Supreme Court allows appeal against second instance judgment for procedural errors and insufficient reasoning in property ownership dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning for rejecting their claim based on adverse possession and incorrectly assessed the identity of the disputed property. The court found these arguments valid due to procedural flaws and contradictory reasoning in the lower court's judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1094 of the Civil Code and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court must provide adequate reasoning when rejecting claims based on adverse possession or when determining property identity, and failure to do so constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1956 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1956/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μπαλίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24802/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2877/2004 μη οριστική, 630/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδωνας Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 15-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 6-6-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 630/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσ/κης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στοιχείο της αγωγής αναγνώρισης της κυριότητας ακινήτου, όταν η κτήση της κυριότητάς του έγινε με παράγωγο τρόπο είναι ότι στον ενάγοντα μεταβιβάστηκε η κυριότητα του ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε σ' αυτόν. Περαιτέρω καθορισμός του τρόπου κτήσης της κυριότητας από εκείνον που μεταβίβασε το ακίνητο δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητος. Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, ο ενάγων έχει υποχρέωση να καθορίσει με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης τον τρόπο, με τον οποίο απέκτησε την κυριότητα στο επίδικο ο άμεσος δικαιοπάροχός του ή αν χρειασθεί και άλλοι δικαιοπάροχοι εωσότου φθάσει σε πρωτότυπη κτήση. Εξάλλου αν ο ενάγων στηρίζει την κυριότητά του στην τακτική χρησικτησία πρέπει να επικαλεσθεί τα στοιχεία αυτής (νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, τη νομή με καλή πίστη στο ακίνητο και το χρόνο -10ετία), αν δε στην έκτακτη χρησικτησία την επί 20ετία νομή του με διάνοια κυρίου στο επίδικο ακίνητο.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στοαιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση τουδικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ήαναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικάπεριστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε τηνκρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβασητης δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχειέλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης.
Ως ζητήματα δε που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό 4 ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται, οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγή ή κάποιας νόμιμης ένστασης (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 502/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα : με το 6406/5-5-2000 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαίρης Αθανασιάδου-Τζεναβαρίδου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νεάπολης [τόμο 173 α.αρ.504] οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες, έγιναν συγκυρίες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαίρετου ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 2.016 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ....
του Δήμου .... και το οποίο συνορεύει ΒΑ σε πλευρά 43,60 γ.μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας ...., ανατολικά σε πλευρά 45,90 γ.μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας ...., νότια σε πλευρά 35 γ.μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας ...., δυτικά σε πλευρά 46,54 γ.μ. με ακίνητο ιδιοκτησίας ..., ΒΔ σε πλευρά 19,79 γ.μ. με δρόμο και βόρεια σε πλευρά 14,45 γ.μ. με κοινόχρηστη έκταση.
Σύμφωνα με την 12198/1983 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Αγγελικής Παπαγεωργαντά, ο .... και η .... αποδέχονται την κληρονομία της θανούσας κατά το έτος 1973 μητρός τους ... χήρας Σ το γένος ..... Στην κληρονομία αυτή περιλαμβάνεται και το 1/4 εξ αδιαίρετου μιας αμπέλου, κειμένης στη θέση "...." του χωρίου ...., εκτός σχεδίου πόλεως, εκτάσεως δυο στρεμμάτων, μιας αύλακος και διακοσίων πήχεων, συνορευομένης γύρωθεν με ιδιοκτησίες ...
η ...., ...., ...., .... πρώην και νυν .... Το ακίνητο αυτό και κατά το ποσοστό του 1/4 εξ αδιαίρετου περιήλθε στην αποβιώσασα εκ κληρονομάς του κατά το έτος 1927 αποβιώσαντος συζύγου της Σ. Την κληρονομία των υπόλοιπων 3/4 εξ αδιαίρετου της αμπέλου απέκτησαν τα τέκνα αυτοδικαίως σύμφωνα με τα άρθρα 1846 και 1850 ΑΚ. Με την 12199/1983 δωρεά εν ζωή ακίνητων της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Αγγελικής Παπαγεωργαντά, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης [τομ.1310/α.α.34] οι ανωτέρω κληρονόμοι της ....
και του Σ, .... και ...., προβαίνουν στηδωρεά του παραπάνω ακίνητου στο Σ με την ίδια περιγραφή, εμβαδά και όρια. Με το 2105/1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Παρασκευής Τσολάκου - Αβραάμ που μεταγράφηκε νομίμως [τομ.116/α.α.461] ο Σ πωλεί το ανωτέρω ακίνητο στο Ψ που περιγράφεται ως ένας αγρός εκτάσεως 5.604,50 τ.μ.
στη θέση "...." του χωρίου ... του Νομού ..., και παρίσταται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α στο εξαρτημένο τοπογραφικό διάγραμμα σε κλίμακα 1 δια 500 που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός, .... στις 8-1-1992, καθ' υπόδειξη των ιδιοκτητών. Ως σύνορα αναφέρονται επί πλευράς Α-Β δρόμος, επί πλευράς Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ ιδιοκτησίες αγνώστων, επί πλευράς Θ-1-Κ ιδιοκτησίες αγνώστων και επί πλευράς Κ-Λ-Α ιδιοκτησίες αγνώστων.
Επί του διαγράμματος αυτού ο Αρχιτέκτονας Μηχανικός, ...., υπέγραψε στις 20-1-1997 υπεύθυνη δήλωση του Ν.651/1977, με την οποία βεβαιώνει ότι το αγροτεμάχιο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Στην 12198/1983 δήλωση αποδοχής κληρονομίας δεν αναφέρεται φορολογική εγγραφή. Στην με α.α 387 του Τουρκικού έτους 1323 [χριστιανικού 1907] εγγραφή στο Β.
Πρόχειρο Βιβλίο [μουσφετε] χωρίου ...., περιγράφεται ένα αμπέλι έκτασης δυο [2] στρεμμάτων, ενός [1] αυλακίου και 200 πήχεων, στη θέση ... [....], αριθμό μετώπου ..., με ιδιοκτήτες τούς .... και .... και όρια ... και ... και .... και ...., σύμφωνα με την από 10-12-2004 επικυρωμένη μετάφραση της .... με αρ.πρωτ. 13119/3-12-2004. Σύμφωνα με την υπό ίδια ημερομηνία επικυρωμένη μετάφραση της ..., με τον ίδιο αρ.
πρωτοκόλλου, της σελ.54 του Συνοπτικού Φορολογικού [Χουλασα] 1907, ιδιοκτήτης αναγράφεται ο .... γιος ..... Η άμπελος που περιγράφεται στην 12198/1983 δήλωση αποδοχής κληρονομίας των ... ... και στην 12199/1983 δωρεά εν ζωή ακίνητων είναι προφανώς η ίδια άμπελος που περιγράφεται στην ανωτέρω με α.α.387 εγγραφή, με ιδιοκτήτες τους ....
και ...., δεδομένου ότι διαπιστώνεται ταύτιση της θέσης [.... [...], της έκτασης [2 στρ. 1 αυλ, και 200 πηχ.] και εν μέρει των ορίων της τα οποία είναι φυσιολογικό να διαφοροποιούνται μετά παρέλευση 76 ετών [1907-1983]. Το όνομα ... είναι παράφραση του ονόματος .... και .... Αυτό επιβεβαιώνεται και από την 8778/2000 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ευδοκίας Στρογγύλη, σύμφωνα με την οποία οι κληρονόμοι ....
αποδέχθηκαν ως κληρονομία ένα όμορο αγροτεμάχιο που φέρει ΚΑΕΚ 253 και συνορεύει μεταξύ άλλων και με ιδιοκτησία .... [....]. Σύμφωνα με την 6406/2000 γονική παροχή αγροτεμαχίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαίρης Αθανασιάδου - Τζεναβαρίδου, που μεταγράφηκε νομίμως, ο Ζ μεταβιβάζει προς τις θυγατέρες του Χ1 και Χ2 και κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 2.016,00 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση. "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., που συνορεύει ολόγυρα με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες ..., ...
και .... Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον Ζ με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και δεν επικαλείται φορολογική εγγραφή του έτους 1907. Στην από 15-11-200-2 αγωγή τους οι εφεσίβλητες - ενάγουσες ισχυρίζονται ότι δικαιοπάροχός τους είναι ο παππούς τους Θ που έδωσε με άτυπη δωρεά το 1932 το επίδικο στον πατερά τους Ζ.
Από την διενεργηθείσα εκ μέρους της πραγματογνώμονας έρευνα στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας εντοπίστηκαν οι με α.α.383 και 384 εγγραφές του τουρκικού έτους 1323 [χριστιανικού 1907] στο Β' Πρόχειρο Βιβλίο [Μουσφετε] χωρίου ..., στη θέση ... [...], με ιδιοκτήτη το Φ και όρια δρόμο, ..., δρόμο, .... Στην με α.α.383 εγγραφή περιγράφεται ένα αμπέλι, έκτασης 1 αυλακίου και 200 πήχεων, με αριθμό μετώπου 41 και στην με α.α. 384 εγγραφή περιγράφεται ένας καλλιεργήσιμος τόπος- έκτασης 1 αυλακίου και 200 πήχεων, με αριθμό μετώπου 42.
Σε σχετική ερώτηση της πραγματογνώμονας οι εφεσίβλητες - ενάγουσες ισχυρίστηκαν ότι ο Ζ, ήταν ανιψιός επ' αδελφό του Φ, επ ' ονόματι του οποίου είναι οι παραπάνω εγγραφές. Δηλαδή, ο Θ ήταν αδελφός του .... Οι εφεσίβλητες ενάγουσες ενημέρωσαν αυτήν, επίσης, ότι, τα αρχεία του δημοτολογίου της κοινότητας .... έχουν καεί και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να εκδοθεί σχετικό πιστοποιητικό.
Επειδή, σύμφωνα με την υπ' αρ. 6406\2000 γονική παροχή το αγροτεμάχιο βρίσκεται στη θέση "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ..., η πραγματογνώμονας διενήργησε έρευνα στο ιστορικό Αρχείο Θεσσαλονίκης και στις εγγραφές στην θέση "...". Στη θέση αυτή εντοπίστηκε η με α.α. 461 εγγραφή που περιγράφει μια άμπελο έκτασης 5 στεμμάτων, 3 αυλακιών και 100 πήχεων με όρια ..., ..., ..., ....
και ... και ιδιοκτήτη τον Ξ. Έχοντας όλα τα παραπάνω στοιχεία υπόψη της η πραγματογνώμονας αναφέρει στην ως άνω έκθεσή της ότι δεν μπόρεσε να διαπιστώσει αν ο ανωτέρω Ξ ήταν απώτερος δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων εναγουσών, αλλά η έκταση της αμπέλου αυτής είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από το επίδικο. Από την ερευνά που διενήργησε στην περιοχή διαπίστωσε ότι οι ιδιοκτήτριες του αγρού με ΚΑΕΚ 104 Ε και ....
που εντοπίζεται σε απόσταση 66 μ. Β.Δ. του επιδίκου, επικαλούνται ως απώτερο δικαιοπάροχό τους τον Ξ και συνεπώς η εγγραφή αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο επίδικο. Ο εκκαλών, Ψ κατέθεσε στις 26-8-1999 στο Εθνικό Κτηματολόγιο δήλωση του Ν.2308/1995 για την ιδιοκτησία του η οποία φέρει ΚΑΕΚ 1901θ1907134. Συνημμένα κατέθεσε το από 8-10-1992 συνταχθέν τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, ...., στο οποίο απεικονίζονται τα όρια της ιδιοκτησίας του με στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ όπως υποδείχθηκαν από τους δικαιοπαρόχους του και εμβαδόν 5.604μ50, τ.μ. [μαύρη συνεχής γραμμή στο διάγραμμα 1 της πραγματογνωμοσύνης].
Κατά την αυτοψία της πραγματογνώμονος, ο εκκαλών Ψ υπέδειξε τα όρια της ιδιοκτησίας, η οποία απεικονίζεται με στοιχεία περιγραφής 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 20, 24, 21, 4 και το εμβαδόν της υπολογίστηκε σε 5.375.89 τ.μ. [μαύρη διακεκομμένη γραμμή στο διαγρ. 1 της πραγματογνωμοσύνης]. Όπως διαπιστώνει η πραγματογνώμονας, υπήρξε μετακίνηση της περίφραξης του ....
με ΚΑΕΚ 124, μεταξύ των ετών 1992 και 2004 που διενεργήθηκαν οι ανωτέρω αποτυπώσεις, Νοτιότερα και εντός της ιδιοκτησίας Ψ με ΚΑΕΚ 134 κατά μια λωρίδα πλάτους περίπου 2 μέτρων, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνει πλέον ο ... εμβαδόν 80 τ.μ. περίπου του αγρού με ΚΑΕΚ 134. Η παραπάνω πραγματογνώμονας σημειώνει ότι στο κτηματογραφικό απόσπασμα δεν αποτυπώνεται η κατάληψη του .....
Όσον αφορά την ιδιοκτησία του Ζ, η πραγματογνώμονας παρατηρεί στην έκθεσή της ότι, αυτός [Ζ], δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων - εναγουσών, κατέθεσε στο Εθνικό Κτηματολόγιο δήλωση του Ν 2308/1995 στις 26-4-2000. Όπως αναφέρεται στο 20818/4-6-2003 κτηματογραφικό απόσπασμα, το κτηματολογικό διάγραμμα είναι προσωρινό μέχρι της περαίωσης της διαδικασίας.
Στο απόσπασμα αυτό η ιδιοκτησία φέρει ΚΑΕΚ 190181907302 και έχει εμβαδόν 189,71 τ.μ., δηλαδή δεν περιλαμβάνει το επίδικο τμήμα, το οποίο απεικονίζεται ως τμήμα της ιδιοκτησίας Ψ με ΚΑΕΚ 134. Η ιδιοκτησία .... απεικονίζεται με στοιχεία περιγραφής ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ στο τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός, ..., με υπόδειξη των ορίων του από τον Ζ και εμβαδόν 2.016 τ.μ. [πορτοκαλί συνεχής γραμμή με στοιχεία Α' Β' Γ' Δ' Ε' Ζ' Η' Θ' Ι' Α' στο διαγρ. 1 τηςπραγματογνωμοσύνης].
Στο διάγραμμα δεναναγράφεται ημερομηνία σύνταξης. Επειδή τοδιάγραμμα δεν αναφέρεται στο 6406/2000 συμβόλαιο γονικής παροχής, εικάζεται ότι συντάχθηκε μετά την ημερομηνία σύνταξης του συμβολαίου [Μάιος 2000]. Κατά την αυτοψία της πραγματογνώμονος ο ...., σύζυγος της εφεσίβλητης - ενάγουσας Χ2, υπέδειξε τα όρια της ιδιοκτησίας ...., η οποία απεικονίζεται με στοιχεία περιγραφής 4, 5, 6, 29, 28, 27, 26, 25, 24, 21, 22, 4 και το εμβαδόν της υπολογίστηκε σε 1.615, 54 τ.μ. [πορτοκαλί διακεκομμένη γραμμή στο διάγραμμα 1 της πραγματογνωμοσύνης].
Και συνεχίζει η ως άνω πραγματογνώμονας ότι, σύμφωνα με το διάγραμμα που συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός ..., και την εφαρμογή του στο απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, το επίδικο αποτελεί τμήμα 1.826,29 τ.μ. [εκ του συνολικού αγρού ... εμβαδού 2.016 τ.μ., το οποίο εμπίπτει εντός της ιδιοκτησίας που δήλωσε στο Εθνικό Κτηματολόγιο ο Ψ με ΚΑΕΚ 134.
Στο απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογίου το υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας φέρει ΚΑΕΚ 190181907302 και έχει εμβαδόν 189,71 τ.μ., δηλαδή δεν περιλαμβάνει το επίδικο τμήμα, το οποίο απεικονίζεται ως τμήμα της ιδιοκτησίας Ψ με ΚΑΕΚ 134. Σύμφωνα με την αποτύπωση που διενήργησε η πραγματογνώμονας, καθ' υπόδειξη, η ιδιοκτησία των εφεσίβλητων - εναγουσών και συνεπώς το επίδικο, εμπίπτει σχεδόν εξ ολοκλήρου εντός της ιδιοκτησίας Ψ, με ΚΑΕΚ 134.
Στην ως άνω λεπτομερή έκθεση πραγματογνωμοσύνης η πραγματογνώμονας συνεχίζει ότι, οι διαφορές στις υποδείξεις δικαιολογούνται εν μέρει, λόγω ανυπαρξίας τεχνητών [υλοποιημένων με περίφραξη] ορίων, καθώς και φυσικών ορίων [δένδρα, ρέματα, δρόμοι κλπ], αλλά υποδηλώνουν την εγκατάλειψη της αγροτικής, κατά το παρελθόν, περιοχής του επιδίκου.
Συνεχίζει δε, ότι, σύμφωνα με τους τίτλους του εκκαλούντος - εναγομένου, η ιδιοκτησία Ψ βρίσκεται στη θέση "'..." [....] του ...., σύμφωνα δε με τον τίτλο των εφεσίβλητων - εναγουσών η ι ιδιοκτησία ... βρίσκεται στη θέση "..." [...] του .... Από τη μελέτη των εγγραφών και συμβολαίων των ομόρων και γειτονικών ιδιοκτησιών προκύπτει ότι, η περιοχή του επίδικου εμπίπτει στα όρια των ανωτέρω τοποθεσιών.
Στους τίτλους όλων των ιδιοκτησιών που συνορεύουν, Βορειοανατολικά με το επίδικο και φέρουν ΚΑΕΚ 124, 164, 252, 253, 328 αναφέρεται η θέση ..... Στους τίτλους των ιδιοκτησιών με ΚΑΕΚ 145, 254, που είναι όμορες προς νότο του επιδίκου, καθώς και στους τίτλους των ιδιοκτησιών με ΚΑΕΚ 164, 263, 264, που εντοπίζονται Νοτιοδυτικά και Νοτιοανατολικά του επίδικου αναφέρεται η θέση .....
Μόνο η ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ 150 που εντοπίζεται νότια του επίδικου αναφέρει στον τίτλο της τη θέση ..... Η θέση ... αναφέρεται στους τίτλους των ιδιοκτησιών με ΚΑΕΚ 092, 104 που εντοπίζονται Βορειοδυτικά του επιδίκου. Στους πρόσφατους τίτλους των ακίνητων με ΚΑΕΚ 093, 316 που εντοπίζονται βορειότερα, η περιοχή αναφέρεται με τις ονομασίες "..." η "....." λόγω του ευρισκόμενου μέχρι σήμερα σε λειτουργία λατομείου στην περιοχή.
Στον πρόσφατο τίτλο της ιδιοκτησίας με ΚΑΕΚ 120 αναφέρεται θέση .... - .... πρώην .... Από την μελέτη εφαρμογής θα διαπιστωθεί ότι ί η ιδιοκτησία .... με ΚΑΕΚ 150 που είναι η μόνη ιδιοκτησία που δεν εντοπίζεται Β.Δ. του επιδίκου και αναφέρει στους τίτλους της τη θέση "...." του επιδίκου δεν εφαρμόζει στην θέση που υποδείχθηκε και κατέχεται σήμερα από τον .....
Ως συμπέρασμα των ανωτέρω είναι ότι, η θέση του επιδίκου εμπίπτει στην τοποθεσία ... [....] στα όρια της τοποθεσίας "...". Η ως άνω πραγματογνώμονας, αφού έλαβε υπόψη τους προαναφερόμενους τίτλους και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους φορολογικά στοιχεία, καταλήγει στα παρακάτω συμπεράσματα. Η ιδιοκτησία ..., όπως προσδιορίζεται από τα όρια που αναφέρονται στο 6406/2000 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαίρης Αθανασιάδου - Τζεναβαρίδου και στα τοπογραφικά διαγράμματα, δεν εφαρμόζει στην θέση του επιδίκου.
Το επίδικο, όπως προσδιορίζεται από τις συντεταγμένες των κορυφών του .... που συντάχθηκαν για λογαριασμό του Ζ, δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων - εναγουσών. Η ιδιοκτησία του Φ που αναφέρεται στις με α.α.383 και 384 φορολογικές εγγραφές του 1907, δεν εφαρμόζει στην θέση που δηλώθηκε από τις εφεσίβλητες - ενάγουσες και τον δικαιοπάροχο τους Ζ, δηλαδή στη θέση του επιδίκου, όπως διαπιστώθηκε από τη μελέτη της θέσης, των ορίων και της έκτασης.
Η ιδιοκτησία του Ξ που αναφέρεται στη με α.α. 461 εγγραφή, στη θέση "..." [....], αφορά ένα αμπέλι έκτασης 5 στεμμάτων, 3 αυλακιών και 100 πήχεων, του οποίου η έκταση και τα όρια δεν εφαρμόζουν στη θέση του επιδίκου. Σημειωτέον, όμως, ότι, ούτε οι εφεσίβλητες - ενάγουσες, αλλά ούτε και ο δικαιοπάροχός τους επικαλούνται τις φορολογικές εγγραφές του 1907.
Καταλήγοντας δε, όσον αφορά την εφαρμογή των ανωτέρω τίτλων, αναφέρει ότι, σύμφωνα με την 12198/1983 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Αγγελικής Παπαγεωργαντά, ο .... και η .... αποδέχονται την κληρονομία της θανούσας κατά το έτος 1973 μητρός τους ... χήρας Σ το γένος .... Στην κληρονομία αυτήν περιλαμβάνεται και το 1/4 εξ αδιαίρετου μιας αμπέλου, κειμένης στη θέση "..." του χωρίου ..., εκτός σχεδίου πόλεως, εκτάσεως δυο στρεμμάτων, μιας αύλακος και 200 πήχεων, συνορευομένης γύρωθεν με ιδιοκτησίες ...
η ...., ..., ...., ... πρώην και νυν .... Με την 12199/1983 δωρεά εν ζωή ακινήτων της συμβολαιογράφου Πειραιώς, ..., οι ανωτέρω κληρονόμοι της .... και του Σ, .... και ..., προβαίνουν στη δωρεά του παραπάνω ακινήτου στο Σ με την ίδια περιγραφή, εμβαδόν και όρια. Με το 2105/1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Παρασκευής Τσολάκου - Αβραάμ, ο Σ πωλεί στο Ψ ένα αγρό εκτάσεως 5.604,50 τ.μ., που συνορεύει με ιδιοκτησίες αγνώστων, σύμφωνα με το διάγραμμα που το συνοδεύει.
Η ιδιοκτησία πήρε ΚΑΕΚ 134. Στην με α.α.387 του Τουρκικού έτους 1323 [χριστιανικού 1907] εγγραφή στο Β' Πρόχειρο Βιβλίο [Μουσφετε] χωρίου ...., περιγράφεται ένα αμπέλι έκτασης 2 στρεμμάτων, 1 αυλακίου και 200 πήχεων, στη θέση .... [....], αριθμό μετώπου 45, με ιδιοκτήτες το ... και .... και όρια ... και ... και ... και .... Από την εξέταση των φορολογικών στοιχείων, καταλήγει ότι, από την μέχρι τώρα ανάλυση καθώς και από την παρακάτω επεξεργασία των ορίων που αναφέρονται σε συμβόλαια και διαγράμματα ομόρων ιδιοκτησιών συμφωνά με το Κτηματολόγιο, που αποτελεί κατά τεκμήριο το υφιστάμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς, διαπιστώνεται ότι σήμερα οι ιδιοκτησίες κατέχονται ή έχουν δηλωθεί ο σε διαφορετικές θέσεις από αυτές που κατείχαν κατά το έτος 1907, όταν καταγράφηκαν στις φορολογικές εγγραφές.
Προφανώς, με την πάροδο των ετών, κάποιες ιδιοκτησίες εγκαταλείφθηκαν για διάφορους λόγους από τους ιδιοκτήτες τους και καταλήφθηκαν από άλλους ή επεκτάθηκαν με αποτέλεσμα την πλήρη αλλαγή του κτηματολογικού χάρτη της περιοχής του επιδίκου. Πιθανόν να έγιναν και μεταβιβάσεις μετά το 1907 και μέχρι την απελευθέρωση του 1912 χωρίς να ενημερωθούν οι φορολογικές εγγραφές.
Η ανυπαρξία του χάρτη που να συνοδεύει τις φορολογικές εγγραφές, οδηγεί αναπόφευκτα στην προσπάθεια συναρμολόγησης ενός ΠΑΖΛ των ιδιοκτησιών με γνώμονα τους αριθμούς και τα ονόματα των ομόρων στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα [Βόρεια, Νότια, Ανατολικά, Δυτικά]. Η προσπάθεια αυτή της πραγματογνώμονος απέτυχε, συνεχίζει το Εφετείο, διότι αποδείχθηκε ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 1907 δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στο υφιστάμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς, όπως καταγράφηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο.
Τέλος, μετά από ενδελεχέστατες έρευνες και εφαρμογές, καταλήγει στα συμπεράσματα ότι, το επίδικο περιλαμβάνεται εν όλω στο υπ' αρ. 2105 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Παρασκευής Τσολάκου Αβραάμ και όχι στο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαίρης Αθανασιάδου - Τζεναβερίδου. Δεν μπορεί ν' αποφανθεί εάν το επίδικο περιλαμβάνεται εν μέρει ή εν όλω στο υπ' αρ. 12198/1983 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Αγγελικής Παπαγεωργαντά.
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, εξετάζοντας την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών και ως προς τη βάση της έκτακτης χρησικτησίας, την είχε δεχτεί και είχε αναγνωρίσει αυτές συγκυρίες του επιδίκου ακινήτου, και (το Εφετείο) αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την υπόθεση απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.
Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) οι αναιρεσείουσες - ενάγουσες στήριξαν την αξίωσή τους για αναγνώριση της κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο τόσο σε παράγωγο τρόπο (κύρια βάση της) όσο και σε έκτακτη χρησικτησία (επικουρική βάση της).
Ειδικότερα στην ένδικη αγωγή, αναφορικά με την ως άνω επικουρική βάση της, εκτίθενται τα εξής : "Ο παρέχων πατέρας μας (αναιρεσειουσών) είχε καταστεί κύριος του ανωτέρω αγροτεμαχίου αιτία έκτακτης χρησικτησίας, αφού το νεμόταν και το κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του από κανέναν από το έτος 1935 και μέχρι την προς εμάς μεταβίβαση.
Συγκεκριμένα, το επίδικο στο μακρινό παρελθόν ανήκε στη νομή και κατοχή του παππού μας Θ, ο οποίος το χρησιμοποιούσε ως αμπέλι. Ο παππούς μας με άτυπη δωρεά που έλαβε χώρα το έτος 1932 μεταβίβασε τη νομή και την κατοχή του επιδίκου δια παραδόσεως στον πατέρα μας, ο οποίος έκτοτε εγκαταστάθηκε σωματικά σ' αυτό και συνέχισε να το χρησιμοποιεί ως αμπέλι για μια δεκαετία περίπου, οπότε καταστράφηκε το αμπέλι από φυλλοξήρα, που έπληξε όλους τους αμπελώνες του ....
Όλα τα επόμενα έτη και μέχρι το έτος 1963 το επίδικο έμεινε ακαλλιέργητο, σ' αυτό δε συνέβαλε το γεγονός ότι στην ευρύτερη περιοχή του επιδίκου και σε απόσταση 300 μέτρων περίπου (σε ευθεία γραμμή) αναπτύχθηκαν λατομεία, που λόγω της σκόνης που εξέπεμπαν δεν ευνοούσαν την ανάπτυξη καλλιεργειών. Το έτος 1963, ο συγχωριανός μας ....
μίσθωσε το επίδικο από τον πατέρα μας, προκειμένου να ανεγείρει σ' αυτό και να εκμεταλλεύεται κτηνοτροφική μονάδα. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε είδος και συγκεκριμένα σε γαλακτοκομικά προϊόντα. Πράγματι, από το έτος 1963 και μέχρι το έτος 1972 ο .... διατηρούσε στο επίδικο ποιμνιοστάσιο, στο οποίο εξέτρεφε αιγοπρόβατα.
Το έτος 1972 το ποιμνιοστάσιο καταστράφηκε από πυρκαγιά και δεν επαναλειτούργησε. Παρά την απόδοση του μισθίου από τον μισθωτή, ο πατέρας μας δεν το εγκατέλειψε, αλλά συνέχισε να το χρησιμοποιεί όπως και στο παρελθόν, δηλαδή το επισκεπτόταν, το πρόσεχε από καταπατήσεις τρίτον, το εμβαδομέτρησε, το τοπογράφησε, το δήλωσε ως ιδιοκτησία του στο Εθνικό Κτηματολόγιο το έτος 1999, διαπραγματεύτηκε την πώλησή του σε τρίτους και γενικά το χρησιμοποιούσε ως οικόπεδο (μιας που καλλιέργεια δεν μπορούσε να αναπτυχθεί, λόγω των λατομείων, που υπάρχουν και λειτουργούν μέχρι σήμερα).
Αμέσως μετά την προς εμάς (αναιρεσείουσες) μεταβίβαση της κυριότητας, νομής και κατοχής του επιδίκου, δηλαδή από την 5-5-2000, εγκατασταθήκαμε εμείς σωματικά σ' αυτό και αρχίσαμε να το χρησιμοποιούμε όπως και πιο πριν ο πατέρας μας, δηλαδή, το επισκεπτόμαστε, το προσέχουμε από καταπατήσεις τρίτων, το περιλάβαμε κι εμείς στις δηλώσεις μας για το Εθνικό Κτηματολόγιο και γενικά διενεργούμε σ' αυτό μέχρι σήμερα με διάνοια κυρίου κάθε υλική και εμφανή πράξη νομής, που ταιριάζει σε οικόπεδο".
Είναι φανερό ότι με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που εκθέτουν στην ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσείουσες την στηρίζουν καθ' υποφοράν και στη βάση της έκτακτης χρησικτησίας.. Τούτο δε διότι οι αναιρεσείουσες εκθέτουν στην αγωγή ότι τόσο ο δικαιοπάροχος πατέρας τους όσο και οι ίδιες άσκησαν συγκεκριμένες πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο για διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή τόσο ως προς την κυρία βάση της, δεχθέν ειδικότερα ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στο αναφερόμενο 6406/5-5-2000 συμβόλαιο γονικής παροχής που ως τίτλο επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, όσο και ως προς την βάση της που στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία.
Όμως, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη της ως άνω επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής. 'Ετσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο όπως εκτιμάται, προβάλλονται αιτιάσεις για απόρριψη της από την έκτακτη χρησικτησία βάσης της αγωγής χωρίς καθόλου αιτιολογία, και ο οποίος είναι, κατ' ορθή υπαγωγή, είναι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, είναι βάσιμος.
ΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν τις αιτιάσεις, όπως ο λόγος αυτός εκτιμάται, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή το ακίνητο που περιγράφεται στο συμβόλαιό τους (6406/2000) δεν ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο.
Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται επαρκώς το γεγονός που δέχθηκε αυτή, ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο 2105/1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Τσολάκου - Αβραάμ, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος αγόρασε το αναφερόμενο σαυτό ακίνητο, και όχι στο 6406/2000 συμβόαιο της συμ/φου Θεσσαλονίκης Μαίρης Αθανασιάδου - Τζεναβερίδου, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος που δέχθηκε αυτή, ότι δεν προκύπτει αν το επίδικο περιλαμβάνεται ή όχι στο 12198/1983 συμβόλαιο της συμ/φου Πειραιώς Αγγελικής Παπαγεωργαντά, που αποτελεί τίτλο του αμέσου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου.
Τέλος, με βάση όσα παραπάνω εκτίθενται ότι δέχθηκε, το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι ενώ δέχεται ότι δεν είναι δυνατή η αντιστοίχιση των ακινήτων της περιοχής όπου το επίδικο, όπως αυτά καταγράφονται στο Εθνικό Κτηματολόγιο, με τα ακίνητα που περιγράφονται στις φορολογικές εγγραφές του έτους 1907, ειδικά για το επίδικο ακίνητο δέχεται, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, ότι είναι εφικτή μια τέτοια αντιστοίχιση (δηλαδή μεταξύ φορολογικών εγγραφών του 1907 και της παρούσας κατάστασης) και σ' αυτή την αντιστοίχηση στήριξε το συμπέρασμά της ότι δεν υπάρχει ταύτιση του επιδίκου ακινήτου με το ακίνητο που περιγράφεται στον τίτλο των αναιρεσειουσών.
Επομένως και ο παραπάνω λόγος (τέταρτος) της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, το ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 630/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης..
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ