Supreme Court allows appeal against conviction for tax evasion due to insufficient reasoning on corporate liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a conviction for tax evasion, ruling that the lower court's decision lacked specific reasoning regarding the defendant's personal liability. The defendant, a board member of a company, was convicted for failing to pay over 559,000 euros in public debts, but the court found the judgment failed to address whether he exercised actual management of the entity. Consequently, the decision was overturned and the case remitted for a new hearing before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 25 paragraphs 1 and 2 of Law 1882/1990; A judgment convicting a board member for tax evasion is void if it fails to specifically establish that the individual exercised actual management of the company, thereby rendering the legal basis for the conviction absent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1957 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1957/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου S. T. του I., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Δικηγόρο του Άννα Μαρία Νταϊλάκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4314/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιουλίου 2018 και με αριθμό 130/2018 αίτησή του αναιρέσεως, που ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 994/2018.
Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η με αριθμ. 4314/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 18-07-2018 αίτηση αναίρεσης του T. S. του I., κατοίκου ... που ασκήθηκε κατά της υπ' αριθμό 4314/2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, περιέχουσα τους κατά το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ αναιρετικούς λόγους, με δήλωση του τελευταίου στο Γραμματέα του εκδώσαντος αυτήν Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ στις 10-07-2018, υποβλήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 2 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων που διαλαμβάνονται σ' αυτήν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε διαδοχικά με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004 και από το άρθρο 3 του ν. 3943/2011, "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.". Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, αφού συνυποβληθεί στον εισαγγελέα ο συνοδευτικός πίνακας βεβαιωμένων χρεών με τη σχετική αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ κλπ., ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία και ενιαία πράξη, τη μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να έχει πλέον οποιαδήποτε έννομη σημασία το ύψος και η αιτία προέλευσης του κάθε μερικότερου χρέους.
Δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες ομοειδείς πράξεις, οι οποίες προσβάλλουν διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού, απέχουν χρονικά και συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας δόλου του δράστη και αντιστοιχούν σε ισάριθμα βεβαιωμένα και μη εξοφλημένα χρέη του πίνακα, αλλά η καθυστέρηση καταβολής του αθροίσματος των βεβαιωμένων χρεών, που περιέχονται στον πίνακα, τυποποιείται σε μία και μόνη αξιόποινη πράξη, που τελείται μόλις συμπληρωθεί τετράμηνο από τον χρόνο που το χρέος έπρεπε να καταβληθεί.
Πρόκειται δηλαδή για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στο νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου, που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για τη νομοτυπική του συγκρότηση, χωρίς να περιέχει στοιχεία εξακολουθητικής, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, που χαρακτηρίζουν το αθροιστικό έγκλημα.
Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1) Ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο ταμειακής βεβαίωσης [από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη] του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του οικείου πίνακα χρεών που συνοδεύει την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης, ο οποίος χρόνος καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπολοίπων χρεών που έχουν προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις και, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος.
Και 2) Ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από τον νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν.
Περαιτέρω, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται κοινός δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος).
Επομένως, κρίσιμα στοιχεία θεμελίωσης του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α) η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β) το ύψος του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του, δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε) η μη πληρωμή του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από τον χρόνο που αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης.
Ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και τον υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κλπ.), η οποία συνιστά έκτοτε την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη, ενώ, όπως ήδη σημειώθηκε, ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό στενή έννοια (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη, για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 25 παρ. 2 εδ. α' του ν. 1882/1990, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου επιβάλλονται: α) για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη, ενώ, αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινώς ένα από τα προαναφερόμενα καθήκοντα.
Επίσης, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει, για τα πρόσωπα της παρ. 2 η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά τον χρόνο που αυτά απέκτησαν τη σχετική ιδιότητα ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στον χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.
Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους ή μνεία τί προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων στο σύνολό τους και όχι μόνο μερικών από αυτά, επιλεκτικά ή αποσπασματικά. Το στοιχείο του δόλου απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία μόνο, όταν ο νόμος αξιώνει για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος και άλλα στοιχεία (πέραν της πρόθεσης), όπως η τέλεση της πράξης με γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).
Το έγκλημα της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει, προϋποθέτει κατά τα προεκτεθέντα, δόλο με την έννοια της πρόθεσης, αφού δεν καθορίζεται από το άρθρο αυτό άλλη μορφή υπαιτιότητας. Ο δόλος δε αυτός ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης και εκδηλώνεται με την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της σχετικής αξιόποινης πράξης, ώστε να μην απαιτείται, γι' αυτόν τον λόγο, ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κύρια αιτιολογία για την ενοχή του δράστη, στην οποία εμπεριέχεται και εκείνη που αφορά τον δόλο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ, εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή, όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 4314/2018 απόφασής του, μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ' αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την κατάθεση της μάρτυρος της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και από όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτιδας αεροπορικής εταιρίας με την επωνυμία ...
με έδρα την ... (προηγούμενη έδρα ...) και ειδικότερα ως μέλος του Δ.Σ της εταιρίας από 20-10-2009 μέχρι 21-12-2012 οπότε και προέβη σε διακοπή της σχέσης του με την εταιρία, κάτοικος ... ενεργώντας με πρόθεση στην Αθήνα, στις 1/12/2012 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στο Τελωνείο Λαυρίου διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών του παραπάνω Τελωνείου (αρ. ειδ. βιβλίου ΕΜ/74) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 29-1-2015 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου του πιο πάνω Τελωνείου, όπως κατωτέρω επισυνάπτεται και στην παρούσα απόφαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ #559.348,06# που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο και ειδικότερα χρέη από ειδικούς φόρους κατανάλωσης, πρόστιμα διοικητικά και τόκους σε σχέση με φόρους αεροδρομίου από την δράση της προαναφερόμενης αεροπορικής εταιρίας στο Δ.Σ της οποίας συμμετείχε, χρέη που βεβαιώθηκαν το έτος 2011 με τίτλο είσπραξης ...20309 ..., με ημερομηνία βεβαίωσης την 11-10-2011, με βασική οφειλή κεφάλαιο το ποσό των 554.074,23 ευρώ, και ημερομηνία κατά την οποία κατέστη ληξιπρόθεσμη η οφειλή την 30-7-2012.".
Ακολουθεί πίνακας βεβαιωμένων οφειλών του αναιρεσείοντος, κατοίκου ... ..., με αιτία οφειλής, ειδικούς φόρους κατανάλωσης, πρόστιμα, τόκους, οικονομικού έτους 2011, με παραστατικό τίτλο είσπραξης ...20309 ... με ημερομηνία βεβαίωσης 11-10-2011, με βασική οφειλή 554.074,23 € και με ημερομηνία που η οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη την 30/07/2012 κατά την οποία λήφθηκε η αίτηση και συνεχίζεται: "Ο παραπάνω ενιαίος τίτλος είσπραξης παραλήφθηκε από το Τελωνείο Λαυρίου (Α.Α.Δ.Ε.
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΦΚ) στις 30-7-2012, θυροκολλήθηκε στις 1-8-2012 στα γραφεία της εταιρίας μετά την άρνηση παραλαβής και την άρνηση παροχής οποιασδήποτε πληροφορίας, επίσης στην συνέχεια με τις υπ' αρ. 6239 και 6240/5-8-2013 ατομικές προσκλήσεις κλήθηκαν ο νυν κατηγορούμενος και ο Α... Ν... κάτοικοι ... για την εξόφληση της οφειλής ως νόμιμοι εκπρόσωπο και συμμετέχοντες στο Δ.Σ της Α.Ε, ενώ διατάχθηκε από την αρμόδια ΦΑΕ ΔΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ η διακοπή της φορολογικής ενημερότητας της εταιρίας, η διακοπή επίσης της φορολογικής ενημερότητας των παραπάνω προσώπων από την ΔΟΥ Γλυφάδας, και διατάχθηκε επίσης η αναγκαστική κατάσχεση χρηματικών καταθέσεων περιουσιακών στοιχείων κ.τ.λ.
σε βάρος της οφειλέτιδας εταιρίας και των προαναφερόμενων εκπροσώπων αυτής, με πενιχρά αποτελέσματα. Ήδη η συγκεκριμένη αεροπορική εταιρία διέκοψε τις εργασίες της στις 18-5-2016, και καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και στα Μητρώα Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την με αρ. 201/4-3-2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο νυν κατηγορούμενος εγκατέλειψε την Ελλάδα και δραστηριοποιείται στην Ουκρανία, ενώ ο έτερος Α.
Ν. βρίσκεται και δραστηριοποιείται στην ... σε εταιρία με αεροπορικές μεταφορές. Η αιτούσα την ποινική δίωξη αρχή του Τελωνείου Λαυρίου απηύθυνε ερωτήματα σχετικά με την δικαιοδοσία και την άσκηση ποινικής δίωξης στην υπό κρίση υπόθεση οπότε και αποδείχθηκε ότι η είσπραξη της συγκεκριμένης οφειλής ανατέθηκε στην Ελλάδα και στη συγκεκριμένη Υπηρεσία στα πλαίσια της Αμοιβαίας Συνδρομής για την είσπραξη απαιτήσεων (οδηγία 2010/24/ΕΕ, που ενσωματώθηκε με τον νόμο 4072/2012 ΦΕΚ 86Α και ιδίως άρθρα 295, 296 παρ. 1,2 που αφορούν ad hoc την παρούσα υπόθεση, δηλαδή φόρους, διοικητικές κυρώσεις και πρόστιμα και τόκους, όπως αναφέρονται στο άρθρο 296 παρ. 1,2, επίσης στα άρθρα 306, 311, 313).
Μάλιστα η αρμόδια Αρχή του Υπουργείου Οικονομικών Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και ΕΦΚ Δ/νση 19η Τελ. Διαδικασιών Τμήμα Δ' με το με αρ. πρωτ. Δ19Δ 5023593 ΕΞ 2014 έγγραφό της απαντώντας στα ερωτήματα του Τελωνείου Λαυρίου επισήμανε ότι για την είσπραξη απαιτήσεων από αμοιβαία συνδρομή, (όπως ισχύει στην κρινόμενη υπόθεση), λαμβάνονται όλα τα μέτρα που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία για την είσπραξη οφειλών και συνεπώς έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις περί άσκηση ποινικής δίωξης εκ του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 ως ισχύει για χρέη προς το Δημόσιο.
Η κρίση του Δικαστηρίου έχει έρεισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύθηκαν παραπάνω μεταξύ των οποίων το με αρ. 902/8-1-2018 έγγραφο της ΑΑΔΕ και το με αρ. πρωτ. Δ19Δ 5023593 ΕΞ 2014 έγγραφο με το οποίο δίδονται οδηγίες προς το Τελωνείο Λαυρίου με τα συνοδεύοντα αυτό τέσσερα έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας των εμπλεκόμενων υπηρεσιών, με τα οποία ζητούνται οδηγίες για την άσκηση ποινικής δίωξης.
Συνεπώς με βάση τα προαναφερόμενα και αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, ο κατηγορούμενος ευθύνεται ποινικά για την παραπάνω οφειλή λόγω της ιδιότητάς του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ως μέλους του Δ.Σ της ανώνυμης αεροπορικής εταιρίας με την επωνυμία ..., γι' αυτό πρέπει αφού απορριφθούν όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του με τους οποίους επιχειρεί να υποστηρίξει τα αντίθετα, να κηρυχθεί ένοχος όπως η πράξη του αποδίδεται.". Στη συνέχεια το άνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και τον καταδίκασε με ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, της οποίας διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης για μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην Αθήνα, στις 1/12/2012 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του στο Τελωνείο Λαυρίου διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών του παραπάνω Τελωνείου (αρ. ειδ. βιβλίου ΕΜ/74) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 29-1-2015 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου του πιο πάνω Τελωνείου, όπως κατωτέρω επισυνάπτεται, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ #559.348,06#, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.".
Ακολουθεί πίνακας βεβαιωμένων οφειλών του αναιρεσείοντος με σύνολο βασικής οφειλής 554.074,23€. Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω Δικαστήριο στο σκεπτικό, όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλουν οι προαναφερθείσες διατάξεις.
Ειδικότερα, μολονότι πρόκειται για ανώνυμη εταιρεία, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της οποίας ήταν ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, απουσιάζει από τις παραδοχές της απόφασης οποιαδήποτε αναφορά για μη ύπαρξη των λοιπών υπεχόντων ποινική ευθύνη προσώπων του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας, που εκτίθενται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1882/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 και επιπλέον ελλείπει από αυτή παραδοχή, ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων υπό την άνω ιδιότητα ασκούσε ουσιαστική και όχι απλώς τυπική διοίκηση και συγκεκριμένα, ότι είχε την πραγματική διαχείριση της εν λόγω εταιρίας λαμβάνοντας αποφάσεις για τη λειτουργία της, καθόσον μόνον έχοντας την ουσιαστική διοίκηση θα ήταν υπόχρεος για την καταβολή των επίδικων χρεών, κατά το άρθρο 25 παρ. 2 περ.
α' του ν. 1882/1990, ως μέλος του ΔΣ της ανώνυμης εταιρίας κατά το χρόνο που γεννήθηκαν τα επίδικα χρέη και θα καθίστατο, κατά συνέπεια, και ποινικώς υπαίτιος. Έτσι, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι, κατά την προαναφερθείσα έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη, αλλά παρουσιάζει ελλείψεις και εμφανίζει λογικά κενά, γεγονός που συνεπάγεται το ανέφικτο του ελέγχου του Αρείου Πάγου περί της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου (άρθρο 25 παρ. 1 και 2 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997) και κατ' επέκταση τη στέρηση της απόφασης νόμιμης βάσης.
Συνεπώς θα πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμων των σχετικών από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγων της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμό 4314/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση σε νέα συζήτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ