Legislator Case Law & Legislation
1958/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal on legal vagueness but dismisses evidence-related arguments as inadmissible.

Case Number 1958/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision in a personal injury case. While the Second Instance Court had rejected the claim for being legally vague due to insufficient data on disability percentage and income, the Supreme Court found this error and ordered the case remitted. Conversely, the Court dismissed arguments regarding the failure to consider specific medical documents as inadmissible because they were merely referenced rather than formally cited in the proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1), 559(4), 559(8), 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on legal vagueness is admissible when the decision lacks necessary facts for applying the law, whereas arguments citing specific articles without detailing the substantive grounds are inadmissible.

Keywords

AI generated
legal vagueness Code of Civil Procedure remittal to second instance inadmissible appeal grounds medical evidence citation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(4) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(11) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 931 of the Civil Code
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
Art. 346 of the Code of Civil Procedure
Art. 453(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 240 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1958 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1958/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Γενική ΄Ενωση - Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καραμήτσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-11-2001, 6-6-2002, 30-10-2002 και 3-1-2003 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3684/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 745/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς την συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογικών. 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και 3) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, όπως αυτή εκτιμήθηκε, από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο, ότι άνευ ουδεμιάς αιτιολογίας μετά την παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως αβάσιμο το κονδύλιο της αγωγής του για αμοιβή απασχολήσεως αποκλειστικής νοσοκόμου για διάστημα 460 ημερών, ποσού 9.200 ευρώ, λόγω της ανικανότητάς του προς αυτοεξυπηρέτηση εκ του σοβαρού τραυματισμού του στο τροχαίο ατύχημα, το οποίο (κονδύλιο) είχαν προσβάλλει με λόγο εφέσεως μόνο οι ήδη αναιρεσίβλητοι και τότε εκκαλούντες.

Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει η έλλειψη οιασδήποτε αιτιολογίας όσον αφορά το ως άνω κονδύλιο της αγωγής, το οποίο απορρίφθηκε μετά την παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων ως ουσία βασίμων και την εξαφάνιση ακολούθως της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία το κονδύλιο αυτό είχε γίνει δεκτό κατά το προαναφερθέν ποσό.

Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως καθόσον αφορά μόνο το κονδύλιο αυτό της αγωγής.

ΙΙ. Κατά της διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητος στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η Α.Κ. 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση εφ΄ όσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση εφ΄ όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και την απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξ άλλου η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, ανικανότητα προς εργασία εφ΄ όσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση που στηρίζεται στην Α.Κ. 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Τούτο συμβαίνει σε ανήλικο που δεν έχει εισέλθει ακόμη στην παραγωγική εργασία και δεν μπορεί ήδη από την επέλευση της αναπηρίας ή παραμορφώσεως να επικαλεσθεί περιουσιακή ζημία. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία.

Είναι όμως βέβαιο ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της Α.Κ. 931 που την καθιστά εφαρμόσιμη σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρίας ή παραμόρφωσης ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Το ποσόν του επιδικαζομένου κατά την Α.Κ. 931 ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ΄ αρχή με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφ΄ ενός και την ηλικία του παθόντος αφ΄ ετέρου. Είναι πρόδηλο ότι η κατά την Α.Κ. 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την Α.Κ. 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που κατ΄ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω ανικανότητος του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την Α.Κ. 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονομένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην επιτρεπτώς κατ΄ άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.

Δ. επισκοπούμενη από 06.06.02 αγωγή του, το περιεχόμενο της οποίας επαναλαμβάνεται και στο αναιρετήριο, εκθέτει τα ακόλουθα: "...εκ της ως άνω συγκρούσεως για την οποία αποκλειστική υπαιτία, όπως προεκτέθηκε, είναι η πρώτη των εναγομένων, υπέστην, σοβαρότατο τραυματισμό από τον οποίο εκινδύνευσε αυτή αύτη η ζωή μου, και αναπτύχθηκαν μετατραυματικές επιπλοκές, τόσο στο κάταγμα του αυχένα με αποτέλεσμα να αισθάνομαι μέχρι και σήμερα, παρά την πάροδο 18 μηνών, κεφαλαλγία και ζάλη, όσο και στο κάταγμα της αριστερής κνήμης στην οποία επήλθε μόνιμη βράχυνση 0,5 έως 1 εκατοστό, με συνέπεια να υποστώ χωλότητα κατά το βάδισμα, η οποία όμως μου είπαν οι ιατροί θα είναι μόνιμη.

Η αναπηρία δε αυτή τόσο του αυχένος όσο και της κνήμης επιδρούν στο οικονομικό μέλλον εμού, ο οποίος τυγχάνω νέος ηλικίας 29 ετών, ,αφού θα χωλαίνω και δεν θα μπορώ να βρίσκομαι συνεχώς σε κίνηση όπως απαιτεί το επάγγελμά μου, που έπραττα πριν τον τραυματισμό μου, διότι τώρα αισθάνομαι, όπως προεκτέθηκε, κεφαλαλγία και ζάλη.

Τοιουτοτρόπως θα έχω ως συνέπεια κάμψη των εργασιών μου και φυσικά μείωση των εισοδημάτων μου, επομένως νόμιμη συντρέχει περίπτωση να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, και εις ολόκληρο έκαστος, να μου καταβάλουν την προβλεπομένη στο άρθρ. 931 ΑΚ αποζημίωση, ανερχομένη στο ποσό των ευρώ 44.000". Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την άνω αγωγή ως αόριστη γιατί ο ενάγων δεν εξέθετε αναλυτικά τα δεδομένα από τα οποία προέκυπτε το εν λόγω ποσό και δη διότι δεν αναφέρονται το ποσοστό της ανικανότητας προς εργασία, το ύψος των μηνιαίων και συνολικών αποδοχών και το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται η αποζημίωση για να μπορεί να κριθεί η νομιμότητα του αιτήματος και να γίνει η απαραίτητη ανταπόδειξη.

Ακολούθως, αφού απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής γιατί για την εφαρμογή του άρθρου 931 Α.Κ.

αξίωσε στοιχεία περισσότερα των όσων κατά νόμο απαιτούνται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΙΙΙ. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου από την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 4,8 και 11 Κ.Πολ.Δ. ότι τούτο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τόσο στους αυχενικούς σπονδύλους, όσο καις την αριστερή κνήμη γεγονότα που αποδεικνύονταν από τα με επίκληση προσκομισθέντα 30890/2001 και 2843/2002 έγγραφα του Περιφερειακού Νοσοκομείου Νικαίας Άγιος Παντελεήμων, τα οποία αποδείκνυαν επίσης το μέγεθος της σωματικής του βλάβης, το οποίο είναι προσδιοριστικό και του επιδικαζομένου ευλόγου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως. Στην περίπτωση από την επιτρεπτώς γενομένη επισκόπηση των από 06.03.03 προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του εφετείου, προκύπτει, ότι η επίκληση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ αυτών και των προαναφερθέντων, έγινε με αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβαθμίου δίκης, τούτο όμως δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 346, 453 παρ. 1 και 240 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι. Οι ίδιοι λόγοι από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 8 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθ΄ όσον μόνο η αριθμητική αναφορά των διατάξεων δεν στοιχειοθετεί τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως.

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το μέρος που αφορούν ο πρώτος και δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, να παραπεμφθεί κατ΄ άρθρον 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων.

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 745/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Πειραιώς για περαιτέρω εκδίκαση ως προς το παραπάνω μέρος της. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ποσό της οποίας ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο στις 15 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ