Supreme Court dismisses State's appeal against lower court's property ownership ruling due to lack of evidence for forest land claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Regional Court of Corfu's decision confirming the plaintiff's exclusive ownership of disputed properties. The State argued that part of the land was forest territory, but the lower court found this claim unproven as no evidence established the properties' forest character. The Court held that the appeal's sole ground, alleging a procedural error regarding evidence evaluation, was invalid because the assessment of evidence is not subject to appellate review under Greek civil procedure law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 561, No. 1: The Supreme Court reviews appeals against judgments where the lower court has not committed a procedural error under Article 559, No. 1, as the evaluation of evidence is exclusively within the lower court's discretion and not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1956 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1956/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Ξ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-1-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική).
Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα, μετ` αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 303/2021, ΑΠ 600/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ.
ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.
Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο.
Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις" (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 74/2023, ΑΠ 586/2023, ΑΠ 144/2022, ΑΠ 125/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 6.12.2023, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, είχε επισπεύσει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ότι ο αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από την υπ` αριθ. 8919Α/30.9.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου ..., διορισμένης στο Πρωτοδικείο ...
Ε. Σ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 16.1.2019 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Γ' τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6.12.2023 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τον Δικηγόρο του Δ.Σ. ...
Κ. Σ., ως αντίκλητο του μη εμφανισθέντος αναιρεσιβλήτου, ο οποίος τον εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, στις 14.10.2016, ήτοι στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 6/2017 απόφασή του. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, κατ` άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
γ` ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του. Με την κρινόμενη από 16.1.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 6/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την υπ' αριθ. 256/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 255/2010).
Δεν αποτελεί "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής, της ανταγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (AΠ 19/2022, AΠ 261/2016, AΠ 1074/2011). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζονται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 19/2022).
Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 13/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα έκανε δεκτό τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, παρότι δεν προσκόμισε προς τούτο κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα : "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, πλην της υπ' αριθμ. ..../11-10-2016 ενόρκου βεβαιώσεως του Φ.
Λ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου ... η οποία ελήφθη επιμελεία του εφεσιβλήτου, αλλά δεν λαμβάνεται υπόψη ως ανύπαρκτη, καθόσον το εκκαλούν δεν κλητεύθηκε δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την δόση της ενόρκου βεβαιώσεως (βλ. την υπ' αριθμ. 326Γ/10-10-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ....
Μ. Γ. - άρθρ. 270 παρ. 2, εδάφ. γ', 421 και 422 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα δύο τελευταία άρθρα προστέθηκαν με το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο του Ν. 4.335/2015), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με άτυπη αγορά, η οποία καταρτίσθηκε το έτος 1975, ο ενάγων αγόρασε από τον Κ. Η. Σ. τα ακόλουθα τέσσερα (4) επίδικα ακίνητα, τα οποία βρίσκονται στο Δ.Δ.
Πλαισίου του Δήμου ...: 1) έναν ελαιώνα, με τα επ' αυτού είκοσι (20) ελαιόδενδρα, στην θέση "...", εκτάσεως 2.892 τετραγωνικών μέτρων, ο οποίος συνορεύει με άλλη ιδιοκτησία του και με ιδιοκτησίες Ελληνικού Δημοσίου και αγνώστου προσώπου, 2) έναν ελαιώνα, με τα επ' αυτού σαράντα πέντε (45) ελαιόδενδρα, στην θέση "ΠΛΑΙΣΙΟ", εκτάσεως 4.544 τετραγωνικών μέτρων, ο οποίος συνορεύει με ιδιοκτησίες Ελληνικού Δημοσίου, 3) έναν ελαιώνα, με τα επ' αυτού είκοσι πέντε (25) ελαιόδενδρα, στην θέση "...", εκτάσεως 2.158 τετραγωνικών μέτρων, ο οποίος συνορεύει με ιδιοκτησίες Ελληνικού Δημοσίου και Σ.
Μ. και 4) έναν ελαιώνα, με τα επ' αυτού τριάντα (30) ελαιόδενδρα, στην θέση "Κ.(Ν.), εκτάσεως 3.750 τετραγωνικών μέτρων, ο οποίος συνορεύει με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου, αγνώστου προσώπου, Π. Α. και Σ.Σ.. Από το έτος 1975 και για τον εφεξής χρόνο, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ο ενάγων νέμεται και κατέχει τα ακίνητα αυτά διανοία κυρίου, ασκώντας επ' αυτών πράξεις νομής που αρμόζουν σε ιδιοκτήμονα και, ειδικότερα, εποπτεύει, φροντίζει και περιποιείται αυτά και συλλέγει τον καρπό των ελαιοδένδρων.
Ο απώτερος δικαιοπάροχός του Κ. Η. Σ. νέμονταν και κατείχε τα επίδικα ακίνητα, ασκώντας επ' αυτών, διανοία κυρίου, τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής, ως κληρονόμος του πατέρα του Η. Σ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1940, από το έτος αυτό. Τέλος, ο τελευταίος, τουλάχιστον δέκα (10) έτη πριν την 20η Μαΐου 1917 και μέχρι τον επισυμβάντα θάνατό του, το έτος 1940, ασκούσε, διανοία κυρίου, επί των εν λόγω ακινήτων, ως καλλιεργησίμων γαιών, πράξεις νομής, ήτοι καλλιεργούσε δημητριακά και αργότερα φύτευσε επ' αυτών ελαιόδενδρα και άλλα καρποφόρα δένδρα.
Έτσι, ο ενάγων κατέστη κύριος των ως άνω ακινήτων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτά, διανοία κυρίου, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ενώ τα ακίνητα αυτά, ως καλλιεργήσιμες γαίες κατά το οθωμανικό δίκαιο, ήταν δεκτικά εξουσιάσεως (μονίμου εγκαταστάσεως) και, εν συνεχεία, διηνεκούς εξουσιάσεως και, πλέον, χρησικτησίας.
Όλα τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται και από την σαφή και κατηγορηματική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για την οποίαν το Δικαστήριο δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει, δεδομένου ότι δεν ανατρέπεται από κανένα άλλο προσαγόμενο αποδεικτικό στοιχείο.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι μέρος των επιδίκων είναι δασική έκταση, δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος κατ' ουσίαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς να αρκεί για την κατάφαση του ισχυρισμού του αυτού το προσαγόμενο υπ' αριθμ. πρωτ. 1599/Οκτώβριος 2010 έγγραφο της Διευθύνσεως Δασών ...
καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα είχαν ή έχουν, μερικώς ή ολικώς, τον χαρακτήρα δασικής εκτάσεως. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι τα ως άνω ακίνητα κτηματογραφήθηκαν από τον ΟΚΧΕ και έλαβαν ΚΑΕΚ 18072 09 01 014/0/0, ΚΑΕΚ 18072 14 01 037/0/0, ΚΑΕΚ 18072 14 01022/0/0 και ΚΑΕΚ 18072 09 01 017/0/0, αντιστοίχως, πλην, όμως, καταχωρήθηκαν, στις αρχικές πρώτες εγγραφές, ως ανήκοντα στην αποκλειστική κυριότητα του εναγομένου, γεγονός το οποίο τυγχάνει εσφαλμένο και ανακριβές, δεδομένου ότι, κατά τα προαναφερθέντα, αποκλειστικός κύριος αυτών είναι ο ενάγων." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή.
Από την ως άνω παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για το σχηματισμό του πορίσματός του, περί ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου με έκτακτη χρησικτησία επί των επιδίκων ακινήτων, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που ειδικά μνημονεύονται σ` αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως που περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, χωρίς να δεχθεί πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, λόγω του προνομίου της ατέλειας που απολαμβάνει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 19 παρ.1 του δ. της 26-6/10-7-1944 σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931 (ΦΕΚ Α' 239/1931), σε κατάθεση του προβλεπομένου από το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ παραβόλου για την άσκηση αναίρεσης και τούτο δεν έχει κατατεθεί, ώστε να τίθεται θέμα απόδοσής του.
Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος για τον απόντα αναιρεσίβλητο, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.1.2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 6/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ