Supreme Court partially allows appeal against appellate court judgment regarding co-tenancy and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeals filed by five individuals against a second-instance judgment. The appellants argued that the appellate court erred by considering facts not presented and by ignoring admissions made during the trial. The court found the appeal regarding co-tenancy inadmissible because it challenged the factual assessment of the lower court, while the appeal regarding damages was allowed due to vagueness in the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(a) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal based on new facts if they do not alter the historical basis of the claim, but must allow an appeal if the lower court's reasoning is vague or fails to consider relevant admissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1958 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1958/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων- αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1, 2.Χ2, 3.Χ3, 4. Χ4 και 5. Χ5, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Δημάκη.
Του αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείοντος: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Λεπίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος και με την από 8-10-2002 ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 375/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 216/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν, α) ο αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος με την από 27-3-2007 αίτησή του και β) οι αναιρεσείοντες με την από 28-3-2007 αίτησή τους και τους από 15-12-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε τις από 9-1-2009 και 11-1-2009 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε α) την αναίρεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, και β) την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή καθένας της αίτησής τους και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (19-1-2009) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: 1) Η από 27-3-2007 αίτηση αναίρεσης του Ψ κατά της υπ' αριθμ. 216/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, 2) η από 28-3-2007 αντίθετη αίτηση αναίρεσης των α) Χ1, β) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5)Χ5 και γ) οι από 15-12-2008 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της ίδιας ως άνω 216/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Οι αιτήσεις αυτές και οι πρόσθετοι λόγοι, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Επί της από 27-3-2007 αιτήσεως αναιρέσεως Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 εδ.β' ΑΚ, εκείνος που ζημιώθηκε παράνομα και υπαίτια δικαιούται να αξιώσει, εκτός από την αποζημίωση για τη θετική ζημία του, και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Έτσι, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής του άρθρου 298 ΑΚ, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος προς πορισμό εισοδήματος, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τούτο δεν πρέπει να οφείλεται σε αιτία παράνομη ή ανήθικη, δηλαδή σε παραβίαση νόμιμης απαγόρευσης, του διαφυγόντος κέρδους. Το τελευταίο όμως αυτό δεν συμβαίνει προκειμένου για επαγγελματική δραστηριότητα, προς άσκηση της οποίας ο νόμος απαιτεί τη χορήγηση άδειας της αρμόδιας διοικητικής αρχής, όπως στην περίπτωση της διδασκαλίας ξένης γλώσσας σε φροντιστήριο ή κατ' οίκον, βάσει των άρθρων 70 και 75 του ΑΝ 2545/1940, σύμφωνα με τα οποία, αντίστοιχα, "οι κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου δικαιούμενοι να διδάξουν εν φροντιστηρίοις δεν δύναται να διδάσκουν, αν δεν είναι εφωδιασμένοι δι' αδείας χορηγούμενης τη αιτήσει αυτών υπό του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας και "απαγορεύεται η άνευ αδείας του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας άσκησις επαγγέλματος κατ" οίκον διδασκάλου μαθημάτων στοιχειώδους μέσης ανώτατης εκπαιδεύσεως και ξένων γλωσσών".
Επομένως, η από 6-8-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, κατά το κεφάλαιο αυτής με βάση το οποίο ζήτησε το αναφερόμενο σ' αυτή χρηματικό ποσό, ως διαφυγόν κέρδος, το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε αν δεν τραυματιζόταν, εργαζόμενος ως καθηγητής αγγλικής γλώσσας σε φροντιστήριο και παραδίδοντας παράλληλα κατά το εκεί αναφερόμενο χρονικό διάστημα κατ' οίκον μαθήματα αγγλικής γλώσσας σε μαθητές, είναι νόμω βάσιμη και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται σ'αυτή ότι ο ενάγων έπρεπε για την άσκηση του μνημονευθέντος επαγγέλματος να κέκτηται και την ως άνω άδεια διδασκαλίας της αγγλικής γλώσσας σε φροντιστήριο ή κατ' οίκον.
Αρκεί ότι είχε τη δυνατότητα πορισμού του εν λόγω διαφυγόντος κέρδους, το οποίο, καθεαυτό, δεν οφείλεται σε αιτία παράνομη ή ανήθικη, με βάση - στο πλαίσιο των προϋποθέσεων του άρθρου 298 ΑΚ για την επιδίκασή του- την πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί για την άσκηση του ως άνω επαγγέλματος, διδασκαλίας ξένης γλώσσας σε φροντιστήριο ή κατ' οίκον.
Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε κατά το εν λόγω κεφάλαιο την αγωγή του αναιρεσείοντος για την ως άνω αιτία (έλλειψη άδειας διδασκαλίας αγγλικής γλώσσας σε φροντιστήριο ή κατ' οίκον από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης), απαίτησε στοιχεία περισσότερα εκείνων που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914, 929 και 298 ΑΚ, και έτσι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές.
Συνεπώς ο μοναδικός εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων λόγος της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Επί της από 28-3-2007 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 15-12-2008 προσθέτων λόγων αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημίωσε. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι, α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκειμένη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, μετά μερική εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε μερικά δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου προς καταψήφιση και αναγνώριση της υποχρεώσεως των αναιρεσειόντων αποζημιώσεως από αδικοπραξία.
Για την θεμελίωση της ευθύνης των τεσσάρων πρώτων αναιρεσειόντων, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:Ο εναγόμενος Χ5 (ήδη πέμπτος αναιρεσείων) είναι κύριος και νομέας μιας διώροφης οικοδομής επιφανείας 140 τ.μ. περίπου με το περί αυτού οικόπεδο 562.87 τ.μ. Έχοντας δε τη νομή του ανωτέρω ακινήτου, από το έτος 1982 εκμίσθωνε το ακίνητο σε διαφόρους επιχειρηματίες για χρήση ψυχαγωγική.
Το κτίριο είχε ανεγερθεί κατά τα έτη 1940 έως 1950 και χρησιμοποιήθηκε αρχικά για τη λειτουργία λουτρών και οικίας, ενώ κατά τη διάρκεια των μισθώσεων είχε υποστεί μετατροπή λόγω των χρήσεων που ασκούνταν σ' αυτό. Στη συνέχεια, με το από 9.5.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ως άνω εναγόμενος Χ5 εκμίσθωσε το ακίνητο στο πρώτο εναγόμενο Χ1, προκειμένου ο τελευταίος να το λειτουργήσει ως επιχείρηση μπαρ, DISCO, μπυραρία και παραχώρησε τη χρήση του μισθίου.
Υπέγραψε δε την από 26.4.1996 υπεύθυνη δήλωση του για χρήση του ακινήτου ως χώρου κύριας χρήσης "μπαρ" με βάση την οποία χορηγήθηκε από τη Δ/νση ΧΟΠ η υπ' αριθμ. 5221/1996 βεβαίωση γι' άδεια λειτουργίας μπαρ επ' ονόματι του ιδιοκτήτη. Προς τούτο συντάχθηκαν με ανάθεση από τον Χ1 σχέδια ισογείου της αρχιτέκτονας μηχανικού ..., τα οποία συνυποβλήθηκαν για τη χορήγηση της βεβαίωσης και τελικά εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1386/23.5.1996 άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος -καφετέριας και μπαρ εποχιακής λειτουργίας, στον ισόγειο χώρο και στο προαύλιο χώρο.
Το κατάστημα λειτούργησε το θέρος του 1996 και του 1997 με την ίδια άδεια λειτουργίας. Όμως με την υπ' αριθμ. 1055/25.11.1997 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πατρέων αφαιρέθηκε οριστικά η άδεια αυτή από τον πρώτο εναγόμενο, για πληθώρα υπερβάσεων ηχορύπανσης και υπέρβαση ωραρίου λειτουργίας, τις οποίες ακολούθησε ποινική διαδικασία.
Προκειμένου δε να καταστεί εφικτή η λειτουργία της επιχείρησης, ο πέμπτος εναγόμενος χωρίς να λυθεί η προηγούμενη μίσθωση, εκμίσθωσε με το από 24.3.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης το ακίνητο στη μητέρα του πρώτου εναγομένου, τρίτη εναγόμενη, (ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα), για το χρονικό διάστημα μέχρι 24.4.2003 με τους ίδιους όρους και υπέγραψε την από 1.4.1998 υπεύθυνη δήλωση με τη οποία επέτρεπε να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο ως καφετέρια και κέντρο διασκέδασης.
Στη συνέχεια, η τρίτη εναγομένη υπέβαλε τα ως άνω δικαιολογητικά και με σχέδια ισογείου του ..., ηλεκτρολόγου μηχανικού" και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1386/8.5.1998 άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος καφετέριας -μπαρ στο όνομα της στο ισόγειο με την απαγόρευση λειτουργίας ανοικτού μπαρ στον υπαίθριο χώρο.
Η άδεια αυτή αφαιρέθηκε και πάλι για τους ίδιους λόγους, οπότε ο πέμπτος εναγόμενος προέβη σε εκμίσθωση του χώρου με το από 21-1-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης προς τον πατέρα του πρώτου εναγόμενου Χ3, δεύτερο εναγόμενο και ήδη τρίτο αναιρεσείοντα για το χρονικό διάστημα μέχρι 21-1-2005 χωρίς να λυθούν οι προαναφερόμενες μισθώσεις....Ο δεύτερος εναγόμενος υπέβαλε τα δικαιολογητικά και τα από 18-1-1999 σχέδια ισογείου της αρχιτέκτονος μηχανικού ...
και εκδόθηκε στο όνομά του η υπ' αριθμ. 1386/15-3-1999 άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος καφέ μπαρ στο ισόγειο......
Επειδή όμως η άδεια αφαιρέθηκε και πάλι ο πέμπτος εναγόμενος εκμίσθωσε με το από 10.1.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το ακίνητο, στον τέταρτο εναγόμενο Χ2, αδελφό του πρώτου (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα), με τους ίδιους όρους και συνθήκες και χρονική διάρκεια μίσθωσης μέχρι την 10.12.2006. Υπέγραψε δε ταυτόχρονα και την από 11.1.2000 υπεύθυνη δήλωση με την οποία επέτρεπε τη χρήση κέντρου διασκέδασης και μπαρ.
Ο ίδιος εναγόμενος, ο οποίος είναι και πολιτικός μηχανικός υπέβαλε σχέδια κατόψεων τομής του ακινήτου του ..., Διπλ. Μηχ/γου Μηχανικού μαζί με δικαιολογητικά κι έτσι εκδόθηκες υπ' αριθμ. 1386/6.3.2000 άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του κέντρου διασκέδασης με μπαρ (123,09 τ.μ. αίθουσα) με ταυτόχρονη απαγόρευση δραστηριότητας στον εξωτερικό χώρο.
Στη συνέχεια το κατάστημα λειτούργησε ως κέντρο διασκέδασης στο ισόγειο και καφέ μπαρ αναψυκτήριο στον πρώτο όροφο, αλλά γινόταν ενιαία χρήση μόνο στο ισόγειο, ενώ κατά την γενόμενη την 23.5.2000 αυτοψία διαπιστώθηκε ότι, ο πρώτος όροφος παρέμενε αδιαμόρφωτος, ενώ η είσοδος για το κέντρο διασκέδασης γινόταν δια του εξωτερικού χώρου όπου και η ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων.
Με την υπ' αριθμ. 694/6.3.2000 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 15197/11.9.2000 απόφαση της Περιφερειακής Διοίκησης Αχαΐας αποφασίσθηκε η ανάκληση της λειτουργούσας καθ1 υπέρβαση υπ' αριθ 13 86/6.3,2000 άδειας και εκδόθηκε η όμοια υπ' αριθμ. 24892/5.10-2000 απόφαση ανάκλησης του Δήμου Πατρέων. Αμέσως ο πέμπτος εναγόμενος με το από 13.10.2000 συμφωνητικό μίσθωσης, με τον πρώτο εναγόμενο, που ήταν ο αρχικός μισθωτής, κατήρτισε όμοια νεώτερη σύμβαση με χρονική διάρκεια μέχρι την 10.12.2006 και ο τελευταίος υπέβαλε τις από 9.2.2001 και 24.4.2001 αιτήσεις με σχέδια ισογείου και α' ορόφου του Χ2 περί διαμόρφωσης κέντρου διασκέδασης στο ισόγειο και καφέ μπαρ στον πρώτο όροφο , μαζί με την από 14.2.2001 υπεύθυνη δήλωση και την ταυτόχρονη βεβαίωση του ...
ηλεκτ/λόγου μηχ/γου μηχανικού κι έλαβε αρχικά την υπ' αριθμ. 1386/16.2.2001 άδεια ίδρυσης και λειτουργίας κέντρου διασκέδασης με συγκρότηση μπαρ στο ισόγειο (123,09 τ.μ. αίθουσα) και στη συνέχεια την υπ' αριθμ. 2974/22.5.2001 άδεια ίδρυσης και λειτουργίας καφέ μπαρ στον πρώτο όροφο της διώροφης οικοδομής με ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων στον ισόγειο χώρο της αυλής.
Οι τέσσεροι πρώτοι εναγόμενοι (ήδη τέσσερες πρώτοι αναιρεσείοντες), μέλη της ίδιας οικογένειας, παρέμειναν συμμισθωτές του κέντρου με την κατάρτιση των προαναφερθεισών διαδοχικών συμβάσεων. Για την εξυπηρέτηση τους εναλλάσονταν στην έκδοση των σχετικών αδειών, εκμεταλλεύονταν από κοινού την επιχείρηση του καφέ μπαρ.
Παράλληλα δε ανέπτυσσαν ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα με τη λειτουργία και άλλων επιχειρήσεων, του χειμερινού ... υπό εταιρική μορφή, του ... και .... Με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι οι τέσσερες πρώτοι αναιρεσείοντες ως συμμισθωτές αλλά και συνεκμεταλλευόμενοι το επίδικο κέντρο διασκεδάσεως ήταν συνυπεύθυνοι και υπόχρεοι εις ολόκληρον καθένας να αποζημιώσουν τον αναιρεσίβλητο για τον τραυματισμό που υπέστη από την κατάπτωση του πετάσματος που είχαν εγκαταστήσει, χωρίς την τήρηση των προδιαγραφών ασφαλείας στο κέντρο διασκεδάσεως και το οποίο συντηρούσαν πλημμελώς.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ευθύνης των τεσσάρων πρώτων αναιρεσειόντων ως συνεκμεταλλευτών της επίδικης επιχείρησης και κατόχων του ακινήτου στο οποίο στεγάζετο αυτή, λόγω της ιδιότητας τους ως μισθωτών αυτού.
Την εκτεθείσα κρίση του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι προαναφερθείσες πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, επαρκώς διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η διαδοχική είσοδος των τεσσάρων πρώτων αναιρεσειόντων σταδιακά στη μισθωτική σχέση, η από κοινού συνεκμετάλλευση του νυκτερινού κέντρου και η παράλειψη όλων να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την ασφαλή λειτουργία της επικίνδυνης κατασκευής που προκάλεσε τον τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, ενώ δεν ήταν αναγκαία, για την επάρκεια της αιτιολογίας της, η εξειδίκευση της θεμελιώνουσας τη συνεκμετάλλευση του κέντρου και συνδέουσας τους αναιρεσείοντες αυτούς σχέσης.
Εξάλλου, η αποδιδόμενη έλλειψη αιτιολογίας, για τη σιωπηρή απόρριψη του ισχυρισμού περί εικονικότητας των δευτέρου, τρίτης και τετάρτου των αναιρεσειόντων ως μισθωτών, ανάγεται στη μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του, ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όχι μόνο των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη βεβαίωση αυτή και την όλη περαιτέρω αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα αναφερόμενα στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, ότι το κέντρο διασκέδασης όπου συνέβη το ατύχημα το εκμεταλλεύετο μόνον ο εκ των αναιρεσειόντων Χ1, ήτοι τις φορολογικές δηλώσεις και δηλώσεις ενάρξεως επαγγέλματος του Χ2 και Χ3 και τα δύο εταιρικά των επιχειρήσεων "Διασκέδαση ΕΠΕ" και "ΣΜΑΡΤ Διασκέδαση ΕΠΕ", έστω και αν δεν τα μνημονεύει στην απόφασή του ειδικώς και δεν τα αξιολογεί ειδικότερα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της μη λήψης υπόψη των αμέσως παραπάνω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αυτοτελώς σε περισσότερες, επάλληλες, αιτιολογίες, με την αναίρεση δε δεν πλήττεται μια από αυτές, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν τις λοιπές είναι αλυσιτελείς. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα περί ευθύνης και του πέμπτου αναιρεσείοντος Χ5 στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν τραυματισμό του αναιρεσιβλήτου, στήριξαν τη σχετική κρίση του τόσο στην αντικειμενική κατ' άρθρο 925 ΑΚ ευθύνη αυτού ως κυρίου του έργου που κατέπεσε, όσο και σε παράλληλη υποκειμενική αδικοπρακτική ευθύνη αυτού και συγκεκριμένα στην εκτιθέμενη αναλυτικά στην απόφαση αμελή συμπεριφορά του, συνιστάμενη στο ότι "δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές εκμισθώνοντας ακίνητο για λειτουργία κέντρου διασκέδασης, που ήταν ικανή να επιφέρει κίνδυνο στους προσερχόμενους σ' αυτό".
Από τις δύο αυτές αιτιολογίες, κάθε μια από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το ως άνω καταληκτικό συμπέρασμα και το αντίστοιχο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η δεύτερη δεν προσβάλλεται με λόγο της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος αυτής, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ περί αντικειμενικής ευθύνης του κυρίου του έργου, είναι αλυσιτελής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.
Ο βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον υποστάντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον, συνεπεία αυτών, επηρεάζεται το μέλλον του. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο παθόντα χρηματικής παροχής ύψους 100.000 ευρώ κατ' άρθρο 931 ΑΚ, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσίβλητος, που είχε ολοκληρώσει τις σπουδές ... στην ..., είχε τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για να απασχοληθεί ως καθηγητής σε Κέντρο Ξένων Γλωσσών και σε ιδιαίτερα μαθήματα κυρίως στο Κέντρο Ξένων Γλωσσών που διατηρεί η μητέρα του στην .... Εξαιτίας όμως της μόνιμης αναπηρίας του από τον ακρωτηριασμό του ποδιού του, είναι αδύνατο γι' αυτόν να ασκήσει το επάγγελμα του καθηγητή, που απαιτεί ορθοστασία, βάδιση, καλή φυσική κατάσταση για τη διδασκαλία με τα παιδιά και την επίβλεψη τους, τις μετακινήσεις για ιδιαίτερα μαθήματα και την ενεργή συμμετοχή του στις δραστηριότητες των παιδιών που απαιτούν την υπερένταση των ψυχικών δυνάμεων του διδάσκοντος.
Έτσι, με τον τραυματισμό του διεκόπη οριστικά η δυνατότητα να ασκήσει το επάγγελμα του καθηγητή και λόγω των επιδράσεων από τη μόνιμη αναπηρία του στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση, του απομένει μόνο η δυνατότητα να ασχοληθεί με τη διεύθυνση λειτουργίας κέντρου ξένου γλωσσών, στερούμενος της δυνατότητας διδασκαλίας.
Επειδή, η αναπηρία του θα προκαλέσει στο μέλλον δυσχέρειες και προκειμένου να εξισορροπηθούν οι δυσμενείς επιδράσεις για το επαγγελματικό του μέλλον και την εν γένει οικονομική του κατάσταση, οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να αποκαταστήσουν την περιουσιακή του ζημία, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ. Οι σχετικές ελλείψεις εντοπίζονται στην κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος, εξαιτίας του ακρωτηριασμού του δεξιού ποδιού του από τη βάση της λεκάνης και της εντεύθεν μόνιμης αναπηρίας του, θα υποστεί (μελλοντική) περιουσιακή ζημία επιπλέον εκείνης που προβλέπεται στα άρθρα 298 και 929 ΑΚ.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι, εξαιτίας της άνω αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου, διεκόπη οριστικά η δυνατότητα του να ασκήσει το επάγγελμα του καθηγητή "που απαιτεί ορθοστασία, βάδιση, καλή φυσική κατάσταση για τη διδασκαλία με τα παιδιά και την επίβλεψη τους, τις μετακινήσεις για ιδιαίτερα μαθήματα και την ενεργό συμμετοχή του στις δραστηριότητες των παιδιών που απαιτούν την υπερένταση των ψυχικών δυνάμεων του διδάσκοντος", καθώς και ότι "του απομένει μόνο η δυνατότητα να ασχοληθεί με τη διεύθυνση λειτουργίας κέντρου ξένων γλωσσών", ωστόσο παραλείπει να αναφέρει ποιες ενέργειες και καταστάσεις, διαφορετικές από τις προαναφερθείσες, απαιτείται (ή αρκεί) να συντρέχουν στο πρόσωπο του για να μπορεί να ασχοληθεί με τη διεύθυνση "λειτουργίας κέντρου ξένων γλωσσών".
Επίσης, δεν αναφέρει αν η ανάγκη για ορθοστασία και βάδιση (συνεχώς ή διακεκομμένως) μπορούσε ή όχι να καλυφθεί (εν όλω ή εν μέρει) με το -κατά το Εφετείο- χρησιμοποιούμενο ή με άλλο καταλληλότερο τεχνητό μέλος, ούτε αν για τις ανωτέρω μετακινήσεις του ήταν ή όχι εφικτή ή (και) επαρκής η χρήση μεταφορικού μέσου (αναπηρικού αμαξιδίου ή αυτοκινήτου).
Ακόμη, δεν προσδιορίζει την αποθετική του ζημία από τη στέρηση της ικανότητας του προς άσκηση του επαγγέλματος του καθηγητή, ούτε και τα εισοδήματα που προεβλέπετο να εισπράξει από την τυχόν απασχόληση του με τη λειτουργία του κέντρου ξένων γλωσσών, με συνέπεια να μη μπορεί να ελεγχθεί αν η ειρημένη αναπηρία αυτού (αναιρεσιβλήτου) προκάλεσε ή όχι στον ίδιο μελλοντική περιουσιακή ζημία, πέρα από την προβλεπόμενη στα άρθρα 298 και 929 ΑΚ.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, καταλογίζουν στο Εφετείο την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και, κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα των λοιπών αιτιάσεων αυτού του λόγου καθώς και του πρώτου λόγου του πρόσθετου αναιρετηρίου.
11 Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος.
Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 περιπτ.
α' ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά τον' νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη και δέχθηκε ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσείοντες ήσαν συμμισθωτές του ακινήτου, ενώ ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του δεν είχε προβάλει τέτοιο ισχυρισμό, παρά μόνο ότι οι μισθώσεις που κατάρτισαν αυτοί με τον πέμπτο αναιρεσείοντα ήταν διαδοχικές.
Όμως, η ως άνω, με βάση την αποδεικτική διαδικασία, γενόμενη από το Εφετείο συγκεκριμενοποίηση του είδους των κρίσιμων μισθώσεων δεν μεταβάλλει ουσιωδώς την ιστορική βάση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και; άρα, δεν μπορεί να ελεγχθεί μέσω του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου.
Ο ερευνώμενος, συνεπώς, λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας άλλως ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την κρίση του περί του ότι οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσείοντες υπήρξαν συμμισθωτές του ακινήτου, είναι απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων.
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, υπαγόμενο, κατ' εκτίμηση, στη ρύθμιση του αριθμού 11 (όχι και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τη διαλαμβανόμενη στην αγωγή ομολογία του αναιρεσιβλήτου περί του ότι την εκμετάλλευση της άνω επιχειρήσεως είχε μόνο ο πρώτος αναιρεσείων. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν στο αναιρετήριο ότι την "ομολογία" αυτή επικαλέσθηκαν στην έκκλητη δίκη. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα αναφερόμενα πιο πάνω μέρη της (αποθετική ζημία του παθόντος και πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Τα δικαστικά έξοδα, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας του καθενός (άρθρα 178 παρ. 1 και 183ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 216/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρεθέν μέρος της, στο Εφετείο Πατρών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει όλα τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ