ' ισομοιρίαν, σε ποσοστό του 1/25% εξ αδιαιρέτου και δη κατά ποσοστό 0,417% εξ αδιαιρέτου έκαστος.

Την συγκυριότητα του άνω ακινήτου, απέκτησαν κατά τα άνω ποσοστά οι ενάγοντες με παραγωγό τρόπο και δη οι τέσσερις πρώτοι με κληρονομική διαδοχή ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις ... πατέρα τους Γ. Ψ., δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-1974 δημόσιας διαθήκης του νομίμως δημοσιευθείσης με τα υπ' αριθμόν 77/1977 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Την άνω κληρονομιά οι ως άνω αρχικώς ενάγοντες, αποδέχθηκαν με την υπ' αρ. ... πράξη αποδοχής, νομίμως μεταγραφείσης στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων (τ. ..., α/α ...), ενώ ο κληρονόμος Ε. Ψ. με την υπ' αριθμόν 25/1975 έκθεση αποποίησης κληρονομιάς, αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά, υπεισελθόντων στην κληρονομιά του Γ.

Ψ., των τέκνων του 5ης, 6ης και 7ον των εναγόντων, την οποία αυτοί σιωπηρά αποδέχθηκαν. Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Γ. Ψ., είχε αποκτήσει την συγκυριότητα του άνω ακίνητου - ως τμήματος μείζονος εκτάσεως - κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου, με παραγωγό τρόπο, και δη, με σύμβαση πώλησης, καταρτισθείσης με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ως πωλήτριας) ως διαχειρίστριας των ανταλλαξίμων κτημάτων, δυνάμει του υπ' αριθμ ...

πωλητήριου συμβολαίου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων (τ. ..., α/α ...). Το εναγόμενο, το έτος 1969, προέβη σε κατάληψη του άνω ακινήτου προβάλλοντας ισχυρισμό περί αποκλειστικής κυριότητάς του επί του ακινήτου το οποίο απέκτησε νόμιμα ως ανταλλάξιμο ακίνητο και εξέδωσε το υπ' αριθμόν 99/1969 πρωτόκολλο κατάληψης.

Επί της από 18-9-1969 αίτησης του Γ. Ψ. στο Υπουργείο Οικονομικών, με αίτημα να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος του άνω ακινήτου των 75 στρεμμάτων, εξεδόθη η υπ' αριθ 49661/71 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία αναγνωρίσθηκε - κατά μερική παραδοχή της - κύριος κατά το 1/16 εξ αδιανέμητου μεριδίου του άνω ακινήτου (με αριθμό ΑΚ 6822 έκτασης 75 στρεμμάτων, σύμφωνα με την υπ αριθ. 6757/1969 απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Ανταλλαξίμου Περιουσίας), ενώ με το υπ' αριθμόν 687/1971 πρωτόκολλο παράδοσης, του παραδόθηκε το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου.

Στην συνέχεια, ο άνω Γ. Ψ., επειδή δεν αναγνωρίσθηκε αποκλειστικός κύριος του καταληφθέντος ακινήτου, άσκησε κατά του εναγόμενου την υπ1 αριθμόν έκθ. κατάθεσης 119/1972 αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων ζητώντας να αναγνωρισθεί κύριος του άνω ακινήτου και κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 15/16 εξ αδιαιρέτου (αγωγή καταχωρισθείσα στο Κτηματολογικό Φύλλο του ΚΛΕΚ ...), μη εκδοθείσης μέχρι σήμερα απόφασης επ' αυτής.

Από το νόμιμα προσκομιζόμενο από το εναγόμενο και νυν εκκαλούν αντίγραφο του Πίνακα Περιγραφής του εν λόγω ακινήτου που τηρείται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Διεύθυνση Δ.Α.Μ.Κ του Υπουργείου Οικονομικών της Περιφέρειας Γραφείου Χανίων, προκύπτει ότι υφίστανται καταγραφές που αφορούν τις μεταβολές του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου διαχρονικά, σύμφωνα με τις οποίες το με αριθ. 6822 κτήμα 75 στρεμμάτων αμμώδους έκτασης στη θέση ... ...

ποταμού, περιγράφεται ως πρώην ιδιοκτησία Μουράτ Αγά Μουστακάκη και Ιμβραήμ και Μπεχτσέτ Σακηρβεγάκη κατά 15/16 και κατά το 1/16 Γ. Ψ., ότι ο τελευταίος το κατέχει από το έτος 1937 και ότι έχει οικοδομήσει επ' αυτού ποιμνιοστάσιο διαστάσεων 12X12 και κατασκεύασε δυο υπόγεια πηγάδια, καθώς επίσης φύτευσε άμπελο και 5 συκές.

Επίσης στο ίδιο ως άνω έγγραφο ενεγράφη η υπ' αριθμόν ... απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Ανταλλαξίμου Περιουσίας, και η διαγραφή του 1/16 μεριδίου του υπ' αριθμ. ΑΚ 6822 κτήματος (έκτασης 75 στρεμμάτων), δυνάμει της προαναφερθείσης υπ' αριθμόν 49661/1971 απόφασης του Υπ. Οικονομικών, όχι όμως και η παράδοση στον δικαιοπάροχο των εναγόντων, συγκεκριμένου αυτοτελούς εδαφικού τμήματος του εν λόγω ακινήτου, κατόπιν άτυπης ή νόμιμης διανομής μεταξύ αυτού και του εναγομένου της εδαφικής έκτασης που αντιστοιχεί στο άνω ποσοστό, ώστε να μειωθεί η έκταση του ακινήτου των 75 στρεμμάτων κατά το άνω εδαφικό τμήμα.

Επομένως εφόσον δεν αποδείχθηκε η νόμιμη λύση της συγκυριότητας με εξώδικη ή δικαστική διανομή επί του επιδίκου ακινήτου, ο Γ. Ψ. παρέμεινε συγκύριος του 1/16 εξ αδιαιρέτου στο άνω ακίνητο, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των αντιθέτως ισχυριζόμενων από το εκκαλούν. Τούτο διότι μόνη η καταγραφή στον ως άνω Πίνακα Περιγραφής Κτήματος περί διαγραφής του ποσοστού του 1/6 εξ αδιαιρέτου και η κατόπιν τούτου μείωση της έκτασης του ανήκοντος στο Ελληνικό Δημόσιο ακινήτου κατά 4.687 τ.μ.

δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο τίτλο κτήσης αυτοτελούς εδαφικού τμήματος για κανέναν από τους αρχικούς συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου. Ομοίως, για τον ίδιο ως άνω λόγο, καμία έννομη συνέπεια δεν έχει στο υφιστάμενο δικαίωμα συγκυριότητας των διαδίκων το γεγονός ότι κατόπιν ενστάσεως του εκκαλούντος κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης αποδόθηκαν στους ενάγοντες από τον ΟΚΧΕ εδαφικές εκτάσεις συνολικού εμβαδού 4.883 τ.μ.

με ΚΑΕΚ ..., ..., ... και ... και στο εκκαλούν το με αριθμ. ΚΑΕΚ ... αυτοτελές ακίνητο εμβαδού 52.736 τ.μ.).". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Δέχθηκε δηλαδή το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του σχετικά με τον με το λόγο εφέσεως ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί μη ύπαρξης επί του επιδίκου ακινήτου συγκυριότητας των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, καθόσον αυτή καταλύθηκε επειδή το Ελληνικό Δημόσιο τους έχει αποδώσει αντί του ανωτέρω ποσοστού, αποκλειστική κυριότητα σε άλλο ακίνητο με το αναφερόμενο ΚΑΕΚ, όπως ορίστηκε με την ...

απόφαση του ΟΚΧΕ, ότι με την διαγραφή με την με αριθμό ... απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας του μεριδίου του 1/6 εξ αδιαιρέτου του δικαιοπαρόχου των εναγόντων επί του υπ' αριθμ. Α.Κ. 6822 κτήματος (έκτασης 75 στρεμμάτων), και μάλιστα χωρίς να ακολουθήσει η παράδοση σε αυτόν συγκεκριμένου αυτοτελούς εδαφικού τμήματος του εν λόγω ακινήτου, και χωρίς να έχει προηγηθεί νόμιμη εξώδικη ή δικαστική διανομή του επιδίκου μεταξύ (όλων) των συγκυρίων, δεν επήλθε λύση της μεταξύ τους κοινωνίας ήτοι της συγκυριότητάς τους επί του όλου επιδίκου ακινήτου και ο δικαιοπάροχος των εναγόντων παρέμεινε συγκύριος του εν λόγω ποσοστού εξ αδιαιρέτου αυτού, ότι μόνη η καταγραφή στον Πίνακα Περιγραφής Κτήματος περί διαγραφής του άνω ποσοστού και η κατόπιν τούτου μείωση της έκτασης του ανήκοντος στο Ελληνικό Δημόσιο ακινήτου κατά 4.687 τ.μ.

δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο τίτλο κτήσης αυτοτελούς εδαφικού τμήματος για κανένα από τους αρχικούς συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου, όπως και ότι το γεγονός ότι αποδόθηκαν στους ενάγοντες κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης από τον ΟΚΧΕ εδαφικές εκτάσεις συνολικού εμβαδού 4.883 τ.μ. με τα αναφερόμενα ΚΑΕΚ και στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο το με το αναφερόμενο ΚΑΕΚ αυτοτελές ακίνητο εμβαδού 52.736 τ.μ.

καμία έννομη συνέπεια δεν έχει στο υφιστάμενο δικαίωμα συγκυριότητας των διαδίκων για τον ίδιο ως άνω λόγο.

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν διέλαβε επαρκείς και συγκεκριμένες αιτιολογίες που να στηρίζουν την παραδοχή της ότι δεν εχώρησε διανομή μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Γ.

Ψ. ούτε παραδόθηκε σε αυτόν συγκεκριμένο εδαφικό τμήμα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις παραδοχές του αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (975, 1045, 1051, 1118, 1120 και 1121 Α.Κ.) και δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του της νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και στηρίζουν το αρνητικό για τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ιδίας αποκλειστικής κυριότητας, αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή μη χωρήσασας νόμιμης διανομής του επιδίκου ακινήτου, οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι εξακολουθούν να είναι συγκύριοι αυτού κατά το εκ 1/16 ποσοστό εξ αδιαιρέτου με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-9-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 86/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ