Supreme Court dismisses appeal against conviction for illegal employment of foreign worker due to sufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the criminal court's conviction for illegal employment of a foreign national. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning and misapplied the law regarding the crime, but the court found the judgment detailed and logically sound. Consequently, the appeal was dismissed as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 333, 335, 336 of the Code of Civil Procedure; Article 17 of the Penal Code: A criminal judgment is not subject to appeal for lack of specific reasoning if the court has adequately explained the facts and legal basis for the conviction, and appeals challenging the court's evaluation of evidence or factual assumptions are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1958 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1958/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη), Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη (ορισθείσα με την υπ' αριθμόν 66/2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, προς συμπλήρωση της συνθέσεως), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Χρονόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 713/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αιγίου.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αιγίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 111/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων ΚΠΔ 333, παρ.2 "εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει ... την άδεια στους διαδίκους, όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες ... . Δίνει επίσης σ' αυτούς το λόγο για να αγορεύσουν ή όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται ...
παρ.3 "όταν λάβει το λόγο ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος ή ένας από τους διαδίκους, έχουν δικαίωμα να λάβουν το λόγο και οι υπόλοιποι διάδικοι? ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχουν το δικαίωμα να μιλούν πάντοτε τελευταίοι", 335 παρ.2 "εναντίον των διατάξεων που εκδίδονται από τον Πρόεδρο κατά τα άρθρα 141 παρ.2, 333, ...
μπορεί να ασκηθεί αμέσως προσφυγή σε ολόκληρο το δικαστήριο". Εξ αυτών προκύπτει ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στους διαδίκους όταν το ζητήσουν για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις για οποιοδήποτε θέμα αφορά την υπόθεση, που συζητείται, εάν δε αυτός ο οποίος εζήτησε τον λόγο για να υποβάλει κάποια αίτηση, ένσταση κτλ.
είναι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, ο διευθύνων την συζήτηση δεν έχει υποχρέωση, μετά την απάντηση του εισαγγελέως και των λοιπών διαδίκων να δώσει και πάλι, εκ νέου δηλαδή τον λόγον εις αυτόν τελευταίον. Μόνο δε αν ζητήσει ούτος και αυθις τον λόγον και δεν του δοθεί υπό του διευθύνοντος την συζήτηση και προσφύγει αμέσως, μη αποδεχόμενος την προεδρική διάταξη, σε ολόκληρο το δικαστήριο και αυτό αρνηθεί να δώσει το λόγο επέρχεται κατ' άρθρον 170 παρ.2 ΚΠΔ ακυρότης.
Και ταύτα διότι στην άνω παρ.3 άρθρου 333 γενική διάταξη αναφέρεται ότι "έχουν δικαίωμα να λάβουν το λόγο, (όπως άλλωστε και στη διάταξη του άρθρου 369 παρ.3 ΚΠΔ ειδικώς για την μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας αγόρευση), και όχι ότι "αυτός που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο", όπως στο β'εδάφιο της παρ.2 αυτού του άρθρου (333), (η δε παραβίαση του εκ του άρθρου 333 παρ.3 δικαιώματος του κατηγορουμένου επιφέρει ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.2 δ' ΚΠΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επι της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, δικάσαντος κατ' έφεση, υπ' αριθμ. 713/2008 ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του προέβαλε και ανέπτυξε προφορικώς και κατέθεσεν εγγράφως ενστάσεις και αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Μετά την απάντηση της εισαγγελέως η οποία πρότεινε την απόρριψη, ο ανωτέρω δεν εζήτησεν εκ νέου τον λόγον από τον διευθύνοντα την συζήτηση προς ανταπάντηση στην εισαγγελική πρόταση και ως εκ τούτου δεν επήλθε ακυρότητα στο ακροατήριο, ώστε να ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.β' ΚΠΔ, (και) εφ' όσον, κατά τ' άνω, ο πρόεδρος δεν ήτο υποχρεωμένος αυτεπαγγέλτως να δώσει και πάλι στο συνήγορο τον λόγο.
Εντεύθεν και ο σχετικός πρώτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως, υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' άρθρο 86 Ν. 3386/2005 "είσοδος διαμονή κ.λπ υπηκόων τρίτων χωρών" παρ.1 εδ.α' όπως αντικ/θη (και ισχύει) με το άρθρο 44 παρ.4 Ν. 3801/2009 "Δεν επιτρέπεται η πρόσληψη και η απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών, εφ'οσον δεν έχουν άδεια διαμονής για εργασία ή άδεια διαμονής και έγκριση πρόσβασης στην αγορά εργασίας ή άδεια διαμονής που παρέχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας ή βεβαίωση της παρ.3 του άρθρου 11 του νόμου αυτού ότι έχουν καταθέσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοσή της" και παρ.4 "Όποιος απασχολεί υπήκοο τρίτης χώρας που στερείται αδείας διαμονής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών" Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ή έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποίο προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Δια την ύπαρξη τοιούτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό. Ειδικώς για το δόλο που ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ.1 και 27 παρ.1 ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός εάν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του όπως την "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένο περαιτέρω σκοπό (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο.
Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατ'είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα απεδείχθη η κάθε παραδοχή και (χωρίς)να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου χωριστά εξ αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπόψη και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν όπως αυτά επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δεν αποτελούν όμως λόγον αναιρέσεως ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και δη η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου και η διάφορος εκτίμηση και αξιολογική συσχέτιση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, καθ' οσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει, αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, ή την απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου άλλα σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στη διακριτική ή ανέλεγκτη, κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1 στοιχ.β' και δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται ήτοι, και αυτεπαγγέλτως υπ'όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, 173 παρ.2 ιδίου Κώδικος, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, 174 παρ.1 (ιδίου Κώδικος), ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, και 176 παρ.1 αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο...Οι διατάξεις αυτές, δικονομικού χαρακτήρος που τάσσουν τον άνω χρονικό περιορισμό δεν αντίκεινται στις περί χρηστής δίκης, ειδικότερα υπέρ του κατηγορουμένου δικονομικές εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ.3 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1950 (ΕΣΔΑ) οι οποίες δεν διακρίνουν περί προδικασίας και κυρίας διαδικασίας στην ποινική δίκη, κατά δε τον τελολογικό σκοπό της εχούσης αυξημένη τυπική ισχύ ως άνω συμβάσεως, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, που συνίσταται στο ότι η ποινική διαδικασία πρέπει, ως σύνολο θεωρουμένη, ανεξαρτήτως των επί μέρους δικονομικών τύπων της, να μπορεί να εκτιμηθεί ότι απηχεί χρηστή δίκη που δικαιολογεί την έκδοση ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως, οι άνω εγγυήσεων έχουν την έννοια ότι πρέπει να δίδεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να ακουσθεί πλήρως κατά την εκδίκαση της ουσίας της κατηγορίας, υπό δικαστού που εκδίδει οριστική απόφαση.
Έτι περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων ΚΠΔ 244 η προανάκριση δεν είναι αναγκαία για τα πταίσματα ή για τα πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου ... και 245 παρ.1 η προανάκριση είναι συνοπτική και, αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί ... περατώνεται: α)με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο στις περιπτώσεις του προηγουμένου άρθρου ...
Η άνω ρύθμιση, ισχύει μόνο στην τακτική προανάκριση και όχι τη λεγομένη "αστυνομική" προανάκριση, εκείνη δηλαδή η οποία διενεργείται χωρίς παραγγελία του εισαγγελέως λόγω, κινδύνου εκ της καθυστερήσεως που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.2 ΚΠΔ. Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 502 παρ.2 ΚΠΔ "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου, απέρριψε την ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος ακυρότητος της προανακρίσεως καθ' όσον δεν εκλήθη να απολογηθεί, επελθούσης εντεύθεν απολύτου ακυρότητος με την εξής αιτιολογία "Κατά το άρθρο 173 παρ.2 ΚΠΔ από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρ.171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο.
Κατά δε το αρθρ.176 παρ.1 του ιδίου κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτονται, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη η μη αυτών είναι το δικαστικό συμβούλιο.
Αν οι ακυρότητες αυτές προτάθηκαν και απορρίφθηκαν από το δικαστικό Συμβούλιο η δεν προτάθηκαν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή δεν μπορούν να επαναφερθούν και να προταθούν και πάλι ενώπιον του δικαστηρίου η να προταθούν για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας, αφού τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας.
Ούτε έχει την εξουσία το δικαστήριο να παραπέμψει πάλι την υπόθεση στην ανάκριση προκειμένου να επαναληφθεί η ακύρως διενεργηθείσα ανακριτική πράξη. Εξάλλου ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο. Η ακυρότητα πράξεως της προδικασίας δύναται, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου να προταθεί με την κατ' άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγή (σε περίπτωση παραπομπής στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο) ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (Ολ.ΑΠ 1/2008 Ποιν.Δικ. 2008, 275, ΑΠ 1709/2006 Ποιν.Δικ. 2007, 391 ΑΠ 613/2006 Ποιν.Δικ.2006, 190).
Οι διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1 στοιχ.δ', 173 παρ.2, 174 παρ.1 και 176 παρ.1 ΚΠΔ, που τάσσουν χρονικό περιορισμό για πρόταση της απόλυτης ακυρότητας πράξεων της προδικασίας (μέχρι την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας) δεν αντίκεινται στις δικονομικές εγγυήσεις περί "δίκαιης δίκης" της διάταξης του άρθρου 6 παρ.3 ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι από τις ίδιες αυτές διατάξεις παρέχεται στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει εγκαίρως την ακύρωση όσων προανακριτικών πράξεων έγιναν παρά το νόμο και θίγουν την υπεράσπισή του και αφετέρου τάσσεται δικαστής προς ακρόαση τέτοιου αιτήματός του πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εναντίον του κατηγορίας (ΑΠ 1260/2000 Ποιν.Δικ.2001, 2).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 502 ΚΠΔ "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προσβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου που δίκασε σε πρώτο βαθμό με την 458-458α/2007 απόφασή του αφού απέρριψε την προβληθείσα με την έναρξη της διαδικασίας ένσταση του κατηγορουμένου Ι.
Β. και ήδη εκκαλούντος "περί ακυρότητας της διενεργηθείσας προανάκρισης (αρθρ.243 παρ.2 ΚΠΔ) επειδή δεν κλήθηκε να απολογηθεί, όπως ρητώς επιβάλλει το άρθρο 245 ΚΠΔ (σε συνδυασμό με αρθρ.105 ΚΠΔ) και κατά συνέπεια επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατ'αρθρ.171 περ.β'και δ'και 175 ΚΠΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο" καταδίκασε στη συνέχεια τον πιο πάνω κατηγορούμενο σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, μετατραπείσα προς πέντε ευρώ ημερησίως, για την πράξη της παράβασης του άρθρου 86 παρ.4,1 Ν. 3386/2005.
Κατά της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης ο εν λόγω κατηγορούμενος άσκησε παραδεκτώς έφεση. Συγκεκριμένα την 83/1-3-2007 έφεση. Στην παραπάνω έφεση δεν περιλαμβάνεται ως ειδικός λόγος αυτής παράπονο του εκκαλούντος περί απόρριψης της ένστασης ακυρότητας πράξεων της προδικασίας. Κατά συνέπεια το συγκεκριμένο σκέλος της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 458-458α/2007 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου, εφ' όσον δεν επαναφέρθηκε ως λόγος έφεσης, δεν μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό λόγο έφεσης και ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει για μη μεταβιβασθέν κεφάλαιο.
Εξ άλλου η επικαλούμενη ως απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας προτείνεται, ενώπιον του αρμοδίου για την κήρυξη η μη αυτής δικαστικού συμβουλίου, μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εφ'οσον αυτό δεν έχει αρμοδιότητα να κηρύξει την ακυρότητα πράξεων της προδικασίας.
Συνεπώς ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο ισχυρισμός ότι η μη λήψη απολογίας του κατά την προανάκριση ήταν μη νόμιμη και συνεπέφερε την ακυρότητα της παραπομπής του στο ακροατήριο πρέπει, για τους προαναφερόμενους λόγους να απορριφθεί".
Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου, όσον αφορά στην παρεμπίπτουσα ως άνω απόφασή του, διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ για την απόρριψη της σχετικής με πράξεις της προδικασίας ενστάσεως, την οποίαν είχεν (επίσης) απορρίψει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου, όπως προκύπτει και από την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 458, 458α και 458β/2007 απόφασή του και από την οποίαν επίσης προκύπτει ότι δεν διενεργήθη προανάκριση, ενώ, εις πάσα περίπτωση, για την ανω πρωτοδίκως απορριφθείσα ένσταση, δεν υπήρξε λόγος εφέσεως.
Μετά ταύτα (και εφ' όσον το άνω προτελευταίον εδάφιο της αιτιολογίας ως εκ περισσού ανεφέρθη, αφού η κυρία απορριπτική αιτιολογία έχει προηγηθεί), ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ, περί ελλείψεως αιτιολογίας στην περί απορρίψεως της ενστάσεως ακυρότητος απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Περαιτέρω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του και δη τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοδίκου δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθησαν, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου, εδέχθη τα εξής πραγματικά περιστατικά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του: "Ο κατηγορούμενος, Ι.
Β., διατηρούσε στην ... πριν και κατά τον επίμαχο χρόνο από τον Αύγουστο του έτους 2003 μέχρι την 5-8-2006 και εξακολούθησε να διατηρεί έκτοτε, κέντρο διασκέδασης με το διακριτικό τίτλο "ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ", που λειτουργεί κατά τους θερινούς μήνες της παραθεριστικής περιόδου Ιουνίου έως και Αυγούστου κάθε έτους, στο οποίο απασχολεί υπαλληλικό προσωπικό.
Από το τέλος Ιουλίου 2006 το Τμήμα Ασφάλειας Αιγίου διενεργούσε προανάκριση για την εξιχνίαση των συνθηκών θανάτου του Θ. Π. που βρέθηκε στις σιδηροδρομικές γραμμές στην περιοχή ... στις 31-7-2006, οπότε ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να καταθέσει ως μάρτυρας, προτείνοντας στους ανθρώπους που ήταν στο κατάστημά του κατά το χρόνο αυτό.
Ο κατηγορούμενος προσήλθε στο Αστυνομικό Τμήμα συνοδεύοντας τον M. L.,Αλβανό υπήκοο, ο οποίος διέμενε σε καλύβες των εγκαταστάσεων του κέντρου διασκέδασης, προκειμένου ο τελευταίος να καταθέσει στα πλαίσια της διενεργούμενης προανάκρισης, όπως και άλλος αλλοδαπός, τον οποίο μετέφερε, επίσης, ο κατηγορούμενος και διέμενε στον ίδιο χώρο.
Κατά την προσέλευση του ως άνω αλλοδαπού, M. L., διαπιστώθηκε ότι είχε εισέλθει στην Ελλάδα στερούμενος ταξιδιωτικών εγγράφων και παρέμενε στη χώρα χωρίς άδεια παραμονής ενώ, παρότι εργαζόταν, δεν είχε άδεια διαμονής ή σχετική βεβαίωση της παρ.3 των άρθρων 11 του Ν. 3386/2005, που καθορίζει τις προϋποθέσεις εισόδου, διαμονής και κοινωνικής ένταξης υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, δηλ.
ότι είχε καταθέσει πλήρη δικαιολογητικά για χορήγηση η ανανέωση άδειας διαμονής. Ο αλλοδαπός, υπήκοος τρίτης χώρας, εργαζόταν σε αγροτικές εργασίες και το χειμώνα στη συλλογή ελαιοκάρπου αλλά και στην επιχείρηση του κατηγορουμένου όπου προσέφερε υπηρεσίες καθαρισμού στο κατάστημα και στον περιβάλλοντα χώρο κατά τα Σαββατοκύριακα του θερινού χρόνου λειτουργίας του.
Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι δεν είχε προσλάβει ούτε απασχόλησε τον αλλοδαπό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2003 και καθ' ολο τον επίμαχο χρόνο, αλλά έχοντας αποδεχθεί σχετική πρόταση του τότε Δημάρχου ... Α. Ν., μάρτυρα υπεράσπισης, φιλοξενούσε τον ως άνω Αλβανό υπήκοο, επειδή ήταν άστεγος, παρέχοντας σ' αυτόν κατάλυμα κατά το χρόνο λειτουργίας της επιχείρησής του, οπότε ο τελευταίος σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του προσέφερε αυτοβούλως ορισμένα Σαββατοκύριακα (και όχι όλα) κατά το θερινό τρίμηνο λειτουργίας του καταστήματος βοηθητικές εργασίες σκουπίζοντας και πλένοντας ένα τμήμα του μαγαζιού, συλλέγοντας κάποια σκουπίδια και τον περιβάλλοντα χώρο των καλυβών και ως εκ τούτου η εργασία του παρεχόταν χωρίς συμβατική υποχρέωση, απολαμβάνοντας στέγης και τροφής.
Όμως όπως καταθέτει ο μάρτυρας κατηγορίας Αστυνομικός, που συνομίλησε με τον αλλοδαπό κατά την προσελευσή του στο Αστυνομικό Τμήμα και πριν την εξέτασή του από τους αρμόδιους προανακριτικούς υπαλλήλους, ο τελευταίος του είπε ότι εργαζόταν στην επιχείρηση του κατηγορουμένου και προσήλθε μαζί με τον ιδιοκτήτη για να καταθέσει και ότι διέμενε σε καλύβα της επιχείρησης μαζί με τον άλλο αλλοδαπό, που ήταν εφοδιασμένος με τα νομιμοποιητικά της διαμονής του έγγραφα.
Την ίδια πληροφόρηση για τα λεγόμενα του αλλοδαπού έχει και ο κατηγορούμενος, ο οποίος απολογούμενος στο ακροατήριο, υποστηρίζοντας, τους πιο πάνω ισχυρισμούς του, αναφέρει ότι δεν τον συνέδεε εργασιακή σχέση με τον Αλβανό υπήκοο και ότι τα όσα είπε αυτός οφείλονται σε εσφαλμένη αντίληψή του λόγω ελλιπούς γνώσης της Ελληνικής γλώσσας.
Την παραπάνω άποψη του κατηγορουμένου υπερασπίζεται και ο μάρτυρας Α. Ν., που καταθέτει ότι πρότεινε στον κατηγορούμενο να τον φιλοξενήσει, γνωρίζοντας τον Αλβανό υπήκοο από το παρελθόν, εκτιμά δε ότι οποιαδήποτε προσφορά υπηρεσιών του ήταν σε ανταπόδοση της φιλοξενίας. Ωστόσο από την αξιολόγηση της κατάθεσης του μάρτυρα κατηγορίας, στον οποίο ο αλλοδαπός είπε ότι εργαζόταν στην επιχείρηση του κατηγορουμένου, με απλή αναφορά στην πηγή του μάρτυρα για το πρόσωπο του, που ήταν συγκατηγορούμενος του ως άνω κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αποδίδεται η αλήθεια των περιστατικών που αφορούσαν την προσφορά των υπηρεσιών του Αλβανού υπηκόου και δεν είχαν άλλη μορφή παρά μόνο τη σύμβαση εργασίας μεταξύ του κατηγορουμένου και του M.
L. . Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο των ως άνω πληροφοριών τις οποίες μετέφερε στο μάρτυρα ο συγκατηγορούμενος, προερχόμενες από τις διηγήσεις του πριν την προανακριτική του εξέταση δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ.2 και 105 ΚΠΔ ούτε και εκείνη του άρθρου 211Α, συνδυαζόμενη κυρίως με την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος αποδέχεται την προσφορά υπηρεσιών στα πλαίσια, όμως, της εκπλήρωσης ηθικής υποχρέωσης, σε ανταπόδοση της ανθρωπιστικής του προσφοράς και των αισθημάτων φιλαλληλίας προς τον αλλοδαπό.
Ο ισχυρισμός αυτός όμως, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού υπό το μανδύα της φιλοξενίας ο κατηγορούμενος επιχειρεί να αμφισβητήσει την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που τον συνέδεε με τον ως άνω Αλβανό υπήκοο. Πιο συγκεκριμένα μεταξύ του κατηγορούμενου και του αλλοδαπού δεν προϋπήρχε καμία σχέση φιλίας ή άλλη προσωπική σχέση ούτε δικαιολογείται από τις συνθήκες, καθότι ο κατηγορούμενος, έμπειρος επαγγελματίας, ενδιαφερόμενος προφανώς να προστατεύει την επιχείρησή του, που βρίσκεται σε παραλιακή περιοχή και απευθύνεται σε ευρύ κοινό, είχε την πρόνοια να είναι επιφυλακτικός απέναντι σε έναν άγνωστο αλλοδαπό, μη αρκούμενος σε διαβεβαιώσεις για το χαρακτήρα του, έτσι ώστε να μην του επιτρέψει να διαμένει στο χώρο του παρά μόνο με την υποβολή του στη δοκιμασία της εργασίας και μάλιστα υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες του αλλά και την επιτήρησή του, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη της συμπεριφοράς του.
Άλλωστε η παραμονή του εν λόγω αλλοδαπού στην επιχείρηση κατά το χρόνο λειτουργίας της, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, δεν δικαιολογεί την παροχή στέγης για λόγους ανθρωπιστικούς μόνο για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα αφού οι ανάγκες του Αλβανού υπηκόου προφανώς ήταν διαρκείς. Ούτε το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε η παροχή μισθού σε χρήμα αναιρεί την ύπαρξη εργασιακής σχέσης με σύμβαση εργασίας αφού ο μισθός μπορεί να είναι σε είδος.
Στο σημείο αυτό δεν κρίνεται πειστική, η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, που καταθέτει ότι η προσφορά υπηρεσιών ήταν έναντι της φιλοξενίας, καθότι και ο ίδιος, όταν καλούσε τον Αλβανό να εκφορτώσει κρέατα από το φορτηγό στην επιχείρηση του κρεοπωλείου του-εργασία κοπιαστική-αυτός δεν τον πλήρωνε αλλά του έδινε λίγο κρέας, παρότι όπως είναι γνωστό μέλημα των οικονομικών μεταναστών είναι η αμοιβή από την εργασία τους έστω και με αποδοχές κατώτερες των προβλεπομένων από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Εξάλλου η μη ανεύρεση του αλλοδαπού από αρμόδιες ελεγκτικές αρχές η την Αστυνομία που διενεργούσε συχνούς ελέγχους στο κατάστημα για το θόρυβο η των καταστάσεων προσωπικού δεν αναιρεί την υπαρκτή και εκτελούμενη σύμβαση εργασίας, καθότι ο εν λόγω εργαζόμενος δεν ήταν σε θέση προβολής στο κέντρο διασκέδασης, όπως άλλοι εργαζόμενοι (σερβιτόρος, μπάρμαν κ.λπ.), παρείχε τις υπηρεσίες του όταν είχε αποχωρήσει το κοινό και σε χρόνο μετά την κυρίως λειτουργία του καταστήματος ενώ ο εξοχικός χαρακτήρας της περιοχής δεν καθιστούσε εφικτό ένα τέτοιο έλεγχο.
Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο ίδιος υπέδειξε στις αστυνομικές αρχές την παρουσία του αλλοδαπού στην επιχείρησή του συνοδεύοντας αυτόν και μεταφέροντας τον με το αυτοκίνητό του στο τμήμα, πλήν όμως, η στάση του αυτή υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι είχε κληθεί από την Ασφάλεια προς μαρτυρική εξέταση και προφανώς δεν θα απέκρυπτε την παρουσία του αλλοδαπού, η ύπαρξη του οποίου θα αποκαλυπτόταν είτε από άλλους εργαζόμενους είτε από όσους γνώριζαν ότι διέμενε εκεί, ενόψει δε του ότι η προανάκριση αφορούσε το θάνατο ενός ανθρώπου η συλλογή των στοιχείων θα ήταν ενδελεχής ενώ αυτή ακριβώς η απαξία της απόκρυψης ήταν οπωσδήποτε σημαντικότερη από αυτό καθεαυτό το ζήτημα της απασχόλησής του, για την οποία άλλωστε ο κατηγορούμενος θα προέβαλε εξ αρχής τους και εδώ υποστηριζόμενους λόγους της φιλοξενίας και άγνοιας για την κατοχή των νομιμοποιητικών εγγράφων.
Αλλά και το ότι ο αλλοδαπός δεν ήταν εφοδιασμένος με τα νομιμοποιητικά έγγραφα γνώριζε ο κατηγορούμενος διότι ως έμπειρος επαγγελματίας ήταν γνώστης του γεγονότος της έλλειψης εφ' όσον διατηρούσε τον εργαζόμενο επί μακρό χρόνο στην επιχείρησή του έστω και με τη μορφή της διαλείπουσας εργασίας, έχοντα πλήρη γνώση ότι εισήλθε στην Ελλάδα χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα, δεν είχε μόνιμη κατοικία ούτε ασφαλιστική κάλυψη ούτε κάποιον άλλο συγκεκριμένο εργοδότη καθώς και φορολογική ενημέρωση, δηλ.
τις προϋποθέσεις να του χορηγηθούν τα έγγραφα ενώ η έκπληξη που εξέφρασε στο Αστυνομικό τμήμα, όταν προσήλθε και διαπιστώθηκε η έλλειψη, όπως καταθέτει ο μάρτυρας κατηγορίας στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, οπωσδήποτε δεν ήταν γνήσια, διότι εύλογο θα ήταν τότε τουλάχιστον να τον είχε ρωτήσει, γεγονός που πραγματικά είχε συμβεί από την αρχή της συνάντησής τους και της έναρξης της απασχόλησής του.
Επομένως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2003 έως στις 5-8-2006 με την ιδιότητα του εργοδότη έχοντας προσλάβει τον M. L., Αλβανό υπήκοο, τον απασχολούσε στο κατάστημα κέντρο διασκέδασης με την επωνυμία "ΚΟΥΡΣΑΡΟΣ", ιδιοκτησίας του που βρίσκεται στην ..., παρότι αυτός ως υπήκοος τρίτης χώρας, δεν ήταν εφοδιασμένος με άδεια διαμονής που να του παρέχει το δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας ούτε κατείχε τη σχετική βεβαίωση του άρθρου 3 του Ν. 3386/2005 περί κατάθεσης πλήρων δικαιολογητικών για χορήγηση της άδειας και συγκεκριμένα προσελήφθη για να απασχολείται κατά τους θερινούς μήνες της λειτουργίας του παραλιακού κέντρου σε εργασίες καθαρισμού στο κατάστημα και στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνήψε με τον εργοδότη κατηγορούμενο, υπό τη μορφή της διαλείπουσας απασχόλησης, και από την πρόσληψή του τον Αύγουστο του 2003 μέχρι τις 5-8-2006 παρείχε τις σχετικές υπηρεσίες του, έναντι μισθού σε είδος.
Ο κατηγορούμενος γνώριζε την έλλειψη των ως άνω νομιμοποιητικών εγγράφων στο πρόσωπο του Αλβανού υπηκόου και παρά ταύτα θέλησε την απασχόλησή του αφού τον προσέλαβε για τον παραπάνω λόγο και τον απασχολούσε παρά το μη εφοδιασμό του με τα απαραίτητα για την απασχόληση έγγραφα εξακολούθησε να τον απασχολεί.
Περαιτέρω ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πίστευε πεπλανημένα ότι αυτό που του προσέφερε (ο Αλβανός υπήκοος) δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως εργασία και άρα ως "πρόσληψη και απασχόληση του" κατ' εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου, που του δημιούργησε στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπό τα δεδομένα και γνωστά σ' αυτόν πραγματικά περιστατικά, την πεποίθηση αυτή ενεργώντας δηλαδή λόγω νομικής πλάνης.
Με τον παραπάνω ισχυρισμό του ο κατηγορούμενος επικαλείται ότι γνώριζε πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που πραγμάτωσε, επειδή όμως ερμήνευσε εσφαλμένα το στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης ως προς την έννοια των όρων πρόσληψη και απασχόληση υπολάμβανε ότι η συμπεριφορά του δεν υπαγόταν στον κανόνα το προβλέπει, αυτή δε η εσφαλμένη ερμηνεία τον οδήγησε σε πλάνη του ότι η πράξη του αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη και κατά συνέπεια η πλάνη του "περί την υπαγωγή" είναι εννόμως σημαντική ως πλάνη περί το άδικο, αφού η εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα τον οδήγησε στην πεποίθηση ότι η συμπεριφορά του επιτρέπεται.
Όμως ο κατηγορούμενος για το ορισμένο του ισχυρισμού του δεν επικαλείται, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ.2 ΠΚ, ότι η πλάνη του αυτή ως προς το άδικο είναι συγγνωστή δηλ. κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις που βρέθηκε οποιαδήποτε προσοχή και αν κατέβαλε αυτός ενόψει της ηλικίας του των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκανε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από ειδικούς δεν μπορούσε να διαγνώσει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, με ειδική αναφορά στα στοιχεία αυτά.
Ωστόσο από τα προαναφερόμενα περιστατικά δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος πίστευε πεπλανημένα ότι η παροχή υπηρεσιών από τον αλλοδαπό δεν είχε το χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης και τα γνωρίσματα που προσδιορίζονται στον κοινό όρο εργασία και απασχόληση παροχή των υπηρεσιών προς τον κατηγορούμενο δεν ήταν σε εκτέλεση εργασίας διότι ο μεν κατηγορούμενος θέλησε την παροχή των εργασιών αυτών ο δε αλλοδαπός εκτελούσε τη σχετική υποχρέωση στα πλαίσια συμβατικής σχέσης εργασίας.
Επιπλέον ο κατηγορούμενος ως έμπειρος επαγγελματίας στο χώρο της διασκέδασης, ο οποίος λόγω του επαγγέλματός του βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τις αρμόδιες αρχές ευχερώς θα μπορούσε να πληροφορηθεί για το καθεστώς απασχόλησης των αλλοδαπών, δεδομένου ότι λόγω της αθρόας εισόδου αλλοδαπών κατά τις τελευταίες δεκαετίες έγιναν γνωστά σε όλους τους ενδιαφερόμενους για απασχόληση αλλοδαπών τα ζητήματα της νόμιμης απασχόλησής τους.
Επομένως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομικής πλάνης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός του να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τελούσε σε πραγματική πλάνη αγνοώντας ότι απασχολούσε τον Αλβανό υπήκοο υπό την έννοια που προβλέπει ο νόμος και ότι εστερείτο νομίμων εγγράφων παραμονής και εργασίας, εφ' οσον ο ίδιος αυτοβούλως τον οδήγησε στο Τμήμα Ασφάλειας Αιγίου, για να καταθέσει στην προανάκριση για την προαναφερόμενη υπόθεση, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια να καταστεί ο ίδιος κατηγορούμενος με τις συνακόλουθες διοικητικές συνέπειες σε βάρος του.
Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος δεν επλανάτο αγνοώντας τα περιστατικά της απασχόλησής του Αλβανού υπηκόου καθώς και την μη κατοχή από αυτόν των αναγκαίων εγγράφων, διότι ο κατηγορούμενος αποδεχόταν επί μακρόν τις υπηρεσίες του γνωρίζοντας ότι ο εργαζόμενος εστερείτο των νομίμων εγγράφων καθ' ολο το χρονικό διάστημα, γι' αυτό άλλωστε δεν ήθελε να τον εμφανίζει ως εργαζόμενο, γεγονός που στη συγκεκριμένη περίπτωση της διενεργούμενης προανάκρισης για μια σημαντική υπόθεση αποκαλύφθηκε.
Επομένως πρέπει ο ισχυρισμός του περί πραγματικής πλάνης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος (αρθρ.30 παρ.1 ΠΚ). Πρέπει, επομένως να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης του άρθρου 86 παρ.4 εδ.α', 1Ν Ν. 3386/2005." Με τις παραδοχές αυτές το ως εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 86 παρ.4,1 Ν. 3386/2005, για την οποία και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει.
Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπ' οψη του για την καταδικαστική του κρίση, τις συνθήκες διαπιστώσεως τελέσεως της πράξεως υπό του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος και τα στοιχεία από τα οποία εδημιουργήθη δικανική πεποίθηση, τα οποία και ειδικώς εξαίρει, χωρίς να σημαίνει ότι δεν έλαβεν υπ'οψη τα λοιπά, τα περιστατικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας που τον συνέδεε με τον απασχολούμενο αλλοδαπό ως και τα τοιαύτα του δόλου (της γνώσεως), ότι ο τελευταίος δεν είχε άδεια διαμονής ή σχετική βεβαίωση, χωρίς να απαιτείται άλλο τι σχετικά με τον τόπο και τον χρόνο, την διάρκεια και τον μισθό του εργαζομένου, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, χωρίς ουδεμία αντίφαση να υπάρχει μεταξύ των εργασιών που απασχολείτο (με άλλες δηλαδή χειμώνα και με άλλες καλοκαίρι) και του τόπου και χώρου, όπου ο Αλβανός υπήκοος διέμενε, το οποίο και άλλωστε, δεν ενδιαφέρει δια την πληρότητα της αιτιολογίας της υποστάσεως του περί ου ο λόγος εγκλήματος, τέλος δε ορθώς και αιτιολογημένως απερρίφθησαν οι περί πραγματικής και νομικής πλάνης ισχυρισμοί του.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των οικείων ουσιαστικών διατάξεων του Ν.3386/2005 και του Π.Κ., είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ο μέρος δε με αυτούς και υπό την επίκλησή των επιχειρείται εις μεγάλη έκταση της αιτήσεως, διάφορος εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και των παραδοχών της αποφάσεως, αυτοί είναι απαράδεκτοι διότι πλήττουν την ουσία της υποθέσεως.
Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 4-1-2010 αίτηση του Ι. Β. του Σ., για αναίρεση της υπ'αριθμ.713/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Αποβιωσάσης της Γραμματέως, το παρόν πρακτικό συντάσσεται και υπογράφεται από τη Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου, κατόπιν της υπ'αριθμό 152/2010 Πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ