Legislator Case Law & Legislation
1958/2014 AI generated

1958/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1958/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1958/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) στη ναύλωση με αντικείμενο τη χρησιμοποίηση του πλοίου εν όλω (ολική ναύλωση) ή εν μέρει (μερική ναύλωση), προς το σκοπό ενέργειας θαλάσσιας μεταφοράς (stricto sensu ναύλωση), β) στη ναύλωση στην οποία η παροχή του εκναυλωτή συνίσταται στην δια θαλάσσης μεταφορά πραγμάτων χωρίς προσδιορισμό χώρου εναπόθεσης αυτών και γ) στη σύμβαση μεταφοράς δια θαλάσσης επιβατών.

Keywords

AI generated
repair costs motor vehicle expenses recovery of collection costs equipment cost expropriation costs production refunds
AI generated
794/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1897/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
1528/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1693/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1522/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1958 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1958/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΑΡΚΟ" που εδρεύει στο Μαρούσι, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ματθαίο.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΝΤΑΪΑΜΟΝΤΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-1- 2008 και 8-3-2010 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5229/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 671/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από23-9-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 6-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί (εκ του άρθρου 8και 19 Κ.Πολ.Δ) λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 23-9-2013 αίτησης αναίρεσης η αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα δικάσιμο, όπως αυτό προκύπτει από την 9710/30-10-2013 έκθεση επίδοσης με θυροκόλληση του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ. Γ. και τις συνημμένες σ' αυτή με ημερομηνία 30-10-2013 απόδειξη παραλαβής αντιγράφου από τον αξιωματικό υπηρεσίας του ΑΤ Δ. Θ. και βεβαίωση από τον υπάλληλο των Ε.Λ.Τ.Α. Πειραιά (κεντρικό κατάστημα). Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι.

ΙΙ) Με την από 23-9-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 671/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις και επικυρώθηκε η πρωτόδικη 5229/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με αυτήν, μετά από συνεκδίκαση των από 19-1-2008 και 8-3-2010 αγωγών της ήδη αναιρεσίβλητης, η μεν πρώτη αγωγή έγινε εν όλω δεκτή η δε δεύτερη έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη. Η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙΙ) Με το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 10, 19 και 20 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναίρεσης: αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 107 του ΚΙΝΔ, ναύλωση γενικά είναι η σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την χρησιμοποίηση πλοίου με αντάλλαγμα για θαλάσσιες μεταφορές. Η ναύλωση ρυθμίζεται ενιαίως στον έκτο τίτλο του ΚΙΝΔ (άρθρα 107 έως 189), ως μία μορφή αμφοτεροβαρούς σύμβασης, αλλά γίνεται διάκριση αυτής σε τρεις ειδικότερες μορφές:

α) στη ναύλωση με αντικείμενο τη χρησιμοποίηση του πλοίου εν όλω (ολική ναύλωση) ή εν μέρει (μερική ναύλωση), προς το σκοπό ενέργειας θαλάσσιας μεταφοράς (stricto sensu ναύλωση), β) στη ναύλωση στην οποία η παροχή του εκναυλωτή συνίσταται στην δια θαλάσσης μεταφορά πραγμάτων χωρίς προσδιορισμό χώρου εναπόθεσης αυτών και γ) στη σύμβαση μεταφοράς δια θαλάσσης επιβατών.

Κατά το άρθρο 289 παρ. 4 ΚΙΝΔ οι αξιώσεις από σύμβαση ναυλώσεως, μεταφοράς επιβατών ή πραγμάτων, ως εκ της μη εκτέλεσης ή μη προσήκουσας εκτέλεσης της σύμβασης υπόκεινται σε ετησία παραγραφή. Η παραχώρηση της χρήσης γυμνού σκάφους, (bare-bοαt chaerer ή demise charter, affretemeηt cοque ηue), από τον κύριο αυτού στον αντισυμβαλλόμενό του αντί συμφωνημένου ναύλου, το οποίο είναι κατάλληλο μεν για θαλασσοπλοΐα, αλλά μη επανδρωμένο (χωρίς πλοίαρχο και πλήρωμα), προσομοιάζει με την απλή μίσθωση πράγματος και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ναυλώσεως.

Εξ άλλου, η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ τράπεζας και εντολέα αυτής, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος δίδει στην τράπεζα την εντολή να προβεί στην έκδοση, για λογαριασμό του, εγγυητικής επιστολής προς τρίτον (δανειστή), είναι μία ιδιόμορφη άτυπη σύμβαση, που λειτουργεί στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας του ΕΝ και εντολής του ΑΚ, διακρίνεται δε από τη σύμβαση εγγύησης υπό τον τύπο της παροχής εγγυητικής επιστολής, η οποία καταρτίζεται μεταξύ της εγγυήτριας τράπεζας και του δανειστή του εντολέα της και διέπεται βασικά από τις διατάξεις περί εγγύησης (άρθρο 847 επ.

ΑΚ) κατ` αναλογία. Ειδικότερα, δε οι εγγυητικές επιστολές που εκδίδονται από τράπεζες αποτελούν ιδιαίτερο είδος κατά τύπον εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (άρθρο 361 ΑΚ), χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι, με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στον δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους (ΑΠ 884/2013, ΑΠ 1625/2012, ΑΠ 80/2004).

ΙV) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα είναι εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητάς της, τις αναλήψεις και εκτελέσεις δημοσίων συμβάσεων ή την εκτέλεση συμβάσεων δημοσίου συμφέροντος, την προμήθεια προϊόντων, αγαθών, υλικών, υλών και εξοπλισμού, την παροχή υπηρεσιών logistics (διαχείριση υλικού, φόρτωση κι εκφόρτωση και αποθήκευση πρώτων υλών), διαμεταφορικών υπηρεσιών (των πρώτων υλών από ξηρά και θάλασσα), διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, κ.λπ..

Η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία δημοσίου συμφέροντος, η δε δραστηριότητά της συνίσταται στην εκμετάλλευση μεταλλείων και ορυχείων, την εξόρυξη μεταλλευμάτων και λιγνίτη και την εμπορία τους στην Ελλάδα και το εξωτερικό, την εμπορία νικελίου κ.λπ. Δυνάμει της από 8-12-2005 σύμβασης, που καταρτίστηκε στο Μαρούσι Αττικής μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα (αμφοτέρων των αγωγών) ανέλαβε την εκτέλεση έργου, συνισταμένου στη δια φορτηγίδων μεταφορά και απόρριψη σκουριάς ηλεκτροκαμίνων, που παράγεται από το μεταλλουργικό εργοστάσιο της εναγομένης (των δύο αγωγών) που βρίσκεται στη Λάρυμνα του Ν.

Φθιώτιδας, σε προκαθορισμένο σημείο του θαλάσσιου χώρου του Β. Ευβοϊκού. Ειδικότερα, η εναγόμενη τυγχάνει ιδιοκτήτρια των υπό Ελληνική σημαία φορτηγίδων Φ1 και Φ2 νηολογίου Πειραιώς, 4979 και 4834 αντίστοιχα και DWT 500 κάθε μίας, την χρήση των οποίων διέθεσε στην ενάγουσα "γυμνών" (BARE - BOAT), για την εκπλήρωση του συμφωνηθέντος έργου.

Η διάρκεια της σύμβασης καθορίστηκε από την ημερομηνία έναρξης της συνεργασίας των συμβαλλομένων μερών δια της προσωρινής αναθέσεως του έργου και δη από 13-6-2005 έως 31-12-2006, με δυνατότητα παράτασης, σε περίπτωση παράτασης ισχύος της άδειας απόρριψης της σκουριάς από τη πλευρά της εναγομένης, για όσο χρόνο παραταθεί αυτή (όρος 2ος της σύμβασης).

Συμφωνήθηκε επίσης ότι η εργολάβος (ενάγουσα) έφερε την ευθύνη καλής χρήσης, λειτουργίας και συντήρησης των φορτηγίδων, ενώ, σε περίπτωση που απαιτηθεί η εκτέλεση εργασιών μετατροπής ή διαρρύθμισης στις φορτηγίδες, κατόπιν εντολής των αρμοδίων αρχών που θα απορρέει ή και θα αφορά στη χρήση των φορτηγίδων, αυτές (οι εργασίες) θα γίνουν με δαπάνες και έξοδα της εναγομένης, εξαιρουμένων των επισκευών που θα ζητηθούν από την ίδια την εργολάβο - ενάγουσα (όρος του 3ου συμφωνητικού).

Επιπλέον η ενάγουσα, με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό αναδέχθηκε τις μέχρι την 13.6.2005 εκκρεμείς οφειλές της εναγομένης προς το NAT, μέχρι του ποσού των 57.500 ευρώ, τις οποίες ανέλαβε να εξοφλήσει, ενώ συμφωνήθηκε και η εκχώρηση του σχετικού δικαιώματος είσπραξης των οφειλών από την εναγόμενη στην ενάγουσα (όρος 3ος Δ' του συμφωνητικού).

Περαιτέρω προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση κατά την οποία κάποια από τις φορτηγίδες τεθεί εκτός λειτουργίας λόγω εργασιών τακτικής επιθεώρησης συντήρησης ή γενικώς επισκευών προγραμματισμένα ή εκτάκτως η εργολάβος υποχρεούται να αντικαταστήσει τη φορτηγίδα εντός 48 ωρών με δαπάνες της. (όρος Γος - Θ' του συμφωνητικού).

Περαιτέρω, η εναγόμενη με βάση το ανωτέρω συμφωνητικό, μεταξύ άλλων, ανέλαβε την υποχρέωση: α) να αποζημιώσει την ενάγουσα, σε περίπτωση που, από αποδεδειγμένη υπαιτιότητά της ή από των υπ! αυτής προστηθέντων, προκληθεί ζημία στις φορτηγίδες πέραν της συνήθους λειτουργικής φθοράς, ενώ την αποκατάσταση της συνήθους λειτουργικής φθοράς έφερε, η ενάγουσα, (όρος 4ος Β' του συμφωνητικού), β) να παράσχει ποσότητα σκουριάς προς απόρριψη μεταξύ 100.000 έως 160.000 τόνων και ως εγγυημένη ποσότητα να ορίζεται η ποσότητα των 100.000 τόνων, υπολογιζόμενης σε δίμηνη βάση, η δε τιμή αυτής ορίστηκε σε 0.675 ευρώ ανά τόνο μεταφερόμενης ποσότητας καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης (όρος 5ος και 6ος του συμφωνητικού).

Επιπλέον συμφωνήθηκε και η κατάθεση εγγυητικής επιστολής καλής εκτελέσεως του έργου ποσού 100.000 ευρώ, από την ενάγουσα, η οποία θα επιστρεφόταν μόνον εφόσον η ενάγουσα είχε εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από το συμφωνητικό και είχε εξοφλήσει τους ασφαλιστικούς οργανισμούς NAT (όρος 9ος), ενώ προβλέφθηκε και το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης από τα συμβαλλόμενα μέρη για παράβαση οποιουδήποτε όρου της, θεωρουμένων όλων ουσιωδών (όρος 10ος).

Στη συνέχεια, η διάρκεια της σύμβασης παρατάθηκε, αρχικά μέχρι την 31-12-2007 και ακολούθως έως την 31-12-2008. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατά μήνα Ιούλιο 2007, οι ένδικες φορτηγίδες εμφάνισαν σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία τους, τα οποία κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη επιδιόρθωσή τους και τη θέση τους εκτός λειτουργίας ενόψει του επικείμενου δεξαμενισμού τους.

Για το λόγο αυτό η εναγόμενη προέβη σε ανάθεση τεχνικού ελέγχου των φορτηγίδων Φ1 και Φ2 στην εταιρεία "Technostyle", ενώ συγχρόνως με την από 4/7/2007 επιστολή της ενημέρωσε σχετικά και την ενάγουσα. Η ανωτέρω εταιρεία (ΤΕΚΝΟΣΤΥΛ ΕΠΕ) συνέταξε την έκθεση επιθεώρησής της για τις φορτηγίδες, στην οποία αναφέρονται ότι υπάρχουν τα παρακάτω προβλήματα λειτουργίας τους.

Ειδικότερα, η φορτηγίδα Φ1 απαιτούσε την τοποθέτηση 8 με 10 τόνων μορφοσιδήρου, αντικατάσταση αλυσίδων κυλίσεως, εξαεριστικών δεξαμενών, ναυτικών κλειδιών και ζυγών για το κλαπέ, επισκευή δεστρών, τοποθέτηση ράουλων κυλίσεως και βάσεων, επισκευή συστήματος εργάτη άγκυρας, επισκευή μηχανής και έλεγχος μπαταριών, επισκευή υδραυλικού συστήματος ανοίγματος, επισκευή συστήματος πηδαλίου, επισκευή κυρίας μηχανής, η οποία είχε 20.000 ώρες λειτουργίας και δεν είχε ανοιχθεί από την τοποθέτησή της, επισκευή θυρών μηχανής και θυρών ακομμοδεσίου πλοιάρχου, επιφυλασσόμενη και για λοιπές εργασίες που θα ανακύψουν κατά τη διάρκεια της επισκευής.

Όσον αφορά τη φορτηγίδα Φ2, η οποία κατασκευάστηκε το έτος 1975, η ανωτέρω έκθεση αναφέρει, ότι αυτή βρέθηκε σε κακή κατάσταση και ότι απαιτείται αρκετός χρόνος επισκευής. Ειδικότερα απαιτούνταν 30 με 35 τόνους μορφοσιδήρου, αντικατάσταση των αλυσίδων κύλισης, των εξαεριστικών δεξαμενών, των ναυτικών κλειδιών και ζυγών για το κλαπέ, των δεστρών, των ράουλων κύλισης, του συστήματος εργάτη άγκυρας, επισκευή της μηχανής, η οποία έχει 30.000 ώρες λειτουργίας και έχει να ανοιχθεί από την τοποθέτησή της και καταλήγει στην εκτίμηση ότι οι φθορές είναι χρόνων, χωρίς να προβεί σε εκτίμηση ακριβούς αριθμού.

Ακολούθως η ενάγουσα , ήρθε σε επαφή με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, η οποία ουδέποτε αμφισβήτησε την κακή κατάσταση των δύο φορτηγίδων και την ανάγκη άμεσης επισκευής τους. Έτσι η ενάγουσα για την εξεύρεση κοινώς αποδεκτής λύσης στο ζήτημα αυτό, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι το κόστος επισκευής αυτών θα ανήρχετο στο ποσό του 1.000.000 ευρώ, αφετέρου της κακής οικονομικής κατάστασης της εναγομένης, πρότεινε στην τελευταία δύο λύσεις:

α) είτε να αναλάβει η ενάγουσα τη δαπάνη επισκευής των φορτηγίδων με αναπροσαρμογή της αμοιβής της σε 1,5 ευρώ ανά μετρικό τόνο με εγγυημένη ποσότητα 100.000 τόνων το μήνα, για 18 μήνες τουλάχιστον, μετά την παρέλευση των οποίων θα επανερχόταν η αμοιβή στο ποσό των 0.697 ευρώ ανά τόνο, β) είτε να τις αγοράσει (από την εναγόμενη) και παράλληλα να αναπροσαρμοστεί η αμοιβή της στο ποσό των 1,30 ευρώ ανά μετρικό τόνο για χρονικό διάστημα 18 μηνών, μετά την παρέλευση των οποίων θα ίσχυε η συμβατική τιμή των 0.697 ευρώ ανά τόνο.

Η εναγόμενη, χωρίς να συμφωνήσει ρητά σε κάποια από τις δύο λύσεις, παρότρυνε την ενάγουσα να προβεί στις εργασίες επισκευής των φορτηγίδων, διαβεβαιώνοντας ότι θα βρεθεί λύση για κάλυψη του κόστους επισκευής..... Υπό τα δεδομένα αυτά η ενάγουσα, στις 6.9.2007, έθεσε εκτός λειτουργίας τη φορτηγίδα ΦΙ, την οποία μετέφερε στο ναυπηγείο Μιτζέλας Βόλου, όπου και παρέμεινε μέχρι την 11.10.2007.

Επιπλέον, κατά μήνα Οκτώβριο 2007, η ενάγουσα προέβη σε αντικατάσταση της μηχανής της φορτηγίδας Φ2. Οι εργασίες αυτές ανήλθαν για την μεν ΦΙ στο ποσό των 463.588,30 ευρώ, για τη δε Φ2 στο ποσό των 98.443,94 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%.

Από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε, ότι καθόλο το διάστημα που οι ένδικες φορτηγίδες ήταν εκτός λειτουργίας και η ενάγουσα δεν εκτελούσε το έργο της απόρριψης της σκουριάς, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα την αμοιβή της, με βάση τις ελάχιστες εγγυημένες ποσότητες των 100.000 τόνων ανά μήνα. Επιπλέον, το έργο της απόρριψης σκουριάς για όσο χρόνο βρισκόταν εκτός ενεργείας η ΦΙ φορτηγίδα εξυπηρετείτο από την Φ2 φορτηγίδα, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, καθώς και από μια τρίτη μισθωμένη πλωτή μαούνα, ιδιοκτησίας Σ..

Ακολούθως, μετά το πέρας των εργασιών επισκευής των φορτηγίδων η ενάγουσα γνωστοποίησε στην εναγομένη, ότι αυτές ευρίσκονταν στη διάθεσή της και ότι μπορούσε να αρχίσει εκ νέου το μεταφορικό τους έργο, ωστόσο, η τελευταία αφενός δεν προέβη στη χρήση αυτών, αφετέρου παρέτεινε τη διάρκεια της σύμβασης με τον άνω τρίτο εργολάβο για την εκτέλεση του έργου.

Περαιτέρω η εναγομένη, εξακολούθησε να καταβάλει την αμοιβή της ενάγουσας με βάση την ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα για το χρόνο μετά το πέρας των επισκευών. Στη συνέχεια, όμως στις 12.12.2007 η εναγόμενη απέστειλε επιστολή στην ενάγουσα με την οποία της γνωστοποιούσε ότι δεν επιθυμούσε να ασκήσει το δικαίωμα παράτασης του ένδικου ιδιωτικού συμφωνητικού και κατήγγειλε τη σύμβαση, η οποία έληγε την 31.12.2007.

Έκτοτε η εναγόμενη σταμάτησε να καταβάλει στην ενάγουσα τις ελάχιστες εγγυημένες αμοιβές της, η οποία υπό τα δεδομένα αυτά, στις 14.4.2008 προέβη σε καταγγελία της από 8.12.2005 ένδικης σύμβασης λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας της εναγομένης, κοινοποιώντας κατά την άνω ημερομηνία την από 10.4.2008 εξώδικη καταγγελία της.

Από όλα όμως τα ανωτέρω προκύπτουν τα εξής: Ότι οι εργασίες επισκευής των φορτηγίδων ΦΙ και Φ2, όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω, ερμηνευόμενες σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά, ήθη, διαφεύγουν των συνήθων φθορών που απορρέουν από τη συμφωνημένη χρήση όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Συνεπώς, τα όσα ισχυρίζεται η εναγόμενη με σχετικό λόγο έφεσής της και ειδικότερα ότι οι φθορές αυτές, οφείλονταν στη συνήθη χρήση των φορτηγίδων, τις οποίες η ενάγουσα με βάση το ένδικο συμφωνητικό όφειλε να αποκαταστήσει με δικές της δαπάνες πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα και συνακόλουθα και ο σχετικός λόγος έφεσης, καθώς με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν μπορεί να απαιτηθεί από την ενάγουσα να προβεί στην εξολοκλήρου ανακατασκευή των φορτηγίδων, δεδομένου του ότι η ευθύνη της ενάγουσας, όπως προαναφέρθηκε, περιορίστηκε μόνον στην αποκατάσταση των ζημιών που προέρχονταν από τη συνήθη λειτουργική φθορά.

Περαιτέρω η βούληση της εναγόμενης να δεσμευτεί συμβατικά για την κάλυψη του κόστους επισκευής των φορτηγίδων της συνάγεται, παρά την έλλειψη ρητής συμβατικής πρόβλεψης, σιωπηρά από τις πράξεις των νομίμων εκπροσώπων της, οι οποίοι με θετικές ενέργειες όπως προαναφέρθηκε, αφενός παρότρυναν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας να αρχίσει τις εργασίες επισκευής με δικές της δαπάνες διαβεβαιώνοντας αυτόν, ότι θα έβρισκαν τρόπο οικονομικής διευθέτησης της διαφοράς, αφετέρου εξακολούθησε να καταβάλει στην ενάγουσα τις αμοιβές της από την ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα μεταφοράς και απόρριψης φορτίου για όσο χρόνο τα ένδικα πλωτά ναυπηγήματα ήταν εκτός ενεργείας γεγονός άλλωστε, που δεν αρνείται η εναγομένη, ενώ προέβη και στη μίσθωση φορτηγίδας από τρίτο εργολάβο με δικές της δαπάνες για την εκτέλεση του μεταφορικού έργου.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω προκύπτει, ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα, τις δαπάνες που αυτή κατέβαλε για τις ανωτέρω φορτηγίδες της εναγομένης, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 463.588,30 ευρώ για την ΦΙ και στο ποσό των 98.443,94 ευρώ για την Φ2 όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού λόγου εφέσεως της εναγομένης, που υποστηρίζει τ' αντίθετα.

Όπως ανωτέρω ελέχθη η διάρκεια της ένδικης σύμβασης ορίστηκε αρχικά μέχρι την 31.12.2006, διατηρώντας η εναγόμενη το δικαίωμα παράτασης της σύμβασης, σε περίπτωση παράτασης ισχύος της άδειας απόρριψης και για όσο χρόνο παραταθεί αυτή. Από την ερμηνεία του σχετικού όρου της συμβάσεως (2ος όρος), λαμβανομένου υπόψη του το Δικαστήριο των προμνησθεισών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προκύπτει, ότι η εναγομένη διατήρησε, υπέρ αυτής το δικαίωμα μονομερούς λύσης της ένδικης σύμβασης, μετά την εκπνοή του συμφωνηθέντος χρόνου ισχύος της, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση άσκησε νομότυπα, αφού εναπόκειτο στην κυριαρχική βούληση της, να παρατείνει ή μη τη διάρκεια της σύμβασης.

Άλλωστε, δεν προέκυψε ότι υπήρχε δικαιολογητικός λόγος, να τεθεί ο όρος υπέρ της ενάγουσας, αφού αυτή, όπως αποδείχθηκε, δραστηριοποιείται στην ελεύθερη αγορά, αναλαμβάνοντας την εκτέλεση μεταφορών, από διάφορους πελάτες της και όχι μόνο από την εναγομένη. Επομένως, τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η ενάγουσα με σχετικό λόγο έφεσης περί του ότι η εναγόμενη δεν είχε δικαίωμα μονομερούς διακοπής και λύσης της σύμβασής τους, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.

Και συνακόλουθα, ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσής της. Κατόπιν τούτων η από 12/12/2007 μονομερής δήλωση της εναγομένης περί μη παρατάσεως της ισχύος της ένδικης συμβάσεώς τους, συνιστά νόμιμο λόγο λύσης αυτής, η οποία πλέον παύει να ισχύει για το μέλλον, όπως ορθά δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση και επομένως μη υφισταμένης συμβάσεως, δεν υπήρχε απαίτηση της ενάγουσας για την ελάχιστη εγγυημένη αποζημίωση της και επομένως ορθά η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα, τα αιτούμενα από την ενάγουσα χρηματικά ποσά των 1.025.304 ευρώ για το έτος 2008 και 1.025.304 ευρώ για το έτος 2009 και επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο σχετικός λόγος εφέσεως της ενάγουσας που υποστηρίζει τ' αντίθετα.

Όπως προαναφέρθηκε, με τον όρο 3Γ! της ανωτέρω συμβάσεως, η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει προς το NAT οφειλές της εναγομένης ποσού 57.500 ευρώ που αφορούσαν την περίοδο την προγενέστερη της 13.6.2005. Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα προέβη σ' αυτήν την καταβολή και επομένως αυτή δεν δικαιούται να ζητήσει το ανωτέρω ποσό από την εναγομένη, όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε το σχετικό αιτούμενο απ' αυτήν κονδύλιο.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος τα έφεσής της, που υποστηρίζει τ' αντίθετα. Περαιτέρω με τον όρο 9 του ανωτέρω συμφωνητικού, είχε ορισθεί η καταβολή εγγυητικής επιστολής ποσού 100.000 ευρώ εκ μέρους της ενάγουσας, για την καλή εκτέλεση της σύμβασης. Η ενάγουσα πράγματι στις 11.1.2006 κατέβαλε αυτήν και εκδόθηκε από την PRO BANK η εγγυητική επιστολή την ίδια ημέρα.

Μετά δε την καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, η τελευταία έπρεπε να την επιστρέψει στην ενάγουσα, πράγμα, όμως που η τελευταία δεν έπραξε. Η εναγομένη ισχυρίζεται με σχετικό λόγο έφεσης της, ότι η εγγυητική επιστολή "μάλλον απωλέσθη" και δεν κατέστη δυνατή η επιστροφή της. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί και ορθά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι την εγγυητική επιστολή έχει παρακρατήσει η εναγομένη.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης της, που υποστηρίζει τ' αντίθετα. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι με τον όρο 3Γ! του ανωτέρω συμφωνητικού, η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταβάλει την μισθοδοσία των πληρωμάτων των ανωτέρω φορτηγίδων. Όπως όμως αποδείχθηκε η εναγομένη σε εκτέλεση των υπ' αριθμό 4165/2008 και 4166/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κατέβαλε σε εργαζομένους στις ανωτέρω φορτηγίδες τα ποσά των 120.230 ευρώ και 90.230 ευρώ αντίστοιχα (βλ.

σχετικές αποδείξεις). Επομένως, ορθά η εναγομένη προέβαλε προς συμψηφισμό τις ανωτέρω απαιτήσεις της, προβάλλοντας τη σχετική ένστασή της, η οποία ορθά έγινε δεκτή από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, κατόπιν τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο σχετικός λόγος της ενάγουσας, που υποστηρίζει τ' αντίθετα.

Όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη είχε την υποχρέωση αποκατάστασης των ζημιών των δύο ανωτέρω φορτηγίδων ΦΙ και Φ2 και ως εκ τούτου την υποχρέωση καταβολής των μισθωμάτων σε τρίτους εργολάβους, καθόσον χρόνο οι φορτηγίδες ΦΙ και Φ2 παρέμειναν εκτός λειτουργίας για 142 ημέρες κατά το έτος 2007, έφερε η ίδια.

Πρέπει να λεχθεί ότι ο όρος 3Η του συμφωνητικού, βάσει του οποίου η ενάγουσα είχε υποχρέωση να αντικαταστήσει τη φορτηγίδα εντός 48 ωρών με δαπάνες της, αφορά τις εργασίες συντήρησης αυτής (φορτηγίδας) και όχι αποκατάστασης ζημίας της. Επομένως, ορθά έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αναγνώρισε, ότι δεν οφείλει στην εναγομένη το ποσό των 764.244,20 ευρώ ως αποζημίωση της, για το ότι οι ανωτέρω φορτηγίδες παρέμειναν εκτός, λόγω επισκευής για 142 ημέρες το έτος 2007.............

Στην προκειμένη περίπτωση, η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων (από 8.12.2005) ήταν σύμβαση έργου, η οποία είχε ως αντικείμενο την μεταφορά και απόρριψη σκουριάς των ηλεκτροκαμίνων, και επομένως δεν πρόκειτο για σύμβαση ναυλώσεως και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή επ' αυτής η διάταξη του άρθρου 289 παρ 4 ΚΙΝΔ, όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατόπιν τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί και ο σχετικός λόγος της έφεσης της εναγομένης που υποστηρίζει τα' αντίθετα".

ΙΙΙ) Υπό τα δεδομένα αυτά το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η ένδικη σύμβαση ενέχει τα στοιχεία της σύμβασης έργου και όχι της σύμβασης ναυλώσεως πλοίου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα (εναγομένη) εταιρεία, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 289 περ. 4 ΚΙΝΔ, την οποία το Δικαστήριο ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με την μη εφαρμογή της όπως αβασίμως υποστηρίζεται από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησής της.

Και αυτό διότι, υπό τις παραδοχές του Εφετείου, αντικείμενο της σύμβασης, στο οποίο απέβλεψαν τα διάδικα μέρη, ήταν η απόρριψη της σκουριάς ηλεκτροκαμίνων, που παραγόταν από το μεταλλουργικό εργοστάσιο της αναιρεσείουσας, δια των φορτηγίδων αυτής, τις οποίες παραχώρησε μη επανδρωμένες (χωρίς δηλαδή πλοίαρχο και πλήρωμα) στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) για τον συγκεκριμένο σκοπό.

Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των παραδοχών της αποφάσεως και ειδικότερα: α)του σκοπού της συμβατικής σχέσης στον οποίο απέβλεψαν τα μέρη, που ήταν η φόρτωση και η απόρριψη "σκουριάς ηλεκτροκαμίνων" στον θαλάσσιο χώρο, β) του γεγονότος ότι το πλοίο παραχωρήθηκε όχι επανδρωμένο, αλλά "γυμνό" περίπτωση που προσομοιάζει με τη μίσθωση πράγματος, γ) της μη συμφωνίας ναύλου και δ)του γεγονότος ότι η βασική διαφορά των διαδίκων μερών προέκυψε σχετικά με το ποιο εξ αυτών θα βάρυνε το κόστος των ενδίκων επισκευών των ναυπηγημάτων πράγμα που δεν σχετίζεται αναγκαίως με το μεταφορικό έργο, που ήταν το κύριο αντικείμενο της ένδικης σύμβασης, συνάγεται, ότι ορθώς κρίθηκε από το Εφετείο, ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση ναύλωσης πλοίου, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 289 περ. 4 ΚΙΝΔ , σύμφωνα με την οποία υπόκεινται σε ετήσια παραγραφή οι αξιώσεις από τη σύμβαση αυτή.

Επίσης, αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του (εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ) με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σύμβαση έχει προεχόντως χαρακτήρα ναύλωσης. Τούτο δε πρώτον διότι, με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί μισθώσεως έργου και όχι αυτές περί θαλάσσιας μεταφοράς πραγμάτων (σκουριάς ηλεκτροκαμίνων) και άρα ότι η αναιρεσίβλητη δεν εκμεταλλευόταν τις ανήκουσες στην αναιρεσείουσα φορτηγίδες για δικό της (αναιρεσίβλητης) λογαριασμό προς διενέργεια θαλάσσιων μεταφορών παρά τα αντίθετα υποστηριχθέντα από την αναιρεσείουσα.

Κατά δεύτερον, διότι το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι οι φθορές στις φορτηγίδες ήταν μεγάλης έκτασης, οι οποίες δεν οφείλονταν στην συνήθη χρήση αυτών και ότι υπήρχε κενό στη σύμβαση, σχετικά με το ποιος ήταν υπεύθυνος για την αποκατάσταση των φθορών αυτών, ορθώς προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ορθώς προέβη σε ερμηνεία της σύμβασης για την αναζήτηση της βούλησης των συμβαλλομένων καταλήγοντας (αναιρετικώς ανέλεγκτα) στην κρίση, με βάση τη σύμβαση αλλά και άλλα περιστατικά εκτός αυτής, ότι υπεύθυνη (κατά την έννοια της σύμβασης) προς αποκατάστασή τους ήταν η αναιρεσείουσα (εναγόμενη).

Ακόμη αβάσιμος είναι ο τρίτος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ). Και αυτό, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι υπήρχαν ουσιώδη πραγματικά ελαττώματα στις δύο φορτηγίδες κατά τον χρόνο παράδοσής τους στην αναιρεσίβλητη και ότι για την αποκατάσταση αυτών υπεύθυνη ήταν η αναιρεσείουσα, σε ουδεμία παραμόρφωση του περιεχομένου της ένδικης σύμβασης προέβη, ως προς το σημείο αυτής που, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αναγράφεται ότι η αναιρεσίβλητη βρήκε τις φορτηγίδες "κατάλληλες για την εργασία που προορίζονταν και τις παρέλαβε ανεπιφύλακτα".

Απλώς το δικαστήριο κατέληξε στην ως άνω κρίση του , αφού προέβη σε εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, ο τρίτος λόγος είναι απορριπτέος ως παντελώς αόριστος και κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 10 ΚΠολΔ. , διότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένες πλημμέλειες της απόφασης.

Ο δεύτερος (εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ.) όμως λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Ειδικότερα, το ποσό της δοθείσης εγγυητικής επιστολής, η οποία, κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου, εκδόθηκε στις 11.1.2006 από την PRO BANK κατόπιν εντολής της αναιρεσίβλητης και υπέρ της αναιρεσείουσας για την καλή εκτέλεση της σύμβασης, εσφαλμένα συμψηφίστηκε από το Εφετείο με απαιτήσεις της τελευταίας κατά της αναιρεσίβλητης, εφόσον δεν γίνεται δεκτό ότι εισπράχθηκε το ποσό αυτής της εγγυητικής επιστολής λόγω κατάπτωσής της, Συνεπώς, το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες κατά το μέρος αυτό και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. Επίσης, με το να μην απαντήσει στον προταθέντα από την αναιρεσείουσα (με την έφεσή της) ισχυρισμό ότι είχε λήξει η χρονική διάρκεια της εγγυητικής αυτής επιστολής χωρίς μέχρι τότε να εισπραχθεί αυτή, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός έχει έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης σχετικά με το αν θα έπρεπε ή όχι να συμψηφιστεί το ποσό της εγγυητικής επιστολής. Ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο κατέληξε στο πόρισμά του αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία.

Ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 20 Κ.Πολ.Δ, παραπονείται ότι το Εφετείο αφενός παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες περί δικαιοπραξιών, αφετέρου δε "παραμόρφωσε" το περιεχόμενο της σύμβασης με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν υπεχρεούτο σε αποζημίωση της αναιρεσείουσας για όσο διάστημα οι φορτηγίδες παρέμειναν εκτός λειτουργίας προς επισκευή, αν και στη σύμβαση αναγραφόταν ότι σε περίπτωση που κάποια από τις φορτηγίδες τεθεί εκτός λειτουργίας η αναιρεσίβλητη υποχρεούται να αντικαταστήσει τη φορτηγίδα εντός 48 ωρών με δαπάνες της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά μεν το πρώτο σκέλος, διότι, όπως δέχθηκε το Εφετείο, ερμηνεύοντας (ανελέγκτως) τη σύμβαση, με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ήταν εκείνη που είχε την υποχρέωση αποκατάστασης των συγκεκριμένων ζημιών των φορτηγίδων και ως εκ τούτου την υποχρέωση καταβολής των μισθωμάτων σε τρίτους εργολάβους για όσο χρόνο οι φορτηγίδες παρέμειναν εκτός λειτουργίας, οπότε ορθώς το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν βαρυνόταν με την συγκεκριμένη δαπάνη.

Κατά δε το δεύτερο σκέλος είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης , διότι ο όρος του συμφωνητικού, σύμφωνα με τον οποίο "σε περίπτωση κατά την οποία κάποια εκ των φορτηγίδων τεθεί εκτός λειτουργίας λόγω εργασιών τακτικής επιθεώρησης ή συντήρησης ή γενικώς επισκευών, προγραμματισμένα ή εκτάκτως, η εργολάβος (αναιρεσίβλητη) υποχρεούται να αντικαταστήσει τη φορτηγίδα εντός 48 ωρών με δαπάνες της" αναφερόταν, κατά την απόφαση, σε εργασίες συντήρησης ή σε επισκευές των φορτηγίδων λόγω φθορών αυτών που οφείλονταν στη συνήθη χρήση τους και όχι σε επισκευές, όπως οι επίδικες, που δεν ήταν "συνήθεις".

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος αυτής που αφορά την ένδικη εγγυητική επιστολή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να επιβληθεί στην αναιρεσίβλητη ανάλογο προς την έκταση της ήττας αυτής μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσειούσης (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς την 671/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, εκ δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ