Legislator Case Law & Legislation
1957/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of reasoning regarding conversion of prison sentence to fine based on economic status.

Case Number 1957/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a criminal court decision converting a 26-month prison sentence into a daily fine of 5 euros. The appellant argued the lower court lacked reasoning for applying the higher daily rate despite the crime occurring when the rate was 4.40 euros. The court held that the lower court properly considered the defendant's economic situation and that the reasoning requirement is satisfied by a general reference to evidence without detailed itemized comparison.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; The requirement for special and detailed reasoning in sentencing decisions is met if the court explicitly considers all evidence and weighs it to form conviction, without needing to itemize every piece of evidence or explicitly compare rates over time.

Keywords

AI generated
lack of reasoning appeal conversion of sentence to fine economic status consideration criminal procedure reasoning daily fine calculation appellant's burden evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 82(2) of the Penal Code
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1957 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1957/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κούκλη), Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Βασίλειο Φράγγο (ορισθέντα με την υπ'αριθμόν 66/2010 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, προς συμπλήρωση της συνθέσεως), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ι. Ε. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ.1142/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Έδεσσας.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Έδεσσας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 548/2010.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 στοιχ.Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ'είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ'αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά, που αναφέρονται σ'αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Τοιαύτα στοιχεία δεν αξιώνονται στο έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν.1882/1990 που είναι πλημμέλημα αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 ΠΚ) προϋποθέτει (δόλο) πρόθεση, αφού δεν καθορίζεται το είδος της υπαιτιότητος. Μετά πάντα ταύτα δεν αποτελούν ταύτα λόγον αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και συγκρίσεως εκάστου αποδεικτικού μέσου ως και η παράλειψη συσχετίσεως όλων των αποδεικτικών μέσων, διότι εις τας περιπτώσεις αυτάς πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει, αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή, ή την αθωωτική απόφαση, του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοσή τους αφίεται στη διακριτική ευχέρεια ή ανέλεγκτη ή κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1 στοιχ.β' και δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται, ήτοι, και αυτεπαγγέλτως υπ'όψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής διώξεως από τον εισαγγελέα και την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, 173 παρ.2 ιδίου Κώδικος από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, 174 παρ.1 (ιδίου Κώδικος) ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, και 176 παρ.1 αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο ...

Οι διατάξεις αυτές δικονομικού χαρακτήρος που τάσσουν τον άνω χρονικό περιορισμό δεν αντίκεινται στις περί χρηστής δίκης ειδικότερα υπέρ του κατηγορουμένου δικονομικές εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ.3 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1950 (ΕΣΔΑ) οι οποίες δεν διακρίνουν περί προδικασίας και κυρίας διαδικασίας στην ποινική δίκη, κατά δε τον τελολογικό σκοπό της εχούσης ηυξημένη τυπική ισχύ ως άνω συμβάσεως κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, που συνίσταται στο ότι η ποινική διαδικασία πρέπει, ως σύνολο θεωρουμένη ανεξαρτήτως των επί μέρους δικονομικών τύπων της να μπορεί να εκτιμηθεί ότι απηχεί χρηστή δίκη που δικαιολογεί την έκδοση ποινικής καταδικαστικής αποφάσεως, οι άνω εγγυήσεις έχουν την έννοια ότι πρέπει να δίδεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να ακουσθεί πλήρως κατά την εκδίκαση της ουσίας της κατηγορίας, υπό δικαστού που εκδίδει οριστική απόφαση.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.2 ΚΠΔ "Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι".

Κατά το άρθρο 25 παρ.1 Ν. 1882/1990, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 23 παρ.1 Ν. 2523/1997 "Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ'όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφ'άπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως" κατά τις διακρίσεις των εδαφίων α', β' και γ' της ιδίας παραγράφου του άρθρου αυτού, αναλόγως με το είδος του οφειλομένου χρέους και το ποσό της ληξιπροθέσμου οφειλής.

Ούτω με το άρθρο αυτό (25 παρ.1 Ν. 1882/1990) θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από την μη καταβολή προς το δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του εάν αυτά είναι καταβλητέα εφ'άπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.

Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις ενάρξεως της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνη της μη καταβολής του εφ'άπαξ καταβλητέου χρέους οπότε απαιτείται ν α παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.

Επηκολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997. Με την αντικατάσταση αυτή αφενός εποινικοποιήθη η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφ'ετέρου ηυξήθη το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής.

Το ίδιο ως άνω άρθρο εν συνεχεία αντικατεστάθη με το άρθρο 34§1 Ν 3220/2004 και ορίζεται πλέον με αυτό "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α)τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β)έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ.

α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ)ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περ. α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ". Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1)το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαίως ως προς τον χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξαρτήτως από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφ' άπαξ 2)στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής 3)οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπροθέσμου οφειλής, ανεξαρτήτως του είδους του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κλπ.) και 4)αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτου.

Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επί μέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.

Αντιθέτως όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφ'άπαξ και αφορούν πράξεις που ετελέσθησαν προ της ενάρξεως εφαρμογής του άρθρου 34§1 Ν 3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με το άρθρο 25 Ν 1882/1990 όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 23§1 Ν 2523/1997 κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτου (3.000.000 δραχμών όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατουμένους ή επιρριπτομένους φόρους και 4.500.000 δραχμών όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά), ενώ συγχρόνως τα ίδια χρέη υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 10.000, 50.000, 120.000 €, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του Ν 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη στο ποσό των 10.000, 50.000, 120.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία πρέπει να καταβληθεί το χρέος όπως προανεφέρθη, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Έτσι σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές κρίσιμα στοιχεία για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστερήσεως καταβολής χρεών προς το δημόσιο που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που εβεβαιώθη το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υποχρέου προσώπου καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ πέραν των δύο μηνών (ή τεσσάρων) από τη λήξη του χρόνου της καταβολής του.

Επίσης πρέπει να εξειδικεύεται στην καταδικαστική απόφαση περί τίνων, φόρων και χρεών γενικώς πρόκειται, αφού δι εκάστην κατηγορίαν αυτών, προβλέπεται διάφορο ύψος ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής του χρέους, απειλείται δε διάφορο πλαίσιο ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδέσσης, δικάσαν κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1142/2009 απόφασή του κατεδίκασε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως είκοσι έξ (26) μηνών (μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως), για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αφού απέρριψε την ένσταση ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος με την εξής αιτιολογία: "Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ. 2 και 321 παρ. 1 στοιχ.

δ'και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή.

Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), δηλαδή ότι "πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθεί εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του".

Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης.

Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης καλύπτεται, καθόσον κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι (ΑΠ 313/2009, 608/2009, 198/2008 "ΝΟΜΟΣ").

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και την εκκαλουμένη απόφαση με αριθμό 1344/13-7-2007 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν παρών στη δίκη, πρότεινε (στην πρωτόδικη δίκη) την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, όπως ειδικότερα αναφέρεται ήτοι: " α) ο χρόνος τέλεσης της πράξης που αναφέρει το κατηγορητήριο είναι ο χρόνος που ενήργησε ο κατηγορούμενος. Η 21-9-2006 είναι ο χρόνος άσκησης της ποινικής δίωξης και αναφέρεται στην περίοδο του έτους 2003. Η οφειλή είναι του έτους 1993 για τον 6° και 7° μήνα. Το Ελληνικό Δημόσιο είχε παρασταθεί ως πολιτική αγωγή για ηθική βλάβη στην άλλη δίκη. Και β) η μήνυση έγινε με παραστατικά της Δ.Ο.Υ. και όχι με παραστατικά του τελωνείου το οποίο, είναι υπεύθυνο για την μήνυση και υποχρεούται να παραστεί". Το Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ανωτέρω ένσταση, ως αβάσιμη. Κατά της πιο πάνω απόφασης ο εκκαλών άσκησε την με αριθμό 117/2007 έκθεση έφεσης, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων μόνο, χωρίς να κάνει καμία αναφορά σε εσφαλμένη απόρριψη της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος.

Συνεπώς, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν προσβάλλει την ως άνω απόρριψη της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με ειδικό λόγο στην έφεσή του, η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτη".

Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδέσσης, όσον αφορά την παρεμπίπτουσα ως άνω απόφασή του διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. για την απόρριψη της σχετικής ενστάσεως προεχόντως ως απαραδέκτου, πέραν του ότι δεν είναι αναγκαίος για τον καθορισμό της πράξεως ο τίτλος εξού εδημιουργήθη το χρέος. Εντεύθεν και οι σχετικοί λόγοι της κρινομένης αναιρέσεως με τους οποίους κατ' εκτίμηση, προβάλλεται απόλυτος ακυρότης εκ του άρθρου 510§1 περ. Α'ΚΠΔ άλλως σχετική (περίπτ. Β') άλλως έλλειψη αιτιολογίας (περίπτ. Δ') άλλως εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διατάξεως (περίπτ. Ε') εις μείζονα έκταση υποστηριζόμενοι, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Επίσης η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε το αίτημα αναβολής της δίκης με την εξής αιτιολογία: "... Το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να κλητευθεί με μέριμνα της εισαγγελίας ο αρμόδιος Προϊστάμενος της ΔΟΥ ..., αφού κοινοποιηθούν στον κατηγορούμενο όλα τα έγγραφα και τα στοιχεία που αναφέρθηκαν στην διαδικασία από τον υπάλληλο της ΔΟΥ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η κατάθεση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ..., ως μάρτυρα, στην παρούσα υπόθεση, δεν είναι αναγκαία για την πληρέστερη έρευνα της υπόθεσης, αφού η κατάθεση του εξετασθέντος ήδη μάρτυρα Θ.

Κ., υπαλλήλου της ΔΟΥ, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, χωρίς να παραμένουν αδιευκρίνιστα και κενά σημεία προς έρευνα, επί πλέον δε ο άνω ήδη εξετασθείς μάρτυρας είναι αρμόδιος, λόγω της άνω ιδιότητάς του, να απαντήσει σε όλα τα αποδεικτέα θέματα του κατηγορητηρίου. Όσον αφορά στην κοινοποίηση στον κατηγορούμενο όλων των εγγράφων και στοιχείων που αναφέρθηκαν στη δίκη από τον πιο πάνω υπάλληλο της ΔΟΥ, το αίτημα αναβολής για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστο, αφού δεν εξειδικεύεται ποια είναι αυτά τα έγγραφα και στοιχεία, πέραν του ότι στη σημερινή δίκη ο άνω μάρτυρας δεν χρησιμοποίησε, ούτε ανέφερε νέα έγγραφα τα οποία δεν υπάρχουν στη δικογραφία.

Επομένως, το ανωτέρω αίτημα αναβολής της δίκης, για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο". Η αιτιολογία αυτή είναι η απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας, έλλειψη ακροάσεως και υπερβάσεως εξουσίας εκ του άρθρου 510§1 στοιχ.

Δ', Β, Η ΚΠΔ αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδέσσης, με αναφορά κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του και δη "τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τις μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο ως άνω συνήγορος που εκπροσώπησε στην παρούσα δίκη τον κατηγορούμενο", εδέχθη ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στη ...

στις 1-6-2002, ενώ είχε βεβαιωθεί σε βάρος του κατηγορουμένου, το χρηματικό ποσό των 1.742.549,53 ευρώ (αποτελούμενο από κύρια οφειλή ύψους 985.047,78 ευρώ και προσαυξήσεις ύψους 757.501,75 ευρώ), το οποίο είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 31-1-2002, (αυτός) ο κατηγορούμενος, αν και παρήλθε η ως άνω προθεσμία των τεσσάρων μηνών, δεν το κατέβαλε προς την ανωτέρω Δ.Ο.Υ.

και εξακολουθεί να το οφείλει μέχρι σήμερα. Το πιο πάνω χρέος του κατηγορουμένου, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 120.000,00 ευρώ, αποτελεί εφάπαξ χρέος του προς το Δημόσιο, που προέρχεται από την χρηματική ποινή, προσαυξημένη κατά 92% καθώς και τα δικαστικά έξοδα ύψους 50.000 δρχ., που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο με βάση την με αριθμό 225-226-227-228 και 235/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών και χρηματική ποινή 174.794.286 δρχ.

για τις αξιόποινες πράξεις της ηθικής αυτουργίας κατ" εξακολούθηση σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου άνω των 50.000.000 δρχ. και της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση. Η παραπάνω κύρια οφειλή του κατηγορουμένου προς το Δημόσιο, ανέρχεται (κατά μετατροπή της από δραχμές σε ευρώ), στο συνολικό ποσό των 985.047,78 ευρώ (ήτοι δικαστικά έξοδα 50.000 δρχ.

και ήδη. 146,73 ευρώ, χρηματική ποινή 174.794,286 και ήδη 512.969,29 ευρώ και προσαυξήσεις επί της χρηματικής ποινής κατά 92% 160.810,743 δρχ. και ήδη 471.931,75 ευρώ) επί της οποίας προστίθενται και προσαυξήσεις ύψους 757.501,75 ευρώ και έτσι το χρέος του κατηγορουμένου προς το Δημόσιο για τις ανωτέρω αιτίες ανέρχεται στο συνολικό 1.742.549,53 ευρώ.

Πρέπει να σημειωθεί όσον αφορά στους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου σχετικά με τα προαναφερθέντα ποινικά αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκε τελεσίδικα με την πιο πάνω απόφαση, αυτοί δεν ασκούν έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής του παραπάνω χρέους του προς το Δημόσιο, ύψους 1.742.549,53 ευρώ, να του αναγνωριστεί όμως, το ελαφρυντικό του ότι αυτός συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την άνω πράξη του (άρθ. 84 παρ. 2 ε' Π.Κ.), διότι αυτό του αναγνωρίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση και συνεπώς δεν επιτρέπεται να καταστεί δυσμενέστερη η θέση του, με την μη αναγνώριση της ανωτέρω ελαφρυντικής περίστασης (άρθ. 470 Κ.Π.Δ.)".

Μετά ταύτα εκήρυξαν ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: Στη ... κατά τον παρακάτω χρόνο καθυστέρησε να καταβάλει χρέος προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένο στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος, από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ:

Συγκεκριμένα: Την 1-6-2002 ενώ είχε βεβαιωθεί σε βάρος του από την Δ.Ο.Υ. ... το χρηματικό ποσό των 1.742.549,53 ευρώ (οφειλή 985.047,78 ευρώ και προσαυξήσεις 757.501,75 ευρώ), που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο στις 31-1-2002, καθυστέρησε την καταβολή του για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος του από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Αναγνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε χαλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την άνω πράξη του (άρθ. 84 παρ. 2 ε' Π.Κ.). Με τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδέσσης διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25§1 εδ γ' Ν 1882/1990, ως αντ/θη με το άρθρο 23§1 ν. 2523/1997 εδ γ' και η §1 αντ/θη με το άρθρο 34§1 Ν 3220/2004) και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει.

Ειδικότερα αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβεν υπ' όψιν του για την καταδικαστική του κρίση, την αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, το ύψος αυτού με τα ποσά, τα οποία το αναβιβάζουν εις 1.742.549,53 ευρώ, αφού και η χρηματική ποινή επιβαλλομένη υπό των ποινικών δικαστηρίων με αμετάκλητες αποφάσεις αποτελεί χρέος προς το Ελληνικό Δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 25§1 Ν 1882/1990, το οποίο μετά την βεβαίωσή του στο δημόσιο ταμείο καθίσταται απαιτητό, δεν πρόκειται δε ενταύθα για στερητική της ελευθερίας ποινή, μετατραπείσα εις χρηματική, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων.

Επίσης αναφέρει (η απόφαση τον τρόπο πληρωμής του χρέους, ότι δηλαδή, πρόκειται για εφ' άπαξ καταβλητέο χρέος, τον ακριβή χρόνο της βεβαιώσεώς του, ότε και κατέστη ληξιπρόθεσμο (31/1/2002), την μη καταβολή του στην προθεσμία των τεσσάρων μηνών από της τελευταίας χρονολογίας, ορθώς δε εφαρμόσθηκαν οι άνω νόμοι που ίσχυσαν για το εν λόγω αδίκημα ως και ο τελευταίος τοιούτος ευμενέστερος, κατά τα άνω εκτεθέντα δια τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα, και συνεπώς ούτος αβασίμως περί αυτού αιτιάται.

Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, εις μεγάλη έκταση της αιτήσεως εκτιθέμενοι, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς και υπό την επίκλησή των ο αναιρεσείων αιτιάται ιδία δια του υπολογισμού του χρέους και το είδος αυτού ως και την διαδικασίαν επιβολής του, αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι πλήττουν την ουσία της υποθέσεως.

Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ'όσον οι ισχυρισμοί αυτοί είναι πράγματι αυτοτελείς και δεν είναι αρνητικοί της κατηγορίας τοιούτοι? είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι που προβάλλονται κατά τα άρθρα 170 § 2 και 332 § 2 ΚΠΔ στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο αυτού και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ'όσον βέβαια προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να τους αξιολογήσει, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που τους στοιχειοθετούν και αφού τους εξετάσει να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μετά την πρόταση του Εισαγγελέως επί της ενοχής, "ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου ... αιτήθηκε την απαλλαγή του. Άλλως ζήτησε να του αναγνωριστούν τα ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων (ένδεια) και της μεταγενέστερης άριστης διαγωγής για το διάστημα μέχρι σήμερα" όπερ του είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως.

Ούτως όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 στοιχ. β' ΠΚ υπεβλήθη όλως αορίστως χωρίς συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και, εντεύθεν, το δικαστήριο δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει, πέραν του ότι ως εκ περισσού απήντησε και τον απέρριψεν, εάν δε δεν προβληθεί σαφώς και ορισμένως ο σχετικός ισχυρισμός δεν αρκούν οι ειδικές ερωτήσεις στους μάρτυρες, αναφορικά με την οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του κατηγορουμένου, προς απόδειξή του, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ούτος, με τις αιτιάσεις του.

Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας από την απόφαση, όσον αφορά την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού και περί παραβιάσεως εκ πλαγίου της διατάξεως της προβλεπούσης την ρηθείσα ελαφρυντική περίσταση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 99 § 1 ΠΚ "Αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί δε σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων".

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 100 ΠΚ "Αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών και συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 99, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα ...". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αναστολή εκτελέσεως της ποινής διατάσσεται από το δικαστήριο για ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών ετών, στην περίπτωση (δηλαδή) του άρθρου 99, μάλιστα χωρίς αίτημα, στην του άρθρου 100 δε για ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη των δύο και μέχρι τριών ετών, με αίτημα επί του οποίου, σε περίπτωση απορρίψεώς του, πρέπει να υπάρχει αιτιολογία.

Στην κρινομένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Εδέσσης την επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως των είκοσι έξ (26) μηνών μετέτρεψε εις χρηματικήν με την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 παρ. 1 του ΠΚ, αν κάποιος, που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερη των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί δε σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία του στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 ΠΚ είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 1 ΠΚ, η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος, μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιβλήθηκε σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου η προαναφερόμενη ποινή φυλακίσεως των είκοσι έξι (26) μηνών, η οποία, ενόψει των ανωτέρω, δύναται να μετατραπεί, καθόσον, εν προκειμένω, αποκλείεται η εφαρμογή της προρρηθείσας διάταξης του άρθρου 99 παρ. 1 ΠΚ, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από το αντίγραφο ποινικού μητρώου που υπάρχει στη δικογραφία, δεν πληρούνται οι απαραίτητες εκ του νόμου προϋποθέσεις για την αναστολή εκτέλεσης της ανωτέρω επιβληθείσας ποινής.

Συνεπώς, μετά τα ανωτέρω, η προρρηθείσα ποινή φυλάκισης των είκοσι έξι (26) μηνών που επιβλήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου, πρέπει να μετατραπεί σε χρηματική ποινή". Η αιτιολογία αυτή της μετατροπής είναι ειδική και αιτιολογημένη, και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, υποστηρίζων ότι η προσβαλλομένη απόφαση "ηρκέσθη στην παραδοχή ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 99 § 1 ΠΚ, χωρίς να βεβαιώσει τι προκύπτει ώστε να μην συντρέχει περίπτωση αναστολής", υπαρχούσης, εντεύθεν, ελλείψεως αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' άρθρο 82 § 2 εδ. τελ, όπως ισχύει, "Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα τρία, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου ειδικά αιτιολογημένη, να μετατραπεί σε χρηματική, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η μετατροπή αρκεί για να αποτρέψει το δράστη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων", § 3 "Το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπ' όψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασμένου.

Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό τεσσάρων ευρώ και σαράντα λεπτών (4,40) έως πενήντα εννέα (59) ευρώ ...", § 4 "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών". Εξ άλλου κατά την υπ' αριθμ. 58554/ κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 77628/6/2006 Αναπροσαρμογή ποσών της μετατροπής των στερητικών της ελευθερίας ποινών, αναπροσηρμόσθη το ποσό της μετατροπής των στερητικών της ελευθερίας ποινών ως εξής: "κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε πέντε (5,00) ευρώ έως πενήντα εννέα (59,00) ευρώ" αντί τέσσερα και σαράντα (4,40) ευρώ έως πενήντα εννέα (59,00) ευρώ που ίσχυε μέχρι σήμερα ..." η δε απόφαση αυτή αρχίζει να ισχύει ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή της (19 Ιουνίου 2006).

Στην κρινομένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας την άνω ποινή, στερητική της ελευθερίας, των 26 μηνών μετέτρεψε, όπως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, προς 5,00 ευρώ ημερησίως, "λαμβανομένης υπ' όψη της οικονομικής καταστάσεως του κατηγορουμένου", καθ' ό εδικαιούτο να αυξήσει το ελάχιστο όριο των 4,40 € ημερησίως όπερ ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, χωρίς εξ αυτού ουδεμία έλλειψη ή ασάφεια να υπάρχει.

Εντεύθεν και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του νόμου, κατά λέξη "αφού δεν διευκρίνισε αν η μετατροπή σε 5€ ημερησίως, ενώ κατά το χρόνο τέλεσης ήταν 4,40 ημερησίως, αποτελεί το ελάχιστο της επαπειλουμένης ή αν δέχτηκε ως ελάχιστο αυτής το ποσό των 4,40 € ημερησίως που προσαύξησε", είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Μετά πάντα ταύτα και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Μαρτίου 2010 αίτηση του Ι. Ε. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1142/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Εδέσσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αποβιωσάσης της Γραμματέως, το παρόν πρακτικό συντάσσεται και υπογράφεται από τη Γραμματέα Αικατερίνη Φωτοπούλου, κατόπιν της υπ' αριθμό 152/2010 Πράξεως του Προέδρου του Αρείου Πάγου

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ