Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding procedural law changes and jurisdictional errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling it inadmissible due to procedural law changes and jurisdictional errors. The appellants argued the lower court failed to order evidence for specific claims and erred in subject-matter jurisdiction, but the court found these grounds invalid under current law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the costs of the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArt. 24 para. 1a of the Code of Civil Procedure; Art. 17 para. 2 of Law 2915/2001: Appeals are inadmissible if the legal basis for the appeal was abolished by subsequent legislation before the appeal decision was published.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1957 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1957/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Χ1, 2. Χ2, η οποία απεβίωσε στις ...... και κληρονομήθηκε από τους: α. Χ2Α, β. Χ2Β και γ. Χ2Γ, 3. Χ3, κατοίκου ......, 4. Χ4, κατοίκου ......, 5. Χ5, η οποία απεβίωσε στις ...... και κληρονομήθηκε από τους: α. Χ5Α, β. Χ5Β και γ. Χ5Γ, 6. Χ6, κατοίκου ......, 7. Χ7, κατοίκου ......, 8. Χ8, κατοίκου ...... . Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά. Οι υπόλοιποι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των Α. αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπουλίδη και
Β. αναιρεσιβλήτου-καθού η κλήση: Ψ2, πρώην κατοίκου ...... και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-2-2000 και 18-5-2000 αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30426/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 712/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-4-2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 398/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 25-5-2007 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 4-11-2005 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Γεωργίου Καπερώνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26-4-2002 αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις εκθέσεις επιδόσεως α) ...... και ...... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...... και ...... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ......, β) ......, ...... και ...... της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών ...... και γ) ......, ......, ...... και ...... της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών ......
και ...... του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ......, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι - καλούντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 26-4-2002 αίτησης αναίρεσης με την από 25-5-2007 κλήση τους, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κλήσης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε η αναφερομένη στην αρχή της αποφάσεως αυτής, με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 1) δεύτερο, τετάρτη και τρίτη των καθ' ων η κλήση, ως μόνους εγγυτέρους συγγενείς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αρχικής αναιρεσείουσας Χ2 η οποία απεβίωσε στις 24-4-2006 (βλ.
ανωτέρω υπό στοιχ. (α) εκθέσεις επιδόσεως, αντίστοιχα), 2) έβδομο, όγδοη και ένατη των καθ' ων η κλήση, ως μόνους εγγυτέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αρχικώς αναιρεσείουσας Χ5, η οποία απεβίωσε στις 17-12-2002 (βλ. ανωτέρω υπό στοιχ. (β) εκθέσεις επιδόσεως, αντίστοιχα) και 3) πέμπτη, έκτο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο των καθ' ων η κλήση - αναιρεσειόντων (βλ.
ανωτέρω υπό στοιχ. (γ) εκθέσεις επιδόσεως, αντίστοιχα). Τέλος, από τις εκθέσεις επιδόσεως ...... και ...... της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι - καλούντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφο αφ' ενός της αίτησης αναίρεσης (......) και αφ' ετέρου της προαναφερθείσας κλήσης με τη συνημμένη σ' αυτή ως άνω πράξη (......), επιδόθήκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον αγνώστου διαμονής τρίτο αναιρεσίβλητο Ψ3, δωδέκατο των καθ' ων η κλήση.
Παράλληλα, περιλήψεις των ως άνω δικογράφων (αναίρεσης και κλήσης) δημοσιεύθηκαν στις ημερήσιες εφημερίδες "......" (31-10-2007) που εκδίδεται στην ...... και "......" Μακεδονίας - Θράκης (31-10-2007). Όμως, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες και ο τρίτος αναιρεσίβλητος Ψ3, δεν εμφανίσθηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 εδαφ. α' και γ' ΚΠολΔ).-
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 573 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνεται η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικώς, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αποδέχεται, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΚΠολΔ 578, Ολ.
ΑΠ 20/2005, Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 651/2002). Περαιτέρω, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται ο ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε (ΑΠ 339/2003 ΕλλΔ 45.427).
Επομένως ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων, 1) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτή πραγματικά περιστατικά και 2) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 20/2005, 32/1996, 27/1998). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την περί αναγνωρίσεως της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και, παράλληλα, να απορρίψει, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την περί αναγνωρίσεως της κυριότητας του ίδιου επιδίκου ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων, παραβίασε ευθέως κανόνες ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα αυτόν του άρθρου 1045 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Όμως, οι αναιρεσείοντες δεν παραθέτουν στο αναιρετήριο τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, ως θεμελιωτικά της πιο πάνω κρίσης του, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέσθηκε η προβαλλόμενη, απ' αυτούς παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου της μόνης επικαλούμενης από τους ίδιους ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, ούτε αναφέρουν το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος.
Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.
ΑΠ 3/97, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1508/2004). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του, που προέβαλε ενώπιόν του και οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι "καταβάλαμε και ημείς κατά το αναλογούν εις ημάς τίμημα δια το όλον ακίνητον και κατά το ποσοστόν μας, ότι ηρνήθημεν να κατέχει τούτο ο δικαιοπάροχος των αντιδίκων δια λογαριασμόν του, αλλά κατ' εντολήν μας και άνευ ανταλλάγματος, ανεζητήσαμε δε από κοινού εργολα'βου δια την αξιοποίησίν του, προέβημεν εις την αποδοχήν κληρονομίας έκαστος εξ ημών, του κατεβάλαμε προσέτι έκαστος τους αναλογούντας φόρους".
Όμως, οι εν λόγω ισχυρισμοί και ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του, ασχολήθηκε και με αυτούς, πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που αναφέρεται ση μείζονα σκέψη, αλλά άρνηση της αγωγής των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων για την υποστήριξη των απόψεών τους ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι δεν κατέστησαν κύριοι του επιδίκου αλλά αυτοί (αναιρεσείοντες) και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1α του ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση. Εξάλλου, με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρ. 15 του Ν. 2943/2001), απαλείφθηκε η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που όριζε ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για τα πράγματα που δέχθηκε.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, μέρος δεύτερο, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθ. 10 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν διέταξε απόδειξη ως προς τους περιεχομένους στο αναιρετήριο αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (4-3-2002) είχε ήδη καταργηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη τω διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι επί αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο επί αναρμοδιότητας του Εφετείου και όχι και του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ακόμη και αν το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως (Ολ. ΑΠ 3/1991 Ελλ.Δικ. 1991, 748). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, μέρος πρώτο, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι αρμόδιο καθ' ύλη Δικαστήριο, προς εκδίκαση πρωτοδίκως της ένδικης διαφοράς, ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης άλλως το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ως προς την εκ του αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβαλλομένη αιτίαση, ο ίδιος λόγος, μέρος δεύτερο, είναι απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις περί καθ' ύλην αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου είναι δικονομικού δικαίου, οι οποίες δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2002 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 712/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ2, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ