Supreme Court dismisses appeal against theft conviction for lack of admissible grounds and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a theft conviction, ruling the request inadmissible due to lack of valid grounds. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding evidence and witness testimonies, yet the court found the original judgment sufficiently detailed in establishing the material facts and legal elements of the crime. Consequently, the court held that the appeal's claims regarding the evaluation of evidence were inadmissible as they pertained to the unreviewable discretion of the trial court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473(3), 474(1)-(2) of the Code of Criminal Procedure; Article 375(1) of the Penal Code; Article 510(1)(d) and 583(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it lacks statutory grounds or attacks the unreviewable factual assessment of the trial court, and a judgment is not defective merely because its reasoning repeats the operative part or does not exhaustively detail every evidentiary step.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1958 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1958/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νάτσινα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 58/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό 2/2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 640/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθ. πρωτ. 2/2018 αίτηση αναίρεσης του Β. Α., που κατατέθηκε ενώπιον του Γραμματέα του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, ήτοι του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 3.4.2018, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 58/2018 ανέκκλητης, ως προς αυτόν, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που καταχωρίστηκε στο ειδικό προς τούτο βιβλίο του Δικαστηρίου αυτού, στις 26.3.2018, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 παρ. 1 και 2) και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: 1) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά την φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, 2) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον εκτός από το δράστη, 3) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, 4) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιολογητικού λόγου και 5) υποκειμενικά δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του, να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία, χρόνος δε τέλεσης του εγκλήματος, που κρίνεται αναιρετικά ανέλεγκτα, είναι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 375 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 17 του ΠΚ, ο χρόνος της τοιαύτης ενέργειας, δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο ο δράστης εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος και ενσωμάτωσής του στην περιουσία του με εμφανείς υλικές πράξεις.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, όταν αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού. (ΑΠ 65/2017).
Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Άλλωστε, ο άμεσος δόλος πρέπει να προσδιορίζεται με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσης, διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται και εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της αξιόποινης πράξεως του ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του.
Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης της απόφασης, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.
ΑΠ 1/2018 - ΑΠ 101/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με τη 58/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, ανέκκλητα ως προς τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό αυτής, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ' αυτήν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Ο Β. Α. του Κ. στη …, κατά το έτος 2013, με την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ του ως άνω σωματείου με την επωνυμία "...) εισέπραξε για λογαριασμό του το χρηματικό ποσό των 1.500 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε κέρδος από καταβολές για την ενίσχυση έκδοσης εφημερίδας και, ενώ όφειλε να το καταθέσει στο ταμείο του σωματείου, αυτός το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Προσέτι, το μήνα Μάρτιο του έτους 2013, με την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ του σωματείου με την επωνυμία "...", εισέπραξε για λογαριασμό του το χρηματικό ποσό των 7.389,60 ευρώ, που προερχόταν από συνδρομές των μελών του και, ενώ όφειλε να το καταθέσει στο ταμείο του σωματείου, αυτός το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ήτοι ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό χρηματικό ποσό των 8.889,60 ευρώ.
Συνεπώς, καταφάσκεται η ενοχή του". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Β. Α. και ήδη αναιρεσείοντα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως του ότι "με περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν κατ' εξακολούθηση τέλεση του αυτού εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο.
Συγκεκριμένα, στη …. κατά το έτος 2013, με την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ του ως άνω σωματείου με την επωνυμία "...) εισέπραξε για λογαριασμό του το χρηματικό ποσό των 1.500 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε κέρδος από καταβολές για την ενίσχυση έκδοσης εφημερίδας και, ενώ όφειλε να το καταθέσει στο ταμείο του σωματείου, αυτός το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα.
Προσέτι, το μήνα Μάρτιο του έτους 2013, με την ιδιότητα του προέδρου του ΔΣ του σωματείου με την επωνυμία "...", εισέπραξε για λογαριασμό του το χρηματικό ποσό των 7.389,60 ευρώ, που προερχόταν από συνδρομές των μελών του και, ενώ όφειλε να το καταθέσει στο ταμείο του σωματείου, αυτός το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ήτοι ιδιοποιήθηκε παράνομα το συνολικό χρηματικό ποσό των 8.889,60 ευρώ.
Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 375 παρ.Ια Π.Κ..
Ειδικότερα, αφού αναφέρεται η ιδιότητά του ως προέδρου των ως άνω σωματείων, δυνάμει της οποίας είχαν περιέλθει στην κατοχή του τα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά, ο χρόνος, ο τρόπος, αλλά και η αιτία για την οποία εισέπραξε το ποσό των 1.500 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε κέρδος από καταβολές για την ενίσχυση έκδοσης εφημερίδας, καθόσον αφορά το σωματείο με την επωνυμία "...) και το ποσό των 7.389,60 ευρώ, που προερχόταν από συνδρομές των μελών του, καθόσον αφορά το δεύτερο με την επωνυμία "...", καθώς και τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά εξωτερίκευσης της βούλησης αυτού για ιδιοποίηση των ποσών αυτών, ήτοι την μη κατάθεσή των στα ταμεία των σωματείων και την παρακράτηση αυτών από τον ίδιο, κατά το έτος 2013 και μήνα Μάρτιο του 2013 αντίστοιχα, χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας η παράθεση λεπτομερώς τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να αναφέρει και αξιολογεί όλα, μεμονωμένα ή συγκριτικά με τα λοιπά, ως και πώς κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του.
Εκ του γεγονότος ότι η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού αυτής δεν συνάγεται ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, καθώς το διατακτικό αυτής περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού.
Οι εκτιθέμενες αιτιάσεις περί γενικόλογης αναφοράς στα αποδεικτικά μέσα και περί εσφαλμένης εκτίμησης των μαρτυρικών καταθέσεων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες διότι αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρεί να πλήξει με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό 2/2018 αίτηση του Β. Α. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμό 58/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ