1957/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1957/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μ., κατοίκου ... ..., για ποσοστό 11.108/36.441 εξ αδιαιρέτου αυτής), 23. Ά. Λ. του Σ. (...2), 24. α) Β. Π. του Σ., συζ. Θ. Π., κατοίκου ..., β) Χ. Π. του Χ., κατοίκου ... …, γ) Δ. Π. του Β., κατοίκου ..., δ) Α. Π. του Β., κατοίκου ..., ε) Α. χας Δ. Π., το γένος Β. Γ., κατοίκου ..., στ) Κ. χήρας Β. Π., το γένος Γ. Θ., κατοίκου ... (...3), 25. α) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., β) Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1957 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1957/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Γ. Μ. του Α., συζ. Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Βουτσέλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ήδη Μεταφορών και Δικτύων), που κατοικοεδρεύουν στην … και το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ήδη Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος), που κατοικοεδρεύει στη …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Μ. του Α., συζ. Γ. Τ., κατοίκου ... (...), 2. α) Θ. Ψ. του Κ., β) Α. συζ. Θ. Ψ., κατοίκων ... (...), 3. Γ. Μ. του Β., συζ. Χ. Μ., κατοίκου ... (ΚΠ ...), 4. Θ. συζ. Ν. Χ., κατοίκου ... (...), 5. α) Π. Α. Γ., Σ. Μ., β) Σ. Μ. του Σ., κατοίκων ... (...), 6. Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ... (... για ποσοστό 35.456/55.456 εξ αδιαιρέτου αυτής), 7. B. Α. του Α., κατοίκου ...
… (ΚΠ ...), 8. K. συζ. Γ. Α., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ... (...), 9. α) Χ. Α. Λ., β) Β. - Β. Χ. Λ., κατοίκων ... (...), 10. Θ. Γ. του Χ., κατοίκου ... (...), 11. Ά. συζ. Α. Κ., το γέvος Χ. Γ., κατοίκου ... (...), 12. Σ. Ν. του Λ., κατοίκου ... (ΚΠ ... για ποσοστό 10.000/11.806 εξ αδιαιρέτου αυτής), 13. α) Β. Κ. του Β., β) Σ. Κ. του Γ., κατοίκων ... (...), 14. Ι. συζ. Γ. Ι., το γένος Ν. Μ., β) Ζ.
συζ. Ν. Ο., το γένος Ν. Μ., κατοίκων ... (...), 15. Β. Α. του Χ., κατοίκου ... … (...), 16. Α. Μ. του Α., κατοίκου ... (...), 17. Χ. συζ. Β. Ρ., το γένος Ε. Τ., κατοίκου ... ...), 18. Ε. Ο. του Μ., συζ. Α. Π. (...), 19. A. χήρας Π. Κ., το γένος K. Γ., κατοίκου ... ...), 20. Ι. Μ. του Β., κατοίκου ... ...), 21. α) Ι. Μ. του Β., β) Μ. Μ. του Β., συζ. K. Β., κατοίκων ... (...), 22. Ζ. συζ. Ν. Ο., το γένος Ν.
Μ., κατοίκου ... ..., για ποσοστό 11.108/36.441 εξ αδιαιρέτου αυτής), 23. Ά. Λ. του Σ. (...2), 24. α) Β. Π. του Σ., συζ. Θ. Π., κατοίκου ..., β) Χ. Π. του Χ., κατοίκου ... …, γ) Δ. Π. του Β., κατοίκου ..., δ) Α. Π. του Β., κατοίκου ..., ε) Α. χας Δ. Π., το γένος Β. Γ., κατοίκου ..., στ) Κ. χήρας Β. Π., το γένος Γ. Θ., κατοίκου ... (...3), 25. α) Α. Α. του Α., κατοίκου ..., β) Α.
Α. του Θ., κατοίκου ... …, γ) Ε. Α. του Α., κατοίκου ... …, δ) Ε. Δ. χας Ε. Α., κατοίκου ... …, ε) Χ. Δ. του Ε., κατοίκου ... …, στ) Α. Δ. του Ε., κατοίκου ..., ζ) Ε. χας Α. Α. (...), 26. K. Π. του Α., κατοίκου ... ...), 27. α) Δ. Α. του Χ., β) Ε. Α. του Χ., γ) Α. Α. του Χ., κατοίκων ... (...), 28. Κ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., του Κ., κατοίκου ... (...1), 29. Μ. Γ. του Θ., κατοίκου ... (...5), 30.
α) Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., β) Κ. Ν. του Ν., κατοίκου ... (...6), 31. Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ... (...7), 32. α) Π. Κ. του Δ. και β) Ε. Π. του Ν., κατοίκων ... (...8 ...), 33. Ι. Π. του Γ., κατοίκου ... (...), 34. Δ. Π. του X., κατοίκου ... (ΚΠ ...), 35. α) Ν. Γ. του T., κατοίκου ..., β) Δ. Π. του Χ., κατοίκου ..., γ) Χ. Π. του Δ., κατοίκου ... (...), 36. Ν. Γ. του T., κατοίκου ... (...), 37.
Β. Κ. του Θ., κατοίκου ... (...), 38. α) Σ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., β) Χ. Ν. του Π., κατοίκου ... (...), 39. α) M. Π. του K., β) Σ. Π. του Κ., κατοίκων ... (...), 40. Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ... (...), 41. Α. Μ. του Α., κατοίκου ... (..., …), 42. Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ... (...2), 43. Β. Λ. του Α., κατοίκου ... (...4), 44. Γ. Π. του Ε., κατοίκου ... (...5), 45. Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ... (...7), 46.
Ό. Μ. του Κ., κατοίκου ... (...9), 47. α) Φ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α1) Φ. Μ. του Α. και α2) Μ. Μ. του Α. (... κατά ποσοστό 25% και ... κατά ποσοστό 30,40541%), β) Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., γ) Β. Π. του Θ., κατοίκου ... και δ) Β. Π. του Ε., κατοίκου ... (...), 48. α) Α. Α. του Π., κατοίκου ..., β) Π. Α. του Α., κατοίκου ... (...), 49.
α. Ε. Μ., κατοίκου ..., β) Ι. Μ., κατοίκου ... (...), 50. α) Α. συζ. Σ. Α., το γένος Χ. Ρ., β) Α. Ρ. του Χ., κατοίκων ... (...), 51. Σ. Μ. συζ. Σ., κατοίκου ... (...), 52. Χ. Κ. του Β., κατοίκου ... (...), 53. Θ. Α. του Δ., κατοίκου ... (...), 54. Π. Α. του Δ., κατοίκου ... (...), 55. Θ. Τ. του Ε., κατοίκου ... (...), 56. α) Γ. Κ. του Δ., β) Ε. Κ. του Β., κατοίκων ... και γ) Θ. Φ. του Β., δ) Κ.
Ν. του Β., κατοίκων ... (...1), 57. α) Σ. Τ. του Θ., β) Γ. συζ. Θ. Τ., θυγ. Θ. Τ., γ) Ε. Τ. του Θ., δ) Α. Τ. του Ε., ε) Γ. Τ. του Ε. (...3), 58. Ε. Τ., κατοίκου ... (...4), 59. Κ. συζ. Σ. Τ., το γένος Α. Ν. (...4 ...), 60. Α. Τ. του Σ., συζ. Β. Λ., κατοίκου ... (...7), 61. α) Ε. Μ. του Γ., β) Ε. Μ. του Ε., κατοίκων ... (...), 62. Ά. Μ. του Δ., κατοίκου ... (...), 63. Ι. Χ. του Κ., κατοίκου ... (...), 64.
Α. Κ. του H., κατοίκου ... (...), 65. α) Δ. Γ. Κ., συζ. Α. Γ., β) Φ. Α. Γ., γ) Ν. Γ. του Α., κατοίκων ..., δ) Α. χας Χ. Κ. και ε) Γ. Χ. Κ., κατοίκων ... (...), 66. α) Μ. συζ. Γ. Α., το γένος K. Γ., β) Ε. Φ. του Δ., κατοίκων ... (...), 67. Σ. Τ. του Ι., συζ. E. Χ., κατοίκου ... (...), 68. α) Γ. Γ. του Σ., συζ. A. Γ., β) Φ. Γ. του Σ., γ) Σ. Γ. του Σ., κατοίκων ... (...), 69. α) Δ. Λ. Μ., β) Ε. Λ. Μ., κατοίκων ... (...) και 70.
Σ. συζ. Δ. Μ., κατοίκου ... (...), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του Ελληνικού Δημοσίου (μετά την έκδοση της 20/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 16-8-2010 αίτηση της ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσας, με άλλες αυτοτελείς αιτήσεις φυσικών προσώπων, μεταξύ των ήδη υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 539/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 4-12-2015 αίτησή της και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 30-11-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε τις από 9-3-2017 εκθέσεις της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Αλεξάνδρας Κακκαβά, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την παραδοχή των πρώτου, τρίτου και τετάρτου λόγων της από 4-12-2015 αιτήσεως και β) την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 30-11-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 539/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτών.
Η πληρεξούσια του Ελληνικού Δημοσίου ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεώς του, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (6-10-2017), συζητήθηκαν η υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης ...12-2015 αίτηση αναίρεσης της Γ. Μ. και η υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης ...12-2015 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ’ αριθμ. 539/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 "σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19", ήτοι "η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται, δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.
Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου και το γραμματέα του δήμου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής βρίσκεται στα όρια αρμοδιότητας του Υπουργείου Βόρειας Ελλάδας, καθώς και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 27-6-2017 έκθεση τοιχοκόλλησης - ανάρτησης στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου της υπό κρίση 83/2015 αίτησης, τα από 3-7-2017 και 30-6-2017 αποδεικτικά τοιχοκόλλησης - ανάρτησης της αίτησης αυτής στους πίνακες ανακοινώσεων των Δήμων ..., αντίστοιχα, και τα υπ’ αριθ. .../22-7-2017, .../28-7-2017, .../22-7-2017 και .../29-7-2017 φύλλα των εφημερίδων "...", αντίστοιχα, στα οποία έχει δημοσιευθεί ειδοποίηση - κλήση του Ελληνικού Δημοσίου προς τους αναιρεσιβλήτους να παραστούν κατά τη συζήτηση της αιτήσεώς του στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κλητεύθηκαν, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, με μέριμνα του Ελληνικού Δημοσίου οι 70 αναιρεσίβλητοι της ως άνω αίτησης (με τις επί μέρους περιπτώσεις α, β, κ.λπ.).
Οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτών.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημίωσης, προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 31/2005).
Η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και λοιπών προσδιοριστικών στοιχείων και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των απομενόντων τμημάτων και περαιτέρω την μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 1290/2009).
Εξ άλλου με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. γ’ του Π.Δ/τος της 24-5-1985 (ΦΕΚ 270/Τ.Δ’ /31-5-85) ορίζεται: "Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α’ και β’ ".
Περαιτέρω κατά τις περιπτώσεις αυτές (α’ , β’ ) θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που πριν από την 12-11-1962 έχουν ελάχιστο εμβαδόν 750 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 10 μ. και ελάχιστο βάθος 15 μ. Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα που είχαν δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 1.200 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 20 μ., και ελάχιστο βάθος 35 μ.
Επίσης θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα όσα γήπεδα είχαν δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 και έχουν ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., ελάχιστο πρόσωπο 25 μ. και ελάχιστο βάθος 40 μ. Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1. Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ., δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου. 2.
Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ., πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος της δημιουργίας του αρχικού γηπέδου ώστε: α) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 24-10-1962, θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ,μ. εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δόμησης. β) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964 για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1.200 τ.μ.
με τους λοιπούς άνω όρους δόμησης. γ) Εάν είχε δημιουργηθεί πριν από 17-10-1978 αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δόμησης. Κριτήριο συνεπώς για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης και για την εξ αυτής κρίση περί της απομείωσης της αξίας αυτού, αποτελεί προεχόντως ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (ΑΠ 1619/2010, ΑΠ 1210/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκδίκασε την ...-8-2010 αίτηση της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης Γ. Μ., την ...17-9-2010 αίτηση του αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και άλλες αιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των αναιρεσιβλήτων της ...12-2015 αίτησης και άλλων ιδιοκτητών, μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη, με τις οποίες ζήτησαν να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ακίνητα με τα επικείμενα αυτών, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για την κατασκευή του Άξονα Κεντρικής Ελλάδας (Ε-65), τα οποία οφείλει να αποζημιώσει το Ελληνικό Δημόσιο.
Οι αιτούντες δικαιούχοι ζήτησαν, επιπροσθέτως, να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων τους και να αναγνωρισθεί ότι δεν υπάρχει ωφέλεια των ακινήτων τους, ούτε υποχρέωση για αυτοαποζημίωση σε βάρος τους, για τα εναπομείναντα τμήματα των εν λόγω ακινήτων.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, σχετικά με το αίτημα περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα των ιδιοκτησιών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Η χάραξη (νέα διάνοιξη) του δρόμου αρχίζει βόρεια του Πηνειού ποταμού στο όριο των άλλοτε νομών Τρικάλων και Καρδίτσας και μάλιστα η αρχή του βρίσκεται στο όριο των άλλοτε Δ.Δ. ...
του νομού Τρικάλων, βαίνει βορειοδυτικά, περνώντας δυτικά και πλησίον του οικισμού του ... και συνεχίζει ανατολικά και πλησίον του οικισμού του ..., καταλήγει δε στον νέο περιφερειακό δρόμο Τρικάλων-Λάρισας προς τον οικισμό .... Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι θεσμοθετημένη και χωροθετημένη ενώ από πλευράς υποδομής, μέρος αυτής εξυπηρετείται από τη Νέα Περιφερειακή οδό Τρικάλων-Λάρισας και από δίκτυα των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Ύδρευσης και ΟΣΕ).
Συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τον οδικό άξονα της Εθνικής οδού Λαμίας-Τρικάλων, τη σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας -Θεσσαλονίκης με μετεπιβίβαση στον σταθμό Παλαιοφαρσάλων και από αγροτικές και επαρχιακές οδούς. Έτσι ως εκτός σχεδίου πόλης περιοχή έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου πόλης χρήσεις, ενώ η πραγματική χρήση των απαλλοτριουμένων είναι αμιγώς γεωργική.
Πρόκειται για αγροτικές εκτάσεις, αρδευόμενες, με χαμηλό υψόμετρο, στις οποίες καλλιεργούνται μονοετείς καλλιέργειες όπως είναι τα σιτηρά, βαμβάκι, κηπευτικά, ενώ υπάρχουν και λίγα δένδρα και ορισμένα αμπέλια. Επίσης υπάρχουν γεωργικές αποθήκες, οικίσκοι γεωτρήσεων και άλλα βοηθητικά κτίσματα, ενώ δεν υπάρχουν κατοικίες (πλην μίας) ή επαγγελματικά, βιοτεχνικά κτίρια.
Οι απαλλοτριούμενες εκτάσεις έχουν δημιουργηθεί στην πλειοψηφία τους από αναδασμούς (του ... του έτους 1973 και του ... του έτους 1974) και έχουν μεγάλο εμβαδόν (κατά μέσο όρο 20-40 στρέμματα η κάθε μία)... Περαιτέρω, σχετικά με το αίτημα περί προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα των ιδιοκτησιών που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση...
αποδεικνύεται ότι: τα απομένοντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα ορισμένων ακινήτων υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους σε σχέση με την κατά προορισμό χρήση, οπότε πρέπει να καθορισθεί σχετικά ιδιαίτερη αποζημίωση, για τον καθορισμό της οποίας λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμετάλλευσης αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομείναντος θα επέλθει με βεβαιότητα μετά την αποτίμηση του απαλλοτριωμένου τμήματος, ως το ότι υπάρχει δυσχέρεια καλλιέργειας μικρής έκτασης ακινήτων.
Συγκεκριμένα: 3) Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 12.871,22 τ.μ., απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 1.691,01 τ.μ. και έκταση 1.579,89 τ.μ., μειουμένης έτσι της αξίας του κατά 42%, καθόσον απαλλοτριώνεται μεγάλο μέρος της αρχικής έκτασης και η εναπομείνουσα έκταση καθίσταται δυσχερέστερα εκμεταλλεύσιμη... Από το ακίνητο με ..., αρχικής έκτασης 19.600 τ.μ.
απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 1.700 τ.μ. μειουμένης έτσι της αξίας του κατά 48% καθόσον απαλλοτριώνεται μεγάλο μέρος αυτού πράγμα που καθιστά δυσχερέστερη την αξιοποίησή του. Για το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 20.983.20 τ.μ. απομένει μετά την απαλλοτρίωση έκταση 8.629,14 τ.μ. και έκταση 3.979,81 τ.μ. μειουμένης έτσι της αξίας του κατά 10% και 21% αντίστοιχα, καθόσον με το διαμελισμό του δυσχεραίνεται η εκμετάλλευσή του...
Από το ακίνητο με ... αρχικής έκτασης 8.095,55 τ.μ. απομένει έκταση 7.387,74 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 6% καθόσον δυσχεραίνεται η αξιοποίησή του. Από το ακίνητο με ... αρχικής έκτασης 9.800 τ.μ. απομένει έκταση 6.336,85 τ.μ., οπότε τούτο υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 6% καθόσον λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται δυσχεραίνεται η αξιοποίησή του.
Από το ακίνητο με ... αρχικής έκτασης 6.750 τ.μ. απομένει έκταση 4.459,78 τ.μ., οπότε τούτο υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 6% λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται καθόσον δυσχεραίνεται η αξιοποίησή του. Από το ακίνητο με ... αρχικής έκτασης 10.125 τ.μ. απομένει έκταση 1.125 τ.μ. και έκταση 5.836,21 τ.μ., οπότε τούτο υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 55% και 11% αντίστοιχα λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται καθόσον δυσχαιρένεται η αξιοποίησή του.
Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 16.238,99 τ.μ. απομένει έκταση 5.217,22 τ.μ., οπότε τούτο υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 16% καθόσον λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται δυσχεραίνεται η εκμετάλλευσή του. Από το ακίνητο με Α... αρχικής έκτασης 12.402 τ.μ. απομένει έκταση 6.890,77 τ.μ. και έκταση 781,79 τ.μ., μειουμένης της αξίας του κατά 6% και 66% αντίστοιχα, καθόσον λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται δυσχεραίνεται η εκμετάλλευσή του.
Από το ακίνητο με Α... αρχικής έκτασης 10.861,62 τ.μ. απομένει έκταση 6.238,70 τ.μ. και έκταση 1.124,86 τ.μ., μειουμένης της αξίας του κατά 6% και 58% αντίστοιχα, αφού δυσχεραίνεται η αξιοποίησή του λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται... Από το ακίνητο με Α... αρχικής έκτασης 17.053,35 τ.μ. απομένει έκταση 11.254,15 τ.μ. (α’ τμήμα) δηλαδή έκταση μεγάλη που μπορεί ευχερώς να αξιοποιηθεί λόγω και της μη επιδείνωσης των γεωμετρικών του στοιχείων οπότε δεν μειώθηκε η αξία του κατά το τμήμα τούτο, και έκταση 502,36 τ.μ. (β’ τμήμα) ως προς την οποία μειώθηκε η αξία του κατά 71% λόγω του ότι ως προς αυτήν δυσχεραίνεται η εκμετάλλευσή του λόγω του μικρού μεγέθους της.
Από το ακίνητο με Α... αρχικής έκτασης 10.196,91 τ.μ. απομένει έκταση 4.882,74 τ.μ. (α’ τμήμα) οπότε μειώνεται η αξία του κατά 11% αφού δυσχεραίνεται η αξιοποίησή του και έκταση 1.997,28 τ.μ. (β’ τμήμα) ως προς την οποία μειώθηκε η αξία του κατά 37% διότι λόγω του μικρού μεγέθους της δυσχεραίνεται η εκμετάλλευσή της... Από το ακίνητο με ...
αρχικής έκτασης 8.575,42 τ.μ. απομένουν δύο εκτάσεις 5.445,27 τ.μ. και 532,71 τ.μ. οπότε τούτο υφίσταται μείωση της αξίας του λόγω του διαμελισμού του, σε ποσοστό 21% και 71% αντίστοιχα... Από το ακίνητο με ... αρχικής έκτασης 8.766,09 τ.μ. απομένουν δύο εκτάσεις 5.073,75 τ.μ. και 820,07 τ.μ. οπότε τούτο υφίσταται μείωση της αξίας του λόγω του διαμελισμού του, σε ποσοστό 6% και 68% αντίστοιχα.
Από το ακίνητο με Α... αρχικής έκτασης 29.809,14 τ.μ. απομένουν δύο εκτάσεις 6.707,89 τ.μ. και 12888,93 τ.μ. οπότε τούτο υφίσταται μείωση της αξίας του λόγω του διαμελισμού του κατά 16% και 15% αντίστοιχα. Από το ακίνητο με ..., αρχικής έκτασης 8.892,38 τ.μ. απομένει έκταση 6.285,42 τ.μ., οπότε τούτο υφίσταται μείωση της αξίας του κατά 2% αφού λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται δυσχεραίνεται η εκμετάλλευσή του.
Από το ακίνητο με Α...2, αρχικής έκτασης 9.350,93 τ.μ. απομένει έκταση 1.112,96 τ.μ., οπότε τούτο λόγω της μεγάλης έκτασης που απαλλοτριώνεται που επηρεάζει την αξιοποίησή του, υφίσταται μείωσης της αξίας του κατά 67%. Από το ακίνητο με Α...3, αρχικής έκτασης 14.150,85 τ.μ. απομένει έκταση 11.826,90 τ.μ. οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 5%.
Από το ακίνητο με ..., αρχικής έκτασης 11.214 τ.μ. απομένει έκταση 9.869,49 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 5%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 10.168,03 τ.μ. απομένει έκταση 7.817,89 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 6%. Από το ακίνητο με ..., αρχικής έκτασης 11.998,50 τ.μ.
απομένει έκταση 7.785,17 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 6%. Από το ακίνητο με ..., αρχικής έκτασης 16.167,24 τ.μ. απομένει έκταση 4.027,70 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 25%, λόγω της σημαντικής μείωσης που υφίσταται το εμβαδόν του. Από το ακίνητο με Α...1, αρχικής έκτασης 20.865,50 τ.μ.
απομένει έκταση 13.167,57 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 5%. Από το ακίνητο με Α...5, αρχικής έκτασης 8.281,75 τ.μ. απομένει έκταση 6.547,67 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 10%. Από το ακίνητο με Α...6, αρχικής έκτασης 15.687,11 τ.μ. απομένει έκταση 10.292,46 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 15%...
Από το ακίνητο με Α...8, αρχικής έκτασης 8.010,97 τ.μ. απομένει έκταση 8.905,01 τ.μ., οπότε μειώνεται η αξία του κατά 5%. Από το ακίνητο με ..., αρχικής έκτασης 6.408,50 τ.μ., απομένει έκταση 4.135,57 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η δυνατότητα αξιοποίησής του, μειουμένης της αξίας του κατά 19%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 40.169,50 τ.μ.
απομένει έκταση 1.865,30 τ.μ., (α’ τμήμα) και έκταση 30.708,33 τ.μ. (β’ τμήμα) οπότε λόγω του μεγάλου εμβαδού που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται η δυνατότητα αξιοποίησης του πρώτου απομένοντος τμήματος αυτού μειουμένης της αξίας του κατά 72%... Από το ακίνητο με ..., αρχικής έκτασης 4.051,57 τ.μ. απομένει έκταση 427,31 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης έκτασης που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται η αξιοποίησή του κατά 80%.
Από το ακίνητο με ..., αρχικής έκτασης 4.000,01 τ.μ. απομένει έκταση 3.108,70 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης έκτασης που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται η αξιοποίησή του μειουμένης της αξίας του κατά 20%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 19.878,01 τ.μ. απομένει έκταση 925,52 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης έκτασης που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται η αξιοποίησή του κατά 80%.
Από το ακίνητο με Α..., αρχικού εμβαδού 20.209,58 τ.μ. απομένει έκταση 3.110,35 τ.μ. (πρώτο τμήμα) και 9.903,30 τμ (β’ τμήμα) οπότε λόγω και του διαμελισμού του σε δύο τμήματα επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 40% για το πρώτο τμήμα και κατά 10% για το δεύτερο. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 13.874,71 τ.μ.
απομένει έκταση 9.456,97 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασης που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 15%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 13.850,01 τ.μ. απομένει έκταση 5.846,56 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασης που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται η αξιοποίησή του, μειουμένης της αξίας του κατά 40%....
Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 4.344,03 τ.μ. απομένει έκταση 2.206,86 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασης που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται η αξιοποίησή του μειουμένης της αξίας του κατά 20%. Από το ακίνητο με Α...0, αρχικής έκτασης 3.551,51 τ.μ. απομένει έκταση 2.296,38 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασης που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται δυσμενώς η αξιοποίησή του μειουμένης της αξίας του κατά 20%.
Από το ακίνητο με Α...2, αρχικής έκτασης 18.931,01 τ.μ. απομένει έκταση 2.072,10 τ.μ., (α’ τμήμα) και 6.425,26 τμ (β’ τμήμα) οπότε λόγω του διαμελισμού του επηρεάζεται δυσμενώς η αξιοποίησή του μειουμένης της αξίας του κατά 30% του πρώτου τμήματος και κατά 10% του δευτέρου. Από το ακίνητο με Α...4, αρχικής έκτασης 12.235 τ.μ. απομένει έκταση 7.499,89 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται δυσμενώς η αξιοποίησή του, μειουμένης της αξίας του κατά 10%.
Από το ακίνητο με Α...5, αρχικής έκτασης 15.886 τ.μ. απομένει έκταση 7.380,88 τ.μ., οπότε λόγω της μεγάλης σχετικά έκτασής του που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται η αξιοποίησή του, μειουμένης της αξίας του κατά 40%. Από το ακίνητο με Α...7, αρχικής έκτασης 20.882,91 τ.μ. απομένει έκταση 14.005,83 τ.μ., (α’ τμήμα) και 920,55 τμ (β’ τμήμα) οπότε λόγω του διαμελισμού του επηρεάζεται η αξιοποίησή του, μειουμένης της αξίας του κατά 47% στο δεύτερο τμήμα ενώ το πρώτο απομένον τμήμα ενόψει του ότι είναι αρκετά μεγάλο και δεν μεταβάλλεται δυσμενώς το σχήμα του, ώστε να μπορεί να καλλιεργηθεί, δεν υφίσταται μείωση της αξίας του.
Από το ακίνητο με Α...9, αρχικής έκτασης 19.681 τ.μ. απομένουν δύο εκτάσεις (3.364,42 τ.μ. α’ τμήμα και 1.973,66 τ.μ. β’ τμήμα) οπότε λόγω του διαμελισμού του μειώνεται η αξία του (αφού δυσχεραίνεται η αξιοποίησή του) κατά 15% και 20% αντίστοιχα... Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 15.395,19 τ.μ. απομένουν δύο εκτάσεις (8.068,54 τ.μ.
α’ τμήμα και 2.460,13 τ.μ. β’ τμήμα) οπότε λόγω του διαμελισμού του μειώνεται η αξία του (αφού δυσχεραίνεται η αξιοποίησή του) κατά 17% (στο δεύτερο τμήμα). Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 8.264,99 τ.μ. απομένει έκταση 5.304,26 τ.μ., οπότε επηρεάζεται δυσμενώς η αξιοποίησή του, μειούμενης της αξίας του κατά 6%. Από την ιδιοκτησία με Α..., αρχικής έκτασης 15.014,05 τ.μ.
απομένει έκταση 11.424,45 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του, μειουμένης της αξίας του κατά 38%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 12.729,80 τ.μ. απομένει έκταση 4.511,87 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η αξιοποίησή του, μειουμένης της αξίας του κατά 80%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 46.332,52 τ.μ. απομένουν δύο εκτάσεις (8.018,34 τ.μ.
α’ τμήμα και 29.673,95 τ.μ. β’ τμήμα) οπότε λόγω του διαμελισμού του μειώνεται η αξία στο α’ τμήμα κατά 6%... Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 10.545 τ.μ. απομένει έκταση 8.220,90 τ.μ., οπότε επηρεάζεται η δυνατότητα αξιοποίησής του, και μειώνεται η αξία του κατά 6%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 4.035,62 τ.μ. απομένει έκταση 2.720,69 τ.μ., οπότε λόγω του μεγάλου τμήματος αυτού που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται δυσμενώς η δυνατότητα αξιοποίησής του, μειουμένης της αξίας του κατά 40%...
Από το ακίνητο με Α...7, αρχικής έκτασης 5.489 τ.μ. απομένει έκταση 2.981,50 τ.μ., οπότε λόγω του μεγάλου σχετικά τμήματός του που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται δυσμενώς η δυνατότητα αξιοποίησής του και μειώνεται η αξία του κατά 30%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 49.780 τ.μ. απομένει έκταση 11.583,03 τ.μ., οπότε λόγω του μεγάλου σχετικά τμήματός του που απαλλοτριώνεται επηρεάζεται δυσμενώς η αξιοποίησή του, μειουμένης της αξίας του κατά 10%.
Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 70.110 τ.μ. απομένουν δύο εκτάσεις εμβαδού 30.679,53 τ.μ. (α’ τμήμα) και 2.8131,70 τ.μ., οπότε λόγω του διαμελισμού του δυσχεραίνεται η αξιοποίησή του και μειώνεται η αξία του κατά 15% για κάθε τμήμα... Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 13.870 τ.μ. απομένει έκταση 11.219,45 τ.μ., οπότε επηρεάζεται δυσμενώς η δυνατότητα αξιοποίησής του και μειώνεται η αξία του κατά 10%.
Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 17.480 τ.μ. απομένει έκταση 11.172,20 τ.μ., οπότε επηρεάζεται δυσμενώς η δυνατότητα αξιοποίησής του και μειώνεται η αξία του κατά 10%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 13.205 τ.μ. απομένει έκταση 8.347,09 τ.μ., οπότε επηρεάζεται δυσμενώς η δυνατότητα αξιοποίησής του και μειώνεται η αξία του κατά 10%.
Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 8.170 τ.μ. απομένει έκταση 5.152,95 τ.μ., οπότε επηρεάζεται δυσμενώς η δυνατότητα αξιοποίησής του και μειώνεται η αξία του κατά 5%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 25.494,73 τ.μ. απομένει έκταση 14.277,96 τ.μ., οπότε επηρεάζεται δυσμενώς η δυνατότητα αξιοποίησής του και μειώνεται η αξία του κατά 20%.
Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 24.003,14 τ.μ. απομένει έκταση 2.582,36 τ.μ., οπότε επηρεάζεται δυσμενώς η δυνατότητα αξιοποίησής του και μειώνεται η αξία του κατά 60%. Από το ακίνητο με Α..., αρχικής έκτασης 11.877,20 τ.μ. απομένει έκταση 1.409,26 τ.μ., οπότε επηρεάζεται δυσμενώς η δυνατότητα αξιοποίησής του και μειώνεται η αξία του κατά 65%...".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του καθορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα, μετά την απότμηση τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων των δικαιούχων. Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζονται τα ειδικά χαρακτηριστικά των τμημάτων που απομένουν, η κατά προορισμό χρήση αυτών, αν αυτή καθίσταται δυνατή και υπό ποιες προϋποθέσεις και περιορισμούς ή παντελώς αδύνατη.
Ειδικότερα δε, ενώ γίνεται δεκτό ότι η όλη περιοχή έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου χρήσεις, συνεπώς και (δευτερεύουσα) οικοπεδική, δεν αναφέρονται στην απόφαση τα απαραίτητα προς διάγνωση της διατήρησης κατ’ εξαίρεση αρτιότητας των απομενόντων χαρακτηριστικά αυτών (χρόνος δημιουργίας γηπέδου, μήκος προσώπου, βάθους).
Ως προς την κύρια γεωργική χρήση τους, κρίνεται ότι η αξία όλων των επίμαχων ακινήτων μειώθηκε, κατά διάφορα ποσοστά, εξ αιτίας και μόνο της μείωσης του εμβαδού τους, μολονότι σε ορισμένα εξ αυτών η απομένουσα έκταση είναι μεγάλη, και δεν αναφέρονται τα λοιπά χαρακτηριστικά των τμημάτων, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί εάν επηρεάζεται αρνητικά η δυνατότητα αξιοποίησής τους (π.χ.
είδος καλλιέργειας, γεωμετρικά στοιχεία, εάν ενδεχομένως επηρεάζουν δυσμενώς συγκεκριμένες καλλιέργειες, ενδεχόμενη έλλειψη πρόσβασης κ.λπ.). Εξ αιτίας των συγκεκριμένων ελλείψεων, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.
Επομένως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης της Γ. Μ. και ο πρώτος λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, εξεταζόμενοι όλοι ως λόγοι εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μολονότι οι δύο τελευταίοι φέρονται ως ερειδόμενοι στον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου.
Με τις διατάξεις του άρθρ. 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών διά την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρ. 62 § 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρ. 6 § 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιόκτητοι εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 και 6 § 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), διά συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...
Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιόκτητοι διά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".
Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ’ αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού.
Ήδη το τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (Ολ.ΑΠ 11/2011). Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του ως άνω νόμου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι’ αυτή (ΑΠ 1009/2011).
Αναφορικά με την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977 και όρθρου 33 του ν. 2971/ 2001, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε τα ακόλουθα: "Εξάλλου, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων τα με Α..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., όχι μόνο δεν έχουν καμία ωφέλεια από τη διάνοιξη της προαναφερόμενης οδού, αλλά αντιθέτως υφίστανται μείωση της αξίας τους, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε ανωτέρω για κάθε ακίνητο.
Επίσης, και τα ακίνητα με Α..., ..., ..., ..., δεν θα έχουν ωφέλεια από την διάνοιξη της παραπάνω οδού, η οδός που δημιουργείται από τη νέα χάραξη είναι κλειστή με απαγορευτικά κιγκλιδώματα και από τις δύο πλευρές και κανένα ακίνητο δεν θα έχει άμεση πρόσβαση σε αυτήν, ενώ θα υπάρχει μεταξύ αυτής και των ομόρων ακινήτων υψομετρική διαφορά.
Επίσης θα υπάρχει πολύ μεγάλη χημική και ηχητική ρύπανση με υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος. Άλλωστε και ο μάρτυρας του Ελληνικού Δημοσίου Ν. Τ. που εξετάσθηκε στο ακροατήριο κατέθεσε ότι τα απαλλοτριούμενα δεν έχουν άμεσο όφελος από την κατασκευή του έργου, αλλά μόνο έμμεσο όφελος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα αιτιολόγησε εμπεριστατωμένα την ανατροπή του, μαχητού πλέον, τεκμηρίου ωφελείας των ιδιοκτητών των προαναφερόμενων ακινήτων, κρίνοντας, μετά από ανέλεγκτη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ότι η έλλειψη πρόσβασης όλων των ακινήτων στη διανοιγόμενη οδό, η οποία είναι κλειστή με απαγορευτικά κιγκλιδώματα, και η υψομετρική διαφορά μεταξύ αυτών και της ως άνω οδού αποκλείουν την ωφέλεια των ακινήτων, τα οποία, αντιθέτως, ζημιώνονται με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, λόγω της μεγάλης ηχητικής και χημικής ρύπανσης.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προβληθέντες από το αναιρεσείον ισχυρισμούς, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι τα εναπομείναντα δεν υφίστανται καμία μεταβολή στην αρτιότητα ή στον προορισμό της εκμετάλλευσής τους ως αγροτικών, το δε ποσοστό της μείωσης της αξίας τους, ως εναπομεινάντων τμημάτων είναι 0%. Ο λόγος αυτός, πέραν του απαραδέκτου του, λόγω του ότι περιέχει αρνητικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν συνιστούν "πράγματα", προεχόντως κρίνεται απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, ενόψει της παραδοχής ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο αυτό κεφάλαιο καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περιπτ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και επιφέρει εκκρεμοδικία και όχι η αίτηση για παραδοχή ένστασης ή λόγου έφεσης. "Αίτηση", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί και η αίτηση ενώπιον του Εφετείου προς καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για απαλλοτριωθέντα ακίνητα με τα επ’ αυτών επικείμενα και συστατικά (ΑΠ 588/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα Γ. Μ. με την αίτησή της ενώπιον του Εφετείου Λάρισας ζητούσε, μεταξύ των άλλων, να καθορισθεί αποζημίωση για το με Α... ακίνητό της, καθώς και για τα αναφερόμενα στην αίτηση επικείμενα αυτού (κλήματα αμπέλου, φυτεία σπανακιού, κορομηλιά και δύο τσιμεντοκολώνες), και να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας, ώστε να συμπεριληφθούν σ’ αυτόν τα ανωτέρω επικείμενα και συστατικά.
Πριν τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εν λόγω αναιρεσείουσας δήλωσε ότι διορθώνει την αίτηση ως προς τον αριθμό των καταστραφέντων κλημάτων, αντί του αιτουμένου "4.163" στο ορθό "3.890", στον οποίο αριθμό περιορίζεται και η απαίτηση της αιτούσας. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση α) προσδιόρισε την οφειλόμενη στην αναιρεσείουσα πλήρη αποζημίωση στο ποσό των 1,90 ευρώ ανά τ.μ.
και β) για τα συστατικά του ακινήτου της, τόσο εκείνα που περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα, όσο και εκείνα που δεν μνημονεύονται σ’ αυτούς, όρισε αποζημίωση, ως εξής: "Για την ιδιοκτησία με Α...: 2 τσιμεντοκολώνες εμβαδού της κάθε μίας 0,04 τ.μ. και όγκου 0,044 κ.μ. συνολικής αξίας 40 ευρώ (20 ευρώ της κάθε μίας".
Δεν έκανε μνεία, όμως, στην απόφαση το Δικαστήριο για τα 3.890 κλήματα αμπέλου, τα 6.000 τ.μ. καλλιέργειας σπανακιού και την κορομηλιά. Ήτοι, ούτε καθόρισε αποζημίωση γι’ αυτά, ούτε διέγνωσε τυχόν ανυπαρξία τους, ώστε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης της Γ. Μ., από το άρθρο 559 αρ. 9γ’ του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι άφησε αδίκαστα τα ως άνω αιτήματα της εν λόγω αναιρεσείουσας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης της Γ. Μ. εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την ίδια αιτίαση, προεχόντως κρίνεται απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, ενόψει της παραδοχής ως βασίμου του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 9 του άρθρου 559, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο αυτό κεφάλαιο καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του, περαιτέρω δε είναι και αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν εξέτασε τα ανωτέρω αιτήματα και δεν προκύπτει η παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 953, 954 και 955 Α.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του ν. 2882/2001.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναίρεσης (πρώτου της 83/2015 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου, πρώτου, τρίτου και τέταρτου της 84/2015 αίτησης της Γ. Μ.) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα διαλαμβανόμενα σ’ αυτούς κεφάλαια, και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς τα κεφάλαια αυτά για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), τα οποία ορίζει μειωμένα κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ’ απόφασης εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, στην οποία, εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις υπ’ αριθ. εκθ. κατάθεσης ...12.2015 και ...12.2015 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, υπ’ αρ. 539/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Αναιρεί την 539/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα παραπάνω κεφάλαιά της προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Τριμελές Εφετείο Λάρισας, αποτελούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των, αντίστοιχων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, για κάθε αναιρεσείοντα.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ