Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court correctly relied on indirect admission of payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Evia, finding no grounds for review. The appellant argued that the lower court erred by accepting unproven payment claims based on indirect admission, while the respondent did not appear. The court ruled that the First Instance Court correctly relied on evidence other than the disputed admission and that the appeal lacked sufficient legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds for review are unfounded, and the lower court's reliance on indirect admission does not constitute an error when supported by other evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1956 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1956/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρύδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/3/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου … Κ. Κ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επέσπευσε τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 22-3-2019 και με αριθμό κατάθεσης 99/9/2019 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού αρχικής δικασίμου την 6-4-2020, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με κλήση να παραστεί στην συζήτηση.
Κατά την παραπάνω δικάσιμο η υπόθεση ματαιώθηκε δυνάμει της με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οι. 21159 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 1074/27-3-2020), για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας έναντι του Covid 19 και προσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (11-1-2021), εγγράφηκε δε στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, της εγγραφής αυτής επέχουσας ισχύ κλήτευσης όλων των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του ν.4690/2020 (ΦΕΚ Α' 104 3-5-2020).
Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία της.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 32/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε στην ουσία της η από 13-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 3205/248/2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 331/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 8-10-2014 και με αριθμό κατάθεσης 685/2014 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του καταβάλει το ποσό των 120.000 ευρώ, νομιμοτόκως, ευθυνόμενος κυρίως από σύμβαση δανείου και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ. Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική, χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία, εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίριοι μετέχουν μόνο ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων, που δημιουργεί η δράση του εμφανούς εταίρου, συμμετέχοντας μόνο στην κατανομή των κερδών και ζημιών, που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω δεν υπάρχει ανάπτυξη του εταιρικού δεσμού, αλλά εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 178/2022, ΑΠ 1381/2021, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1234/2015, ΑΠ 1435/2014, ΑΠ 846/2012, ΑΠ 1038/2010, ΑΠ 393/2006).
Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 του ΕμπΝ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 294 παρ.2 του Ν.4072/2012 και εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση κατά το άρθρο 294 παρ.1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ.
αυτού, συνιστάται ατύπως, χωρίς δηλαδή να είναι αναγκαία η τήρηση τύπου (ΑΠ 178/2022, ΑΠ 1381/2021, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 535/2011, ΑΠ 911/2011), εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής (ΑΠ 1359/2009, ΑΠ 1324/2007, ΑΠ 1635/2006), έστω και αν αποβλέπει στην επιχείρηση δικαιοπραξιών, που υποβάλλονται κατά νόμο σε ορισμένο τύπο (ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011) και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων.
Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται καθετί, που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομά του, να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 178/2022, ΑΠ 1381/2021, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 227/2012, ΑΠ 860/2002, ΑΠ 823/2001, ΑΠ 1629/2001).
Ο σχηματισμός της εταιρείας, οι εισφορές των εταίρων, η αναλογία συμμετοχής τους στα κέρδη και στις ζημιές της εταιρείας και όλα γενικώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους εξαρτώνται από τις συμφωνίες των εταίρων, συμπληρωματικά δε μόνον, επί μη υπάρξεως συμφωνίας για ορισμένο ζήτημα, εφαρμόζονται (άρθρο 18 Ε.Ν) οι περί εταιρειών διατάξεις (άρθρο 741 επ.
ΑΚ), υπό την προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας, ως εσωτερικής εταιρείας, που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της (ΑΠ 178/2022 ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011, ΑΠ 1359/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 806 του ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Ο ενάγων ασχολούνταν επαγγελματικά με την εκτέλεση ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εργασιών ενώ ο εναγόμενος ασκούσε την επαγγελματική δραστηριότητα του μεσίτη και, παράλληλα, ετύγχανε μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της εταιρίας "...." η οποία είχε ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών μεσιτείας καθώς επίσης και την πώληση και κατασκευή ακινήτων και δραστηριοποιούνταν κυρίως στην περιοχή της ....
Στα πλαίσια των ανωτέρω επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους οι διάδικοι, οι οποίοι κατοικούσαν στην…, γνωρίζονταν από παλιά και πολλές φορές ο ενάγων είχε αναλάβει την εκτέλεση ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εργασιών σε οικοδομές που κατασκεύαζε ο εναγόμενος και ως εκ τούτου είχαν αναπτυχθεί μεταξύ τους και φιλικές σχέσεις.
Κατά τον … του έτους … ο εναγόμενος και ο Ο. Κ., ο οποίος επίσης ετύγχανε κτηματομεσίτης που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή της …, διαπραγματεύονταν με την Ε. Κ. την αγορά ενός οικοπέδου ιδιοκτησίας της, συνολικού εμβαδού 8.170,34 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή … της … και για το σκοπό αυτό είχαν συνάψει μαζί της το με ημερομηνία 8-8-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό βάσει του οποίου είχαν συμφωνήσει την αγορά του ως άνω ακινήτου αντί τιμήματος 320.000,00 ευρώ το οποίο επρόκειτο να καταβληθεί σε δόσεις σύμφωνα με τους όρους του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού.
Ο εναγόμενος και ο Ο. Κ. είχαν σκοπό μετά την αγορά του παραπάνω ακινήτου και την πολεοδομική τακτοποίησή του, να κατατμήσουν αυτό σε μικρότερα οικόπεδα τα οποία θα μεταπωλούσαν σε τρίτους και κατ' αυτό τον τρόπο θα αποκόμιζαν κέρδος, θεωρούσαν δε ότι επρόκειτο για πολύ καλή επιχειρηματική κίνηση εφόσον το προσδοκώμενο κέρδος θα ανερχόταν σε υψηλά επίπεδα.
Την ως άνω δραστηριότητα πληροφορήθηκε και ο ενάγων λόγω των φιλικών σχέσεων που διατηρούσε με τον εναγόμενο και ζήτησε να συμμετάσχει και ο ίδιος προκειμένου να αποκομίσει σημαντικό κέρδος από τη μεταπώληση των οικοπέδων που θα προέκυπταν μετά την κατάτμηση του ανωτέρω ακινήτου. Κατόπιν συζητήσεων μεταξύ των διαδίκων και του Ο.
Κ. αποφασίστηκε να συμμετέχει και ο ενάγων στο πιο πάνω επιχειρηματικό σχέδιο πλην όμως, η συμμετοχή του θα ήταν αφανής, δηλαδή χωρίς να καταστεί γνωστή στην ως άνω πωλήτρια Ε. Κ. αφού υπήρχε περίπτωση αυτή να απαιτήσει μεγαλύτερο τίμημα για την πώληση του ακινήτου της εάν μάθαινε ότι θα συμμετείχε και έτερο πρόσωπο στη συμφωνηθείσα αγοραπωλησία εκτός του εναγομένου και του Ο.
Κ.. Κατόπιν τούτων οι διάδικοι και ο Ο. Κ. συμφώνησαν να καταβάλει ο ενάγων ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά του ημίσεως ακινήτου της Ε. Κ., δηλαδή το ποσό των 160.000,00 ευρώ, ενώ ο εναγόμενος και ο Ο. Κ. ανέλαβαν την υποχρέωση να του επιστρέψουν το εν λόγω ποσό καθώς επίσης και το ποσό των 80.000,00 ευρώ (δηλαδή από 40.000,00 ευρώ έκαστος των εναγομένου και Ο.
Κ.) το οποίο αντιστοιχούσε στο 1/3 του προσδοκώμενου κέρδους από την αγορά του ως άνω ακινήτου και, στη συνέχεια, τη μεταπώληση μικρότερων τεμαχίων του σε τρίτους και κατ' αυτό τον τρόπο ο ενάγων θα λάμβανε το συνολικό ποσό των 240.000,00 ευρώ, δηλαδή 120.000,00 ευρώ από καθέναν από τους εναγόμενο και Ο. Κ., στο οποίο θα συμπεριλαμβάνονταν και το ποσό που είχε καταβάλει και το ποσό του κέρδους του από την ως άνω επιχειρηματική δραστηριότητα.
Προς επίρρωση της ανωτέρω συμφωνίας (την οποία αφενός μεν δεν αρνείται ο εναγόμενος, αφετέρου δε προκύπτει και από το με ημερομηνία 26-8-2008 χειρόγραφο σημείωμα που συνέταξε ο ενάγων και δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο παρά το ότι τούτο δεν φέρει υπογραφές) αλλά και προς εξασφάλιση του ενάγοντος, τόσο ο εναγόμενος όσο και ο Ο.
Κ. εξέδωσαν σε διαταγή του ενάγοντος από μία τραπεζική επιταγή, ποσού 120.000,00 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του ενάγοντος, τις οποίες και παρέδωσαν στον ενάγοντα χωρίς να συμπληρώσουν την ημερομηνία έκδοσής τους αφού συμφώνησαν ότι ο ενάγων θα συμπλήρωνε την ημερομηνία έκδοσης και θα εμφάνιζε τις επιταγές προς πληρωμή μόνον στην περίπτωση που δεν τηρούνταν οι όροι της πιο πάνω συμφωνίας τους για την εκπλήρωση της οποίας ορίστηκε προθεσμία ενός έτους σε σχέση με το ποσό που ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει ο Ο.
Κ. και είκοσι μηνών αναφορικά με το ποσό που ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει ο εναγόμενος, δικαιολογούμενης της διαφοροποίησης της ταχθείσας προθεσμίας από τις φιλικές σχέσεις που διατηρούσε ο ενάγων με τον εναγόμενο αλλά και από την προηγούμενη επαγγελματική συνεργασία τους. Πιο συγκεκριμένα, ο εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο την υπ' αριθμό … επιταγή, ποσού 120.000,00 ευρώ, πληρωτέα από την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." ενώ ο Ο.
Κ. εξέδωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο την υπ' αριθμό … επιταγή, ποσού 120.000,00 ευρώ, πληρωτέα από την τράπεζα "Eurobank EFG". Κατόπιν των ανωτέρω καταρτίστηκε μεταξύ της ιδιοκτήτριας του παραπάνω ακινήτου Ε. Κ., του εναγομένου και του Ο. Κ. το υπ' αριθμό … προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου … Θ.
Τ. βάσει του οποίου συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος και ο Ο. Κ. θα αγόραζαν από την ως άνω ιδιοκτήτρια οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, έκτασης 4.245,50 τ.μ., που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού "…" και με το ειδικότερο τοπωνύμιο "…" της κτηματικής περιοχής …, αντί τιμήματος 160.000,00 ευρώ το οποίο επρόκειτο να καταβληθεί σε δύο δόσεις εντός του μήνα Σεπτεμβρίου 2008 κατά τους ειδικότερους όρους του εν λόγω προσυμφώνου.
Ακολούθως, σε εκτέλεση του προαναφερόμενου επιχειρηματικού σχεδίου των διαδίκων και του Ο. Κ., το ως άνω ακίνητο τακτοποιήθηκε πολεοδομικά με δαπάνες του εναγομένου και του Ο. Κ. και στη συνέχεια κατατμήθηκε σε επτά μικρότερα οικόπεδα εμβαδού 1.039,00 τ.μ., 1.001,03 τ.μ., 342,04 τ.μ., 377,48 τ.μ., 390,05 τ.μ., 556,17 τ.μ. και 538,94 τ.μ.
αντίστοιχα εκ των οποίων: α) Το οικόπεδο εμβαδού 1.039,00 τ.μ. πωλήθηκε από τον εναγόμενο και τον Ο. Κ. στον Ι. Λ. του Σ. δυνάμει του υπ' αριθμό … συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Θ. Τ. αντί τιμήματος 76.596,52 ευρώ το οποίο καταβλήθηκε από τον αγοραστή με επιταγή που εκδόθηκε στο όνομα του ενάγοντος και του Ο.
Κ. (βλ. το με ημερομηνία 31-3-2009 έγγραφο της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.". β) Το οικόπεδο εμβαδού 377,48 τ.μ. πωλήθηκε από τον εναγόμενο και τον Ο. Κ. στην Δ. Τ. του Α. δυνάμει του υπ ' αριθμό … συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Θ. Τ. αντί τιμήματος 24.000,00 ευρώ, γ) Το οικόπεδο εμβαδού 556,17 τ.μ. πωλήθηκε από τον εναγόμενο και τον Ο.
Κ. στους Π. Μ. του Ι. και Ε. Α. του Δ. δυνάμει του υπ' αριθμό … συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Θ. Τ. αντί τιμήματος 35.000,00 ευρώ, δ) Το οικόπεδο εμβαδού 342,04 τ.μ. πωλήθηκε από τον εναγόμενο και τον Ο. Κ. στην Α. χήρα Κ. Γ. δυνάμει του υπ' αριθμό … συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου … Ν.Αττικής Α.
Σ. αντί τιμήματος 26.000,00 ευρώ, ε) Το οικόπεδο εμβαδού 538,94 τ.μ. πωλήθηκε από τον εναγόμενο και τον Ο. Κ. στον Ν. Γ. του Δ. δυνάμει του υπ' αριθμό … συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Θ. Τ. αντί τιμήματος 35.000,00 ευρώ, στ) Το οικόπεδο εμβαδού 1.001,03 τ.μ. πωλήθηκε από τον εναγόμενο και τον Ο. Κ. στην Μ. Μ. του Δ.
δυνάμει του υπ' αριθμό … συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Θ. Τ. αντί τιμήματος 70.000,00 ευρώ. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι μεταξύ των ως άνω τριών εταίρων είχε συμφωνηθεί ότι ο ενάγων θα λάμβάνε από το τίμημα της καθεμίας από τις ανωτέρω αγοραπωλησίες ποσοστό που αντιστοιχούσε στο καταβληθέν από τον ίδιο κεφάλαιο των 160.000,00 ευρώ ενώ το υπόλοιπο μέρος του τιμήματος θα μοιραζόταν σε τρία ισόποσα μέρη ώστε καθένας από τους εταίρους να λάβει το αντίστοιχο κέρδος του (βλ.
ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης και την υπ' αριθμό … ένορκη βεβαίωση του Ο. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλκίδας που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο). Με βάση την παραπάνω συμφωνία ο ενάγων έλαβε από το τίμημα της πρώτης από τις παραπάνω αγοραπωλησίες το ποσό των 51.658,21 ευρώ καθώς επίσης και το ποσό των 3.233,33 ευρώ που αντιστοιχούσε στο κέρδος που αποκόμισε από την ανάληψη εκ μέρους των ανωτέρω εταίρων κατασκευής μίας ισόγειας οικίας, εμβαδού 60,00 τ.μ.
περίπου, στο πρώτο από τα πωληθέντα οικόπεδα κατ' εντολή του αγοραστή Ι. Λ.. Περαιτέρω, από τη δεύτερη από τις προαναφερόμενες αγοραπωλησίες ο ενάγων έλαβε το ποσό των 17.484,81 ευρώ, από την τρίτη αγοραπωλησία το ποσό των 25.641,37 ευρώ, από την τέταρτη αγοραπωλησία το ποσό των 17.261,24 ευρώ, από την πέμπτη αγοραπωλησία το ποσό των 25.208,43 ευρώ και από την έκτη αγοραπωλησία το ποσό των 48.658,21 ευρώ και κατ' αυτό τον τρόπο ειαέπραξε το συνολικό ποσό των 189.145,60 ευρώ. (51.658,21 + 3.233,3 + 17.484,81 + 25.641,37 + 17.261,24 + 25.208,43 + 48.658,21), γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ειδικότερο από τον ενάγοντα.
Από το ανωτέρω ποσό το ποσό των 160.000,00 ευρώ αντιστοιχούσε στο ποσό που είχε καταβάλει για την αγορά του παραπάνω ακινήτου από την Ε. Κ. και το υπόλοιπο ποσό των 29.145,60 ευρώ (189.145,60 - 160.000,00) αποτελούσε το κέρδος του από την κατάτμηση του ανωτέρω ακινήτου και την πώληση σε τρίτους των οικοπέδων που είχαν προκύψει.
Τέλος, το τελευταίο από τα ως άνω σχηματισθέντα οικόπεδα, εμβαδού 390,05 τ.μ. και μη αμφισβητούμενης από τον ενάγοντα αξίας 32.000,00 ευρώ, αγοράστηκε, δυνάμει του υπ' αριθμό … συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Θ. Τ., από τον ίδιο τον ενάγοντα χωρίς αυτός να καταβάλει χρήματα στον εναγόμενο και στον Ο.
Κ. και κατ' αυτό τον τρόπο αποκόμισε κέρδος ανερχόμενο στην αξία του οικοπέδου το οποίο προστιθέμενο στο κέρδος των 29.145,60 ευρώ που είχε ήδη αποκομίσει από την πώληση των υπόλοιπων οικοπέδων δίδει συνολικό κέρδος 61.145,60 ευρώ (29.145,60 + 32.000,00) το οποίο αποκόμισε ο ενάγων σε διάρκεια ενός έτους με βάση την προεκτεθείσα συμφωνία του με τον εναγόμενο και τον Ο.
Κ.. Κατόπιν των ανωτέρω ο ενάγων επέστρεψε στον Ο. Κ. την επιταγή, ύψους 120.000,00 ευρώ, που είχε λάβει από τον τελευταίο αφού είχε εκτελεστεί η πιο πάνω συμφωνία τους πλην όμως, αρνήθηκε να επιστρέφει στον εναγόμενο και την επιταγή που ο τελευταίος του είχε παραδώσει για την ίδια ως άνω αιτία. Αντίθετα, στις 27-9-2011 ο ενάγων απηύθυνε κατά του εναγομένου και του τρίτου Ι. - Ν.
Φ., ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "…", την με όμοια ημερομηνία εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση με την οποία ζητούσε αφενός μεν από τον εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 120.000,00 ευρώ επικαλούμενος ότι του είχε δανείσει τούτο τμηματικά κατά το έτος 2009 στα πλαίσια των φιλικών τους σχέσεων, αφετέρου δε από τον εναγόμενο και τον ανωτέρω Ι. - Ν.
Φ. να του καταβάλουν το ποσό των 45.000,00 ευρώ και να του μεταβιβάσουν τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, που αναφέρονταν στο υπ' αριθμό … προσύμφωνο της συμβολαιογράφου … Ε. Μ. κατόπιν σχετικής συμφωνίας τους που είχε καταρτιστεί στα πλαίσια υφιστάμενης μεταξύ τους αφανούς εταιρίας με αφανή εταίρο τον ίδιο.
Ακολούθως, ο ενάγων συμπλήρωσε την παραπάνω επιταγή με ημερομηνία έκδοσης αυτής την 14-12-2011 και την επόμενη ημέρα (15-11-2011) εμφάνισε αυτή προς πληρωμή αλλά η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων αλλά και λόγω ανάκλησης αυτής από τον εναγόμενο. Στη συνέχεια, κατόπιν αίτησης του εναγομένου, εκδόθηκε η υπ' αριθμό … διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με την οποία ο εναγόμενος διατάχθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό της παραπάνω επιταγής πλην όμως η εν λόγω διαταγή πληρωμής ακυρώθηκε με την υπ' αριθμό 92/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας κατόπιν άσκησης ανακοπής εκ μέρους του εναγόμενου.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι ουδεμία σύμβαση δανείου καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου αλλά, αντίθετα, οι διάδικοι είχαν καταρτίσει μεταξύ τους καθώς επίσης και με τον Ο. Κ. αφανή εταιρία με αφανή εταίρο τον ενάγοντα και με αντικείμενο αυτής την αγορά του προαναφερόμενου ακινήτου από την Ε.
Κ. και, στη συνέχεια, την κατάτμηση αυτού σε μικρότερα οικόπεδα και την πώληση αυτών σε τρίτους με σκοπό το κέρδος. Το ανωτέρω συμπέρασμα προκύπτει: ο) Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης και την προεκτεθείσα ένορκη βεβαίωση του Ο. Κ. οι οποίοι κατέθεσαν περί ύπαρξης αφανούς εταιρίας και επαγγελματικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων με το ως άνω αντικείμενο και οι οποίες δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης και συζύγου του ενάγοντας η οποία, αν και κατέθεσε ότι ο ενάγων δάνεισε στον εναγόμενο και στον Ο.
Κ. το ποσό των 160.000,00 ευρώ, εντούτοις δεν έδωσε καμία εξήγηση σχετικά με το λόγο για τον οποίο συμφωνήθηκε ότι οι ως άνω οφειλέτες θα απέδιδαν στον ενάγοντα ποσό 80.000,00 ευρώ πλέον του δανεισθέντος κεφαλαίου αφού το δάνειο ήταν άτοκο σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, β) Από τους ισχυρισμούς του ενάγοντας που εμπεριέχονται στο δικόγραφο της αγωγής και, ειδικότερα, από το γεγονός ότι η επιστροφή του φερόμενου ως δανεισθέντος ποσού των 160.000,00 ευρώ στον εναγόμενο και στον Ο.
Κ. συνδέθηκε, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, με το κέρδος που προσδοκούσαν να αποκομίσουν από την αγορά του παραπάνω ακινήτου της Ε. Κ. και, στη συνέχεια, την κατάτμηση του σε μικρότερα οικόπεδα και τη μεταπώληση τους σε τρίτους, γ) Από την απολογία του ενάγοντος ως κατηγορουμένου για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της απάτης στο δικαστήριο με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία που εμπεριέχεται στα υπ' αριθμό 1085/2018 πρακτικά και απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας και στην οποία ο ενάγων ουδέν ανέφερε περί δανεισμού του ποσού των 160.000,00 ευρώ αλλά συνέδεσε την επιστροφή τούτου με το πολλαπλάσιο κέρδος που θα αποκόμιζε από την κατάτμηση του ακινήτου που αγοράστηκε με το ως άνω ποσό, δ) Από το γεγονός ότι ο εναγόμενος διέθετε στις 17-9-2008 στον υπ' αριθμό … καταθετικό λογαριασμό που διατηρούσε στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." ποσό 400.000,00 ευρώ και ως εκ τούτου δεν υπήρχε ανάγκη δανεισμού του από τον ενάγοντα και μάλιστα με την υποχρέωση να του επιστρέφει εντός προθεσμίας είκοσι μηνών και 40.000,00 ευρώ (μετά την αφαίρεση της ισόποσης συμμετοχής του άλλου εταίρου Ο.
Κ.) πλέον του φερόμενου ως δανεισθέντος κεφαλαίου ενόψει και του ότι ο εναγόμενος, εάν πράγματι είχε ανάγκη δανεισμού, θα μπορούσε να επιτύχει πολύ ευμενέστερους όρους δανεισμού εάν απευθυνόταν προς τούτο σε κάποια τράπεζα, ε) Από το ότι οι διάδικοι καθώς επίσης και ο Ο. Κ. είχαν παρόμοιας φύσης συνεργασία αφού με το υπ' αριθμό … προσύμφωνο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Θ.
Τ. είχαν προσυμφωνήσει από κοινού την αγορά οικοπέδου, εμβαδού 1.944,00 τ.μ., από τη Δ. Ν. προκειμένου να το μεταπωλήσουν σε τρίτους με σκοπό το κέρδος ενώ με το υπ' αριθμό … προσύμφωνο πώλησης ακινήτων της συμβολαιογράφου … Ε. Μ. οι διάδικοι είχαν προσυμφωνήσει την αγορά, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, τριών οριζόντων ιδιοκτησιών σε οικοδομή που επρόκειτο να κατασκευάσει στην περιοχή της … η εταιρία "…".
στ) Από την προαναφερόμενη με ημερομηνία 27-9- 2011 εξώδικη δήλωση που απηύθυνε ο ενάγων κατά του εναγομένου και στην οποία γίνεται λόγος για τμηματικό δανεισμό του ποσού των 120.000,00 ευρώ που ο εναγόμενος του όφειλε ως αμοιβή για την εκτέλεση ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εργασιών που ο ίδιος (ενάγων) είχε εκτελέσει σε οικοδομές που κατασκεύαζε ο εναγόμενος στην περιοχή της …, στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση με τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί εφάπαξ δανεισμού του ίδιου ποσού με σκοπό την αγορά του ακινήτου της Ε.
Κ.. ζ) Από το γεγονός ότι ο ενάγων επέστρεψε στον Ο. Κ. την επιταγή που ο τελευταίος του είχε παραδώσει ως εγγύηση για την τήρηση των όρων της προεκτεθείσας συμφωνίας τους στα πλαίσια της αφανούς εταιρίας που είχαν συστήσει αλλά αρνήθηκε να πράξει τούτο και για τον εναγόμενο προφανώς εξαιτίας των διαφορών που είχαν ανακύψει μεταξύ τους στα πλαίσια της έτερης ανάλογης συνεργασίας τους που αφορούσε στην αγορά οριζόντιων ιδιοκτησιών από την εταιρία "…".
η) Από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν αρνείται ότι δεν κατέβαλε κανένα τίμημα για την εκ μέρους του αγορά του τελευταίου από τα προαναφερόμενα οικόπεδα από τον εναγόμενο και τον Ο. Κ., στοιχείο που υποδηλώνει ότι η εν λόγω αγορά πραγματοποιήθηκε προκειμένου να καλυφθεί το κέρδος που είχε συμφωνηθεί ότι θα αποκόμιζε ο ενάγων από την αφανή εταιρία που είχε συστήσει με τον εναγόμενο και τον Ο.
Κ. με το παραπάνω αντικείμενο. Επισημαίνεται ότι ο εμπεριεχόμενος στο δικόγραφο της έφεσης ισχυρισμός του ενάγοντας περί του ότι εκφεύγει των ορίων της συνήθους συναλλακτικής πρακτικής η παραδοχή ότι εκ μέρους του καταβλήθηκε ολόκληρο το τίμημα των 160.000,00 ευρώ για την αγορά του ως άνω ακινήτου αντί να επιβαρυνθούν με το τίμημα όλοι οι ως άνω εταίροι, τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος και δεν αναιρεί την ως άνω κρίση αφενός μεν επειδή τούτο δεν αντίκειται στη συναλλακτική πρακτική όταν μάλιστα εμπλέκονται αφανείς εταίροι, αφετέρου δε επειδή μεταξύ των διαδίκων είχαν αναπτυχθεί σχέσεις εμπιστοσύνης εξαιτίας των φιλικών και επαγγελματικών σχέσεων που διατηρούσαν αλλά και επειδή ο εναγόμενος και ο Ο.
Κ. ήταν τα πρόσωπα που είχαν εξεύρει την προαναφερόμενη επενδυτική δραστηριότητα και είχαν αναλάβει τις δαπάνες για την πολεοδομική τακτοποίηση του ως άνω ακινήτου και, τέλος επειδή ο ενάγων, ο οποίος διέθετε επαρκή συναλλακτική πείρα, φρόντισε να εξασφαλίσει την επιστροφή του ως άνω ποσού αλλά και το προσδοκώμενο κέρδος του με τη λήψη, τόσο από τον εναγόμενο όσο και από τον Ο.
Κ., των παραπάνω επιταγών οι οποίες κατά την προεκτεθείσα συμφωνία, επιτελούσαν εγγυητική λειτουργία. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί του ότι στο από 26-8-2008 χειρόγραφο έγγραφο, το οποίο ενσωματώνεται αυτούσιο και στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής δεν γίνεται καμία μνεία αναφορικά με σύσταση αφανούς εταιρίας ή διανομής κερδών μεταξύ των διαδίκων και του Ο.
Κ., δεν καταρρίπτει αλλά, αντίθετα, επιβεβαιώνει το ίδιο ως άνω συμπέρασμα αφού στο πιο πάνω έγγραφο δεν γίνεται, αν και θα μπορούσε να γίνει, λόγος για δανεισμό του ποσού των 160.000,00 ευρώ αλλά για καταβολή αυτού στον εναγόμενο και στον Ο. Κ. με σκοπό την αγορά οικοπέδου χωρίς να γίνεται καμία μνεία ως προς το λόγο για τον οποίο ο εναγόμενος και ο Ο.
Κ.ς παρέδωσαν στον ενάγοντα επιταγές υπέρτερου ύψους εφόσον το επικαλούμενο δάνειο ήταν άτοκο κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος. Ενόψει των ανωτέρω και εφόσον δεν προέκυψε η κατάρτιση σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων δεν ασκεί επιρροή η επικαλούμενη από τον ενάγοντα, με το δικόγραφο της αγωγής μεταγενέστερη τροποποίηση της σύμβασης αυτής κατά το μήνα Νοέμβριο 2008 με αφορμή την επικαλούμενη άτυπη συμμετοχή του εναγομένου στην οικοδομή που θα κατασκεύαζε η εταιρία "…" και την εξ αυτού του λόγου επικαλούμενη μεταβολή του χρόνου και της αιτίας επιστροφής της ως άνω επιταγής που του είχε παραδώσει ο εναγόμενος Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε σε όμοια κρίση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής εφόσον δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση σύμβασης δανείου, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ως εκ τούτου τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης έφεσης, θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα.
Ακολούθως από τη μη πληρωμή της παραπάνω επιταγής η οποία είχε παραδοθεί στον ενάγοντα για την αιτία που προαναφέρθηκε, ο ενάγων δεν υπέστη καμία ζημία η οποία μάλιστα να οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου αφού τηρήθηκε η προεκτεθείσα συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων αλλά και του Ο.
Κ. και ο ενάγων έλαβε τόσο το ποσό των 160.000,00 ευρώ που είχε καταβληθεί για την αγορά του παραπάνω ακινήτου όσο και το ανάλογο κέρδος του από την πώληση σε τρίτους των οικοπέδων που προέκυψαν από την κατάτμηση του με συνέπεια να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της αδικοπραξίας και ως εκ τούτου η επικουρική βάση της αγωγής να τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ενόψει των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κατ' αμφότερες τις βάσεις της δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και, επομένως ο μοναδικός λόγος της έφεσης και, συνακόλουθα, η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα".
Με τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), με βάση τα οποία διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή μεταξύ των διαδίκων ουδέποτε καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, αλλά ότι μεταξύ αυτών και του Ο.
Κ. (μη διαδίκου) συστάθηκε αφανής εταιρεία, με αφανή εταίρο τον αναρεσείοντα και με σκοπό την αγορά ενός ακινήτου έκτασης 4.245,50 τ.μ. και της εκμετάλλευσης αυτού, δια της κατάτμισής του σε επτά (7) μικρότερα οικόπεδα και της μεταπώλησής τους με κέρδος, ότι η συμφωνία τους αυτή εκτελέστηκε και ο αναιρεσείων εισέπραξε το ποσό των 160.000 ευρώ που είχε καταβάλει για την αγορά του παραπάνω ακινήτου, αποκόμισε δε, επιπλέον και συνολικό κέρδος ύψους 61.145,60 ευρώ, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 741 επ.
και 806 του ΑΚ. Ειδικότερα, οι διατάξεις των άρθρων 741, για την έννοια της εταιρίας, 748 για τη διοίκησή της, 763 που ορίζει ότι, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, οι εταίροι μετέχουν στα κέρδη και στις ζημίες κατά ίσα μέρη, ανεξάρτητα από την εισφορά τους και 764 ΑΚ που ορίζει ότι η συμφωνία με την οποία κάποιος εταίρος αποκλείεται από τα κέρδη ή απαλλάσσεται από τις ζημιές είναι άκυρη και την ακυρότητα μπορεί να επικαλεσθεί μόνο αυτός, ήταν εφαρμοστέες, με όσα παραπάνω έκρινε το Εφετείο, τις οποίες διατάξεις δεν παραβίασε δια της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής τους, αφού δέχθηκε ότι η εταιρική συμφωνία εκτελέστηκε και απέφερε κέρδη, ποσό των οποίων διανεμήθηκε στον αναιρεσείοντα, αφανή εταίρο.
Αντίθετα, δεν ήταν εφαρμοστέα η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, αφού το Εφετείο έκρινε ότι δεν καταρτίστηκε δανειακή σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και ορθά, έτσι, δεν την εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 741, 748, 763, 764 και 806 του ΑΚ, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, περί σύστασης αφανούς εταιρείας, σε πλήρεις, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες. Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 741 επ.
ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι η απόφαση αντιφατικά συνέδεσε, ως εγγυημένη και βέβαιη, την επιστροφή του ποσού των 160.000 ευρώ, που αποτελούσε την εισφορά του, ως αφανούς εταίρου, με το κέρδος που προσδοκούσαν να αποκομίσουν οι εταίροι από την αγορά του ακινήτου, κατά τη συμφωνία τους, είναι επίσης αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε τέτοιες αντιφατικές παραδοχές, αλλά αναφέρεται στο περιεχόμενο της συμφωνίας των εταίρων, από την οποία εξαρτώνται όλα γενικώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης.
ΙV. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018). Για την πληρότητα του παρόντος λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων, να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν νόμω βάσιμος και εάν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.
ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1953/2011, ΑΠ 367/2009). Ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται σαφώς και ειδικά ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
ΑΠ 15/2000, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 760/2004). Ακόμη, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 669/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, επικαλούμενος ότι είχε προτείνει τον αγωγικό ισχυρισμό πως με μεταγενέστερη συμφωνία του με τον αναιρεσίβλητο, που έλαβε χώρα στις 18-11-2008, τροποποιήθηκε η αρχική τους συμφωνία που είχε καταρτισθεί τον Αύγουστο του έτους 2008, σχετικά με την επίδικη επιταγή των 120.000 ευρώ και ορίστηκε ότι η εξόφληση της ισόποσης οφειλής του αναιρεσίβλητου θα συντελούνταν πλέον με την οριστική μεταβίβαση στον αναιρεσείοντα των οριζοντίων ιδιοκτησιών της υπό ανέγερση οικοδομής επί της οδού … αρ…, στη….
Ότι τον ισχυρισμό του αυτό τον επανέφερε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεσή του, πλην όμως το Εφετείο δεν τον ερεύνησε αλλά τον απέρριψε ως αλυσιτελή, δηλαδή ως μη ασκούσας επιρροής της επικαλουμένης από τον ενάγοντα μεταγενέστερης τροποποίησης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν προέκυψε η κατάρτιση τέτοιας σύμβασης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται και τυγχάνει πρωτίστως απαράδεκτος, αφού κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον έκρινε ως αλυσιτελή. Σε κάθε περίπτωση είναι και αβάσιμος, αφού από τις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και απάντησε σε αυτόν, κρίνοντάς τον ως μη ασκούντα επιρροή, διότι δεν προέκυψε η κατάρτιση σύμβασης δανείου, αλλά η σύσταση αφανούς εταιρίας, δεχόμενο, δηλαδή, γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον αγωγικό ισχυρισμό, ώστε και μόνο εξ αυτού του γεγονότος να καθίσταται αβάσιμος ο αναιρετικός λόγος (ΑΠ 229/2014, ΑΠ 117/2013, ΑΠ 403/2009).
V. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 18/2004, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, ως προς το κεφάλαιο της απόρριψης της επικουρικής βάσης της αγωγής του, η οποία στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, σχετικά με την έκδοση της αριθ. … επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 120.000 ευρώ, η οποία εμφανίστηκε την 15-12-2011 και δεν πληρώθηκε διότι είχε ανακληθεί από τον αναιρεσίβλητο, εκδότη της.
Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου, από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, καθώς και του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, δια της ανεπάρκειας αιτιολογιών για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για την υπαιτιότητα και τη ζημία επί αδικοπραξίας, λόγω έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.
Το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, στις οποίες διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, έκρινε ότι από την μη πληρωμή της παραπάνω επιταγής ο αναιρεσείων - ενάγων ουδεμία υπέστη ζημία, η οποία μάλιστα να οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου, αφού τηρήθηκε η συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων αλλά και του Ο.
Κ. και ο ενάγων έλαβε τόσο το ποσό των 160.000 ευρώ που είχε καταβληθεί για την αγορά του ακινήτου, όσο και το ανάλογο κέρδος του από την πώληση σε τρίτους των οικοπέδων που προέκυψαν από την κατάτμησή του, με συνέπεια να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας. Με τις παραδοχές του αυτές, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο ορθά δεν εφάρμοσε και ο παρών αναιρετικός λόγος, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος δε λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ.8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη τους ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς του, σχετικά με την υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου ως προς την ανάκληση της επιταγής, που ισοδυναμεί με έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, καθώς και σχετικά με τη μεταγενέστερη συμφωνία του, τροποποιητική της αρχικής με τον αναιρεσίβλητο, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ισόποση με το ποσό της επιταγής, είναι επίσης αβάσιμος, διότι το Εφετείο απάντησε για την επικαλούμενη τροποποιητική συμφωνία, όπως προεκτέθηκε σχετικά με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, ενώ αφού έκρινε ότι δεν τελέστηκε αδικοπραξία, έλαβε υπόψη τις προϋποθέσεις αυτής και πρωτίστως την ύπαρξη ζημίας, αλλά, κατά τα παραπάνω και το στοιχείο της υπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου.
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, νοούνται, δηλαδή, ως πράγματα οι ουσιώδεις και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελειωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ (ΑΠ 1046/2013, ΑΠ 247/202, ΑΠ 1209/2010).
Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 76/2013, ΑΠ 1115/2012, ΑΠ 1/2008, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1339/2007, ΑΠ 1238/2007). Για τη βασιμότητα του παρόντος λόγου δηλαδή, θα πρέπει το δικαστήριο να δεχθεί πράγματα χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 2040/2013, ΑΠ 1179/2013, ΑΠ 1072/2012, ΑΠ 273/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β' Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 περ.1β, 346 και 453 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλουμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1509/2014).
Δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΑΠ 1043/2013, ΑΠ 1042/2013, ΑΠ 1616/2013, ΑΠ 881/2011).Έτσι, απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως σε αμφισβητούμενη ομολογία, διότι αλυσιτελώς πλήττεται μόνον η τελευταία αιτιολογία ( ΑΠ 2106/2007).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ "Κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση".
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, αν από τη μη αμφισβήτηση και το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται συνάγεται έμμεση ομολογία. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο, αν πράγματι δεν υπάρχει αμφισβήτηση των ισχυρισμών, επισκοπώντας το δικόγραφο των προτάσεων, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1534/2014, ΑΠ 265/2012, ΑΠ 1227/2010).
Αν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ και αν το δικαστήριο συνήγαγε ομολογία παρά ταύτα, ιδρύεται λόγος από το άρθρο 589 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1573/2007, ΑΠ 335/2006, ΑΠ 1453/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλματα από τους αριθ.10 και 11 περ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι η παραπάνω απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτός έλαβε το συνολικό ποσό των 189.145,60 ευρώ, το οποίο φέρεται να είναι το άθροισμα του κεφαλαίου ποσού 160.000 ευρώ και του αναλογούντος ποσοστού του κέρδους από τις μεταπωλήσεις των ακινήτων που προέκυψαν από την κατάτμηση του αρχικά αγορασθέντος οικοπέδου, στηρίζοντας την παραδοχή της αυτή σε μη ειδικότερη αμφισβήτηση των καταβολών, δηλαδή σε έμμεση ομολογία κατά το άρθρο 261 εδ.β' Κ.Πολ.Δ, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών του, με το δικόγραφο της έφεσης, καθώς και με τις προτάσεις και την προσθήκη των προτάσεών του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε αμφισβητήσει ειδικά την είσπραξη των ανωτέρω ποσών.
Ότι με τις παραδοχές του το Εφετείο συνήγαγε εσφαλμένα ομολογία του, αλλά και δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο παρών αναιρετικός λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ.10 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για τη συναγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος στηρίχθηκε σε ρητώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης καθώς και σε όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα.
Περαιτέρω, από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος και από τις προσθήκες των προτάσεών του στα δικαστήρια της ουσίας, καθώς και από το δικόγραφο της έφεσής του, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι η αμφισβήτηση των επίμαχων καταβολών, περιορίζεται στους ισχυρισμούς ότι αυτός δεν συμμετείχε στα συμβόλαια αγοραπωλησιών, η αναγραφόμενη σε αυτά αξία των ακινήτων δεν ήταν αντίστοιχη με το τίμημα που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος ότι εισπράχθηκε και ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε αποδεικτικά έγγραφα καταβολών.
Η άρνησή του αυτή εκτιμάται ως γενική, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη και του ότι η κύρια αγωγική βάση στηρίζεται σε σύμβαση δανείου και η επικουρική βάση της αδικοπραξίας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής, χάριν απόδοσης του ποσού του δανείου, αγωγικούς ισχυρισμούς που το Εφετείο απέρριψε αιτιολογημένα, ως αβάσιμους, αφού έκρινε ότι ουδέποτε καταρτίστηκε δανειακή σύμβαση.
Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι οι καταβολές αποτελούν "γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ειδικότερα από τον ενάγοντα" δεν έσφαλε που συνήγαγε έμμεση ομολογία. Εξάλλου από τη μη ρητή αναφορά της παραπάνω απόφασης στη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β Κ.Πολ.Δ και από το σύνολο των προεκτεθέντων πραγματικών παραδοχών της, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων, για τις επίμαχες καταβολές και επαλλήλως σε έμμεση ομολογία, την οποία αμφισβητεί ο αναιρεσείων.
Η δε συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος στα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά κύριο λόγο, προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την αναφορά στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης, καθώς και στην ένορκη βεβαίωση του εμφανούς εταίρου Ο. Κ., αναφορικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας σύστασης αφανούς εταιρείας, την οποία συμφωνία το Εφετείο έκρινε πλήρως εκτελεσμένη και με την ειδικότερη αιτιολογία ότι το τελευταίο τεμάχιο του οικοπέδου μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον αναιρεσείοντα, χωρίς αυτός να καταβάλει το τίμημα των 32.000 ευρώ, ποσό που συνυπολογίστηκε στα κέρδη που του αναλογούσαν επί πλέον των καταβληθέντων ποσών κερδών, ύψους 29.145,60 ευρώ.
Έτσι, σε κάθε περίπτωση ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ.11 περ.β' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο στηρίχθηκε κυρίως στα άλλα αποδεικτικά μέσα για τις επίμαχες καταβολές και επαλλήλως σε έμμεση ομολογία του αναιρεσείοντος, την οποία αυτός αμφισβητεί, πλήττοντας αλυσιτελώς μόνο την τελευταία αιτιολογία.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, αφού ο αναιρεσίβλητος που δεν παρίσταται, δεν υποβάλει σχετικό αίτημα (άρθρο 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2019 αίτηση του Η. Δ., για αναίρεση της με αριθμό 32/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ