Legislator Case Law & Legislation
1957/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment confirming land ownership via prescription against the State.

Case Number 1957/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a final judgment confirming the plaintiffs' full ownership of a property through prescription. The plaintiffs successfully argued that they acquired title via long-term possession without interruption, while the State failed to prove its prior ownership or the legal basis for its claim. The court ruled that the lower court correctly rejected the State's argument regarding the indefiniteness of the claim and ordered the appellant to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 para. 2 of Law 2664/1998; Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure: A claim for ownership based on prescription is admissible if the possessor demonstrates continuous possession for the statutory period, and the opposing party must affirmatively prove its own title or the invalidity of the prescription claim.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription ownership confirmation State liability legal costs final judgment civil procedure burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 para. 2 of Law 2664/1998
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1, 3 of Law 3693/1957
Art. 52 no. 18 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Ministerial Decision 134423OIK./08.12.1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1957 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1957/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. χήρας Κ. Π., 2) Ε. Π. του Κ., 3) Π. Π. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Άννα Τσιφτελίδου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2013 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Κ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-7-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 7-7-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 27/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί δε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως:

Ο αρχικός ενάγων Κ. Π., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας κατά του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος), την από ...-2013 αγωγή του, από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του περιγραφόμενου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα σχετικά κτηματολογικά βιβλία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 43/2016 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης , προκειμένου να προσκομιστεί με επιμέλεια του ενάγοντα οποιοδήποτε πρόσφορο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει με ακρίβεια ότι το επίδικο αγροτεμάχιο ταυτίζεται με το με ΚΑΕΚ ...

ακίνητο. Ακολούθως οι ήδη αναιρεσίβλητοι, χήρα και τέκνα του αποβιώσαντος την 9-4-2015 ενάγοντα, οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη ως πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του επανέφεραν προς συζήτηση την άνω αγωγή και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 77/2018 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων κατά ποσοστό 100% επί του ως άνω ακινήτου και διατάχθηκε η διόρθωση της αρχικής εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο.

Το εναγόμενο άσκησε κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως την από 14-12-2018 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη και πιο πάνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. 27/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Την εν λόγω τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας προσβάλλει το εφεσίβλητο- αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 7-7-2021 αίτηση αναιρέσεως.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, κατά συνέπεια, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τα άρθρα 1-3 του οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία ("mulk", "arazi-i memluke") (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β) τις δημόσιες γαίες ("arazi-i empiriye") (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως ("tassaruf"), γ) τις αφιερωμένες γαίες ("arazi-i mevkufe"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("arazi-i metruke") (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο, και ε) τις νεκρές γαίες ("arazi-i mevat") (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο.

Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 4/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα, κατά το άρθρο 16 αυτού, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του ν. 147/1914 "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως", στις περιοχές οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του οθωμανικού κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία πλην όμως διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις περί γαιών, οι οποίες ρύθμιζαν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους. Στην κατηγορία των προσαρτώμενων χωρών ανήκει και η Μακεδονία, στην οποία, από την 01.02.1914, άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 πρ.3 του ίδιου ως άνω νόμου (147/1914- Φ.Ε.Κ. Α` 25 της 01.02.1914), η Ελληνική νομοθεσία.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Α.Κ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 του οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 , του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις προσαρτώμενες χώρες, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν 147/1914, "Άρθρο 3. Δημόσιαι γαίαι εισί τα χωράφια, λειμώνες, χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον. ... ." (βλ.

και άρθρα 4, 9, 12, 34 και 49 του ίδιου νόμου). Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημόσιων γαιών ("arazi-i empiriye"), γίνεται με τη χορήγηση από το δημόσιο εγγράφου τίτλου, ονομαζόμενου ταπίο ("tapu"), το οποίο φέρει το μονόγραμμα ("τουρά", "τουγράς", "tugra) του σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως ("tassaruf"), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους.

Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο (ταπίο) αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημόσιων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του ίδιου παραπάνω "Νόμου περί των γαιών", σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται σχολάζουσες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος.

Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, του άρθρου μόνου της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28ης Σεφέρ 1304 "Περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως επί των δασών", του άρθρου 13 του νόμου "Περί ταπίων" της 8ης Δζεμάζηλ - αχίρ 1275, του άρθρου 2 των διασαφητικών διατάξεων (περί ταπίων) της 15ης Σαμπάν 1276, αλλά και του συνόλου των διατάξεων του "Νόμου περί των γαιών" (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μόνιμης εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί των λοιπών δημόσιων γαιών (λειμώνων, δασών, χειμερινών και θερινών (δηλαδή βοσκοτόπων) και παρόμοιων τόπων), οι οποίες εξουσιάζονταν μόνο με έκδοση έγγραφου τίτλου (ταπίου) κατ' εφαρμογήν και των άρθρων 2 και 3 των οδηγιών της 23 Μουχαρέμ 1923 "Περί εξελέγξεως τίτλων δασών" (Ολ.Α.Π. 609/1963, Α.Π. 426/2023, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 1204/2014, Α.Π. 1122/2008).

Περαιτέρω, με το διάταγμα υπ` αριθμ. 2468/1917 "Περί ρυθμίσεως των εννόμων σχέσεων επί των κατά τους οθωμανικούς Νόμους δημοσίων γαιών" της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 "Περί επεκτάσεως καθ' άπαν το Κράτος των υπ' αριθμ. 2466, 2467, 2468, 2469 και 2470 διαταγμάτων της Προσωρινής Κυβερνήσεως περί του αγροτικού ζητήματος", καταργήθηκε, κατά βάση, ο θεσμός των δημόσιων γαιών του οθωμανικού δικαίου.

Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή, από τις 20.05.1917, ως προς τους καλλιεργούμενους και μόνο αγρούς, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ", "tassaruf") μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 ("Αγροτικός Νόμος") επανέλαβε στα άρθρα 49 επόμ.

τις διατάξεις του διατάγματος υπ' αριθμ. 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101 - 104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 ("Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων"), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4226/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του ν. 1540/1938 ("Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων Κτημάτων νομοθεσίας"), παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ` ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου, χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών.

Η κυριότητα δε όλων των λοιπών κατηγοριών δημόσιων γαιών, με την απελευθέρωση των προσαρτώμενων χωρών, κατά το έτος 1912, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου βάσει διεθνών συνθηκών (άρθρο 60 παρ.1 της Συνθήκης της Λωζάνης της 24.07.1923 που κυρώθηκε με το από 25.08.1923 διάταγμα - Φ.Ε.Κ. Α`238/25.08.1923), σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 7 και 27 της από 10.06.1930 Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που υπεγράφη στην Άγκυρα και κυρώθηκε με τον ν. 4793/1930 "Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμφωνίας περί τρόπου εφαρμογής της εν Λωζάννη υπογραφείσης Συμβάσεως περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών και της υπ αριθ. 9 Δηλώσεως" και της από 21.06.1924, συμπληρωματικής της VIII/07.12.1923, αποφάσεως της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και με τις διατάξεις του οθωμανικού νόμου περί γαιών που διατηρήθηκε σε ισχύ, όπως παραπάνω αναφέρεται.

Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1248 και 1814 του οθωμανικού Α.Κ., που δεν αναγνώριζε τον θεσμό της χρησικτησίας ως τρόπο κτήσεως της κυριότητας σε ακίνητα, 1 και 2 του ν. 197/1914, που επεξέτεινε την ισχύ της Ελληνικής νομοθεσίας (διατάξεις του βζρδ, που προέβλεπαν τον θεσμό της χρησικτησίας), του ν.δ. της 22-4/16-5-1926, με το οποίο απαγορεύθηκε από τις 11.05.1915 και μετέπειτα οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου στα ακίνητα της κυριότητάς του και των άρθρων 2 και 4 του α.ν.1539/1938, που περιέχει όμοιες προς το άνω διάταγμα διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η υπό τρίτου κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητο της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου που κείται στη Μακεδονία ( Α.Π. 426/2023, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 545/2017).

Περαιτέρω κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1,3,4 παρ.1, 6 παρ.1-2-3, 9, 10 και 11 Ν. 2664/1998 που ρυθμίζει τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου και των άρθρων 70, 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αγωγής διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο αναφορικά με την ένδειξη "άγνωστος" ως δικαιούχου κυριότητας γεωτεμαχίου, με επικαλούμενη αιτία κτήσης από τον ενάγοντα- πραγματικό κύριο κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία, η οποία (αγωγή) είναι πρωτίστως αναγνωριστική κυριότητας με παρεπόμενο το διαπλαστικό αίτημα περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών, απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου σε μια περιοχή και ότι είχε αυτή (κυριότητα) στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο (της έναρξης λειτουργίας του Ε.Κ.).

Αρκεί δε για την επίκληση της κυριότητας που στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, να αναφέρεται ότι ο ενάγων επί εικοσαετία μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το επίδικο, συνεχώς ασκεί τη φυσική εξουσίαση επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου, δηλαδή να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, περιγραφή του επιδίκου γεωτεμαχίου και δη αναφορά του ΚΑΕΚ (Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου) και την ανακριβή εγγραφή που περιέχεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου γεωτεμαχίου και συγκεκριμένα ότι στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας "άγνωστος".

Έτσι και στη σχετική δίκη μεταξύ ιδιώτη (ως ενάγοντα) και Ελληνικού Δημοσίου (ως εναγομένου), ο ιδιώτης έχει υποχρέωση για το ορισμένο της αγωγής του να επικαλεστεί ότι απέκτησε το επίδικο ακίνητο με κάποιο νόμιμο τρόπο.

Σε περίπτωση που ο τίτλος κτήσης του είναι παράγωγος (π.χ. αγορά), εάν το Δημόσιο αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του, τότε ο ιδιώτης θα πρέπει, συμπληρώνοντας με τις προτάσεις του την αγωγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επικαλεστεί τον τρόπο κτήσης κυριότητας των δικαιοπαρόχων του μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο, που κατά κανόνα θα είναι η έκτακτη χρησικτησία. Όμως, ο ιδιώτης δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ότι το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό χρησικτησίας (επειδή π.χ. δεν είναι δημόσιο, διότι το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) με την επί δεκαετή μέχρι την 20-5-1917 καλλιέργειά του μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, μετά τη συμπλήρωση δεκαετούς καλλιέργειάς του κατά το Διάταγμα 2468/1917, ν. 1072/1917 , ν. 2052/1920 (Αγροτικό Νόμο) και διάταγμα της 11/12-11-1929 ή ότι εξαιρείται από αυτή, ως δημόσιο κτήμα (άρθρα 21 του ν.δ. 22.4/16.5.1926 και 4 του ν.δ. 1539/1938), καθόσον ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο είναι δεκτικό ή εξαιρείται της χρησικτησίας δεν αποτελεί στοιχείο του ορισμένου της πιο πάνω αγωγής, αλλά ένσταση, η οποία πρέπει να προταθεί και να αποδειχθεί από το Δημόσιο ( Α.Π. 571/2023, ΑΠ 771/2021, 1125/2018).

Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 571/2023, Α.Π 771/2021 1125/2018).

Στην ένδικη από ...-2013 αναγνωριστική κυριότητας και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου αγωγή του, η οποία στρεφόταν κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο αρχικός ενάγων εξέθετε (κατά το μέρος που ενδιαφέρει και μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο), ότι έχει αποκτήσει την πλήρη κυριότητα του περιγραφόμενου στην αγωγή, κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και, ειδικότερα, με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νεμόταν ο ίδιος με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, από το έτος 1970, δηλαδή για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, εκμισθώνοντάς το και εισπράττοντας τα μισθώματα και επισκεπτόμενος αυτό. Ότι, όμως, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης, και επειδή δεν υποβλήθηκε εκ μέρους του η σχετική δήλωση του εγγραπτέου δικαιώματός του για το εν λόγω ακίνητο, αυτό καταχωρήθηκε εσφαλμένα ως "αγνώστου ιδιοκτήτη".

Κατόπιν αυτών ο ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί η κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, προκειμένου να καταχωρηθεί ο ίδιος ως κύριος κατά ποσοστό 100%. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν τη κτήση κυριότητας στο πρόσωπο του αρχικώς ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), μέσω πράξεων νομής του ιδίου, τις οποίες επαρκώς προσδιορίζει, για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας (1970 μέχρι τον χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή Αμύνταιου Φλώρινας (1-8-2006) αλλά και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής το 2013), χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται πέραν των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και το αν το επίδικο ακίνητο ήταν δεκτικό χρησικτησίας έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, αν δηλαδή, απέκτησαν κυριότητα επ' αυτού οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αρχικού ενάγοντος με την επίκληση κτήσεως δικαιώματος εξουσίασης με την επί δεκαετία καλλιέργειά του χωρίς δικαστική αμφισβήτηση μέχρι την 20-5-1917, οπότε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου και στη συνέχεια και του υπολοίπου 1/5 με το διάταγμα της 11/12-11-1929, αφού ο ισχυρισμός περί ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο, πρέπει να προβληθεί και ν' αποδειχθεί, από το εναγόμενο, οπότε για την κατάλυσή της ο ενάγων έπρεπε να επικαλεστεί τις ανωτέρω προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματός της κυριότητάς του.

Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ορισμένη την αγωγή απορρίπτοντας ως αβάσιμο, τον ισχυρισμό του εναγομένου εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, περί αοριστίας της, διότι ο (αρχικός) ενάγων, παρά την αμφισβήτηση από το εναγόμενο του εμπραγμάτου δικαιώματός του ίδιου και των δικαιοπαρόχων του, δεν εξέθετε στην αγωγή του, τον νόμιμο τρόπο κτήσης της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του κατά τα προεκτεθέντα, πριν την 20-5-1917, ούτε προέβη σε παραδεκτή δια των προτάσεών του σχετική συμπλήρωσή της, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναφερόμενη νομική πλημμέλεια και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτών, τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-7-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 27/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ