Legislator Case Law & Legislation
1955/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property access claim, upholding lower court's finding of no legal right of way.

Case Number 1955/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Syros regarding a dispute over property access. The appellants argued they had a contractual right to pass through a road, while the appellees claimed the road was impassable and dangerous. The court rejected the appeal because the lower court correctly applied civil code provisions to find no legal right of way existed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1121 and 1041 of the Civil Code; The court established that a secondary court's finding of no legal right of way based on the road's impassability and danger is binding and cannot be overturned on appeal without new evidence.

Keywords

AI generated
right of way property access impassable road contractual relationship appeal dismissal civil code provisions legal burden of proof

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553§1 item b', 556§1, 558 paragraph a', 564§2, 566§1 of the Code of Civil Procedure
Article 577§1 of the Code of Civil Procedure
Article 577§2 of the Code of Civil Procedure
Article 561§2 of the Code of Civil Procedure
Article 495§3 item e' of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189§1 and 191§2 of the Code of Civil Procedure
Articles 1121 and 1041 of the Civil Code
Article 6§1 of the European Convention on Human Rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1955 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1955/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Λ. και της Ε., κατοίκου ..., 2) Λ. Σ. του Ι. και της Ε. κατοίκου ..., 3) Γ. Σ. του Λ. και της Ε., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Γεωργούλα, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) κλπ 3)…, κατοίκου….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ..2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ..2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29.09.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με στοιχεία …..2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 15.10.2020 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ….2020 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πάρου, το οποίο είχε κάνει απορρίψει την από 15.07.2019 αγωγή αυτών (αναιρεσιβλήτων). Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι(…) ήγειραν κατά των ήδη αναιρεσειόντων(…..) την από 15.07.2019 από το άρθρο 1132 του Α.Κ.

αγωγή, την οποία απηύθηναν στο Ειρηνοδικείο Πάρου. Η αγωγή εκδικάστηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία από το Ειρηνοδικείο Πάρου, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ…..2020, απορριπτική της αγωγής, οριστική απόφαση. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με το ένδικο μέσο της εφέσεως, το οποίο έστρεψαν κατά των ήδη αναιρεσειόντων και απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου.

Η από 15.10.2020 έφεση συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η, με στοιχεία…..2021, τελεσίδικη απόφαση αυτού με την οποία η έφεση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Της αποφάσεως αυτής ζητούν την αναίρεση οι αναιρεσείοντες με την από 29.09.2021 αίτησή τους για τους περιεχόμενους στο αναιρετήριο λόγους.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την εκφορά της κρίσεώς του επί της ως άνω εφέσεως δέχτηκε, κατ' αντιγραφήν, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι κύριοι των εξής ακινήτων: 1) Ο πρώτος ενάγων είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 4.968 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "…" της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος …του Δήμου…, αποτυπώνεται στο από Νοεμβρίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.

Ρ. με στοιχεία ... και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία Ν. και Μ. Χ., Νότια με ιδιοκτησία ….. και εν μέρει με γραμμή αιγιαλού και παραλίας, Ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. και Μ. Χ. και Δυτικά με αιγιαλό. Ο πρώτος ενάγων απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο ως εξής: α) Κατά το τμήμα αυτού εμβαδού 4.085 τ.μ. με πώληση από τον προηγούμενο κύριο αυτού Λ.

Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1973 συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Π. Δ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου …στον τόμο … με αριθμό ... β) Κατά το τμήμα αυτού εμβαδού 907,50 τ.μ. με πώληση από τον προηγούμενο κύριο αυτού Λ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1979 συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Π.

Δ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Π… στον τόμο ….με αριθμό …. 2) Η δεύτερη ενάγουσα έχει την πλήρη κυριότητα στο 1/2 εξ αδιαιρέτου και την ισόβια επικαρπία στο άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου και ο τρίτος ενάγων την ψιλή κυριότητα στο 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 10.234 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος …..του Δήμου Π…., αποτυπώνεται στο από Νοεμβρίου του 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.

Ρ. με στοιχεία Μ-….. Μ και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία των εναγόμενων (επονομαζόμενο "….."), Νότια με ιδιοκτησία Ν. και Μ. Χ. και με ιδιοκτησία των εναγόμενων (επονομαζόμενη "…"), Ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Λ. Σ. και ήδη πρώτου εναγόμενου με την ονομασία "...", και Δυτικά με ιδιοκτησία Ν. και Μ. Χ.. Το ανωτέρω ακίνητο το απέκτησαν η δεύτερη ενάγουσα και ο σύζυγος αυτής Γ.

Χ. σε ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου έκαστος με πώληση από τον προηγούμενο κύριο αυτού Λ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1994 συμβολαίου της τέως συμβολαιογράφου Π. Μ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου …στον τόμο … με αριθμούς….. Μετά δε το θάνατο του Γ. Χ., το δικό του μερίδιο περιήλθε, κατόπιν της από 14-7-2001 διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε από το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος …… με το υπ' αριθμ. ...-2018 πρακτικό του και καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο …με αριθμό … και δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2019 πράξης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. - Δ.

Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου…, στον τόμο…, με αριθμό …, κατά ψιλή κυριότητα στον τρίτο ενάγοντα και κατά επικαρπία στην δεύτερη ενάγουσα. Από την πλευρά τους οι εναγόμενοι είναι κύριοι των κάτωθι ακινήτων: Α) Ο πρώτος εναγόμενος έχει την επικαρπία και ο δεύτερος την ψιλή κυριότητα σε ένα αγρό, με την ονομασία "...", εμβαδού 6.737 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος ….του Δήμου…, αποτυπώνεται στο από 13-6-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ.

Μ. με στοιχεία Α-…… και συνορεύει Βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Θ. Μ. - Μ. και με ιδιοκτησία πρώην Δ. Η. Σ., Βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Σ. και ιδιοκτησία Ε. Α. Σ., Ανατολικά με αγροτική οδό μεταβλητού πλάτους, Νότια με αγροτική οδό μεταβλητού πλάτους και Νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Γ. Λ. Σ.. Β) Ο τρίτος εναγόμενος είναι πλήρης και αποκλειστικός κύριος σε ποσοστό 100/100 ενός αγρού, με την ονομασία "Λ..", εμβαδού 11.660 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Α… του Δήμου Π…, αποτυπώνεται στο από 13-6-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ.

Μ. με ….και συνορεύει Βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Θ. Μ. - Μ., Βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Ι.Λ. Σ. και αγροτική οδό, Νοτιοανατολικά με ιδιοκτησίες Ι. Λ. Σ., και Νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία πρώην Λ. Σ.. Γ) Ο τρίτος εναγόμενος είναι επίσης πλήρης και αποκλειστικός κύριος σε ποσοστό 100/100 ενός αγρού, με την ονομασία "Κ….", εμβαδού 4.074 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Α.

του Δ. Π., αποτυπώνεται στο από 13-6-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Μ. με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α και συνορεύει Δυτικά με ιδιοκτησία Θ. Μ. - Μ., Βορειοανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Λ. Σ., Νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Λ.. Σ., και Νοτιοδυτικά με αγροτική οδό πλάτους 4 μέτρων. Δ) Ο πρώτος εναγόμενος είναι επικαρπωτής και ο δεύτερος εναγόμενος ψιλός κύριος ενός αγρού, με την ονομασία "...", που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Α.

του Δ. Π., έχει εμβαδόν 7.135 τ.μ. και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία Μ., Νότια με πρώην ιδιοκτησία Α. Σ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Σ., Ανατολικά με αγροτική οδό πλάτους 4 μέτρων και με ιδιοκτησία Γ. Σ., Νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Γ. και Δ. Χ., Δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. και Δ. Χ. και εν μέρει με πρώην ιδιοκτησία Λ.

Σ.. Ε) Ο πρώτος εναγόμενος είναι επίσης κύριος ενός αγρού, με την ονομασία "...", που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Α. του Δ. Π., έχει εμβαδόν 8.348 τ.μ. και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία Π. Σ., Νότια και Ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. και Λ. Σ. με την ονομασία "...", Δυτικά με ιδιοκτησία των εναγόντων και ιδιοκτησία Γ.

και Δ. Χ. και ιδιοκτησία Ι. και Λ. Σ. με την ονομασία "...". Αποδείχθηκε ακόμα ότι τα ακίνητα των εναγόντων τυγχάνουν αμφότερα περίκλειστα και συνδέονται με την πλησιέστερη δημόσια οδό διαμέσου μίας λωρίδας γης που διέρχεται από τα ακίνητα ιδιοκτησίας των εναγόμενων και αποτελείται από τα κάτωθι τμήματα:

α) Το πρώτο τμήμα της διέρχεται από το ανωτέρω υπό Α ακίνητο με την ονομασία "...", έχει εμβαδόν 217,50 τ.μ., αποτυπώνεται στο από Νοέμβριο 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Ρ. με στοιχεία …και συνορεύει Βόρεια με υπόλοιπο του ακινήτου με την ονομασία "...", Νότια με ιδιοκτησία Ι. Σ., Ανατολικά με δημόσια οδό, Δυτικά με ιδιοκτησία Γ.

Σ. με την ονομασία "...". β) Το δεύτερο τμήμα της διέρχεται από το ανωτέρω ακίνητο υπό Β με την ονομασία "...", έχει εμβαδόν 448,80 τ.μ., αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 7….Ζ'-7 και συνορεύει Βόρεια και Νότια με υπόλοιπο της ιδιοκτησίας του Γ. Σ. με την ονομασία "...", Ανατολικά με ιδιοκτησία Ι.και Λ.

Σ. με την ονομασία "..." και Δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Σ. με την ονομασία "...". γ) Το τρίτο τμήμα αυτής διέρχεται από το ανωτέρω υπό Γ ακίνητο με την ονομασία "..." έχει εμβαδόν 249 τ.μ., αποτυπώνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία ... και συνορεύει Βόρεια και Νότια με υπόλοιπο της ιδιοκτησίας του Γ.

Σ. με την ονομασία "...", Ανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Σ. με την ονομασία "..." και Δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Σ. με την ονομασία "...". δ) Το τέταρτο τμήμα αυτής διέρχεται από το ανωτέρω υπό Δ ακίνητο με την ονομασία "..." έχει εμβαδόν 1.025,50 τ.μ., αποτυπώνεται στο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία …..και συνορεύει Βόρεια με ανωτέρω ακίνητα με επωνυμίες "..." και "..." και με ιδιοκτησία Γ.

Μ., Νότια με ιδιοκτησία Α. Δ., ιδιοκτησία Π. και υπόλοιπο ακίνητο με την ονομασία "...", Ανατολικά με ανωτέρω ακίνητα με τις επωνυμίες "..." και "...", Δυτικά με ιδιοκτησία Γ. και Δ. Χ. και με ιδιοκτησία Ι. Σ. με την ονομασία "..." και με ιδιοκτησία Ν. και Μ. Χ.. ε) Το πέμπτο τμήμα της διέρχεται από το ανωτέρω υπό Ε ακίνητο με την ονομασία "...", έχει εμβαδόν 29,60 τ.μ., αποτυπώνεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία ….και συνορεύει Βόρεια με ανωτέρω υπόλοιπο ακίνητο "...", Ανατολικά και Δυτικά με ανωτέρω ακίνητο με την ονομασία "...".

στ) Στη συνέχεια η ανωτέρω δίοδος συνεχίζει με κατεύθυνση από Ανατολικά προς τα Δυτικά από το ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. και Μ. Χ. και δη από το τμήμα αυτού εμβαδού 733 τ.μ., που αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία ….. και συνορεύει Βόρεια με υπόλοιπη ιδιοκτησία Δ. και Μ. Χ. και ιδιοκτησία Γ.

και Δ. Χ., Νότια με ιδιοκτησία Ν. και Μ. Χ., Νοτιοδυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν. και Μ. Χ., Ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Γ. και Δ. Χ. (νυν ιδιοκτησία Δ. και Ν. Χ.), και Δυτικά με ιδιοκτησία Α. Φ. (πρώτου ενάγοντος). Επί της ανωτέρω λωρίδας γης έχει αποκτήσει δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου, ως κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου του που περιγράφηκε ανωτέρω υπό 1, ο πρώτος ενάγων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς ασκούσε το δικαίωμα διέλευσης διαμέσου της συγκεκριμένης εδαφικής λωρίδας ήδη από το 1973 έως τον Οκτώβριο του 2011, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, με διάνοια δικαιούχου δουλείας, χωρίς καμία αντίρρηση ή αμφισβήτηση από τον οποιονδήποτε και ειδικότερα από τους εναγόμενους.

Επί της αυτής λωρίδας γης έχουν αποκτήσει επίσης δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου οι δεύτερη και τρίτος των εναγόντων, ως συγκύριοι του ανωτέρω υπό 2 δεσπόζοντος ακινήτου, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθώς και αυτοί χρησιμοποιούσαν την ανωτέρω λωρίδα για να έχουν πρόσβαση στο ακίνητο ιδιοκτησίας τους από το 1994 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2011, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 10 ετών, με διάνοια δικαιούχου δουλείας και καλή πίστη, καθώς δεν τους παρεμπόδισε κανείς στη διέλευσή τους, ούτε οι εναγόμενοι.

Ασκούσαν δε την ανωτέρω οιονεί νομή στηριζόμενοι σε νόμιμο μεταγεγραμένο τίτλο και δη στο υπ' αριθμ. ...1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Π. Μ. Κ., το οποίο τυγχάνει άκυρο, γιατί ο δικαιοπάροχός τους σε αυτό Λ. Σ. δεν είχε την κυριότητα του εκ των δουλευόντων ακινήτων με την ονομασία "...", καθώς το είχε παραχωρήσει δυνάμει γονικής παροχής στο γιο του και ήδη τρίτο εναγόμενο Γ.

Σ., όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι ενάγοντες με τις προτάσεις τους. Στο συμπέρασμα περί κτήσης πραγματικής δουλείας διόδου εκ μέρους των εναγόντων στη συγκεκριμένη εδαφική έκταση κατέληξε το Δικαστήριο συνεκτιμώντας: 1) Το γεγονός πως η ανωτέρω δίοδος όλο το ως άνω χρονικό διάστημα από το 1973 έως και τον Οκτώβριο του 2011 ήταν ελεύθερη εμποδίων σε όλο το μήκος της.

Το γεγονός αυτό το επιβεβαιώνεται από την υπ' αριθμ. …2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Β. συζύγου Α. Μ., η οποία με το σύζυγό της χρησιμοποιούσαν την ανωτέρω δίοδο για να εισέρχονται με αυτοκίνητο από το δημόσιο δρόμο στην κατοικία του πρώτου ενάγοντος κατά τη δεκαετία από το 1980 έως και το 1990, από την υπ' αριθμ.

….-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ε. Σ. του Β., ο οποίος είναι κύριος γειτονικού στα ακίνητα των διαδίκων ακινήτου, από την υπ' αριθμ. …2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Λ. Δ. του Π., ο οποίος είχε επισκεφθεί τα ακίνητα των εναγόντων το 1978, το 1985, το 1990 και το 1998, από την υπ' αριθμ. ….2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Μ.

Σ. - Σ. του Α., η οποία επισκέφθηκε τα ακίνητα των εναγόντων τα έτη 1978, 1987, 1989, 1990, 1993, 1995, 1997, 2005, 2009 και 2012. Άλλωστε, η πόρτα που διαχώριζε την ιδιοκτησία του πρώτου και δεύτερου εναγόμενου με την ονομασία "..." από το δημόσιο δρόμο ήταν μονίμως ανοιχτή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Π.

Τ. του Χ., ο οποίος ως σύζυγος της αδελφής του πρώτου ενάγοντος επισκέπτονταν το ακίνητο του τελευταίου συνεχώς από το 1992 έως και το 2011. Όταν δε κατασκευάστηκε πόρτα που άνοιγε με ηλεκτρικό τηλεχειριστήριο, οι εναγόμενοι φρόντισαν τέτοιο τηλεχειριστήριο να δοθεί και στους ενάγοντες (βλ. την υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Μ. - Ε.

Τ. του Χ.). 2) Η ανωτέρω δίοδος ανοίχθηκε με δαπάνες του πατέρα του πρώτου ενάγοντος και στη συνέχεια συντηρούνταν με μέριμνα και δαπάνες των εναγόντων, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ...2019 ένορκη βεβαίωση της Δ. Σ. συζύγου Ε. Σ. το γένος Ε. Γ., η οποία είναι κάτοικος της περιοχής από το 1970, την υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Μ. - Ε.

Τ. του Χ. συζύγου του πρώτου ενάγοντος, η οποία γνωρίζει την περιοχή από το 1992, από την υπ' αριθμ. -2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ε. Π., η οποία ήταν κυρία ακινήτου στην περιοχή από το 1984 έως το 1987, και από την υπ' αριθμ. ….2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Α. Π. του Γ.. 3) Τα συνεργεία που κατασκεύασαν τις οικίες των εναγόντων σε αμφότερα τα ακίνητά τους διέρχονταν μέσω της διόδου αυτής για να μεταφέρουν υλικά και να εκτελούν τις εργασίες ανέγερσης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ...2019 ένορκη βεβαίωση της Δ.

Σ. συζύγου Ε. Σ. το γένος Ε. Γ., την υπ' αριθμ. …2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ε. Π., η οποία ήταν κυρία ακινήτου στην περιοχή από το 1984 έως το 1987, αλλά κυρίως από την υπ' αριθμ. ….2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Α. Π. του Γ., η οποία είναι η αρχιτέκτονας που ανέλαβε την κατασκευή της κατοικίας των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων.

Εξάλλου και μετά την κατασκευή των ακινήτων, η συντήρηση αυτών γινόταν μέσω της συγκεκριμένης διόδου, όπως προκύπτει ιδίως από την υπ' αριθμ. …-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Β. Μ. του Α., που είχε αναλάβει την συντήρηση της πισίνας που διατηρούν οι δεύτερη και τρίτος των εναγόντων στο ακίνητό τους, και χρησιμοποιούσε για πρόσβαση στο ακίνητο των ανωτέρω αλλά και για να μεταφέρει νερό στο ακίνητο του πρώτου ενάγοντος, την δίοδο που ορίζεται στην αγωγή, χωρίς ποτέ να τον εμποδίσουν ποτέ οι εναγόμενοι. 4) Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Λ.

Σ. είχε συμφωνήσει να παραχωρήσει στους ενάγοντες την ανωτέρω δουλεία διόδου, ατύπως μεν στον πρώτο ενάγοντα (βλ. την υπ' αριθμ. …2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Κ. Μ., που ήταν παρών κατά τις διαπραγματεύσεις για την αγορά του ακινήτου μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του Λ. Σ.), και δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1994 συμβολαίου στους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων (συμβόλαιο που όμως τυγχάνει άκυρο σύμφωνα με τα προαναφερθέντα). 5) Η εν λόγω δίοδος είναι οριοθετημένη με χαμηλό τοιχίο, έτσι ώστε να διακρίνεται από τα υπόλοιπα τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόμενων, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθμ.

….2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Κ. Μ., στην υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Μ. - Ε. - Τ. του Χ., και αποτυπώνεται στις φωτογραφίες που οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν. 6) Ουδέποτε κάποιος από τους επισκέπτες των εναγόντων χρειάστηκε την άδεια των εναγόμενων για να επισκεφθεί τα ακίνητα των πρώτων κάνοντας χρήση της εν λόγω διόδου, όπως αναφέρεται στην υπ' αριθμ.

….2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Κ. Μ., στην υπ' αριθμ...2019 ένορκη βεβαίωση της Δ. Σ. συζύγου Ε. Σ. το γένος Ε. Γ., στην υπ' αριθμ. ….2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Β. συζύγου Α. Μ.. Ούτε άλλωστε οι εναγόμενοι προέβαλλαν ποτέ κάποια σχετική αντίρρηση πριν τον Οκτώβριο του 2011, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 2021 ένορκη βεβαίωση του Α. - Α.

Μ. Φ. του Α., ο οποίος ως συνάδελφος του πρώτου ενάγοντος είχε επισκεφθεί τα ακίνητο ιδιοκτησίας του και το ακίνητο των άλλων εναγόντων κατά τα έτη 1986, 1988, 1991, 1994 και 1998, την υπ' αριθμ. ...2012 ένορκη βεβαίωση του Κ. Π. του Π., ο οποίος διατηρεί επίσης οικία στην Πάρο, στην περιοχή "...", και την υπ' αριθμ. ...2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. - Π.

Β. του Κ., ο οποίος διατηρεί οικία στην περιοχή "..." και επισκεπτόταν τακτικά το ακίνητο του πρώτου ενάγοντος από το 1976 και το ακίνητο των άλλων δύο εναγόντων από το 1994. 7) Η σύνδεση των ακινήτων των εναγόντων με το δίκτυο ύδρευσης έγινε με σωλήνες που διέρχονται στο υπέδαφος κάτω από την ανωτέρω λωρίδα γης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ε.

Π. του Ε. και την υπ' αριθμ. …2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Α. Π. του Γ.. 8) Σύμφωνα με την από Ιουνίου 2012 έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας ιδιοκτησιών του τοπογράφου μηχανικού Δ. Μ., η δίοδος αποτυπώνεται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1979, 1982, 1992 και 2007 έως 2009, όπως ακριβώς περιγράφεται στο προαναφερθέν υπ' αριθμ. ...1994 συμβόλαιο και στην αγωγή, διατηρώντας το σχήμα και τη μορφή της στη διάρκεια των ετών.

Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από την υπ' αριθμ. ...2019 ένορκη βεβαίωση της Α. Σ. και την υπ' αριθμ. ...2019 ένορκη βεβαίωση της Ε. Π., γιατί, όπως αμφότερες παραδέχονται στις καταθέσεις τους, είχαν στο παρελθόν εμπλακεί σε δικαστική διένεξη με τους ενάγοντες κατόπιν έγκλησης των τελευταίων εναντίον τους.

Ομοίως δεν ανατρέπεται το ανωτέρω συμπέρασμα από τις υπ' αριθμ. …2017 και ../2017 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Πάρου, καθώς με αυτές το εν λόγω δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς αλλά απέρριψε λόγω αοριστίας αγωγή των εκκαλούντων αλλά και των εφεσίβλητων. Ούτε συνάγεται κάτι αντίθετο με τα προεκτεθέντα από την υπ' αριθμ. ..2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία έκανε δεκτή έφεση των εναγόμενων κατά της υπ' αριθμ. ../2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πάρου και εξαφάνισε αυτή.

Ειδικότερα, η συγκεκριμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πάρου δέχθηκε, στα πλαίσια δίκης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, πως οι ενάγοντες της υπό κρίση αγωγής ασκούσαν οιονεί νομή δουλείας διόδου επί της υπό κρίση λωρίδας γης. Η απόφαση αυτή, που δίκασε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων νομής, εξαφανίσθηκε με την ανωτέρω απόφαση του Πρωτοδικείου Σύρου, που δίκασε τη διαφορά κατ' έφεση και απέρριψε την αίτηση, πλην όμως η εν λόγω απόφαση κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα δεχόμενη παραγραφή του δικαιώματος από την αποβολή από οιονεί νομή δουλείας κατ' άρθρο 992 ΑΚ και δεν έκρινε επί της ύπαρξης ή μη του δικαιώματος δουλείας.

Τέλος, δεν ανατρέπεται το συμπέρασμα αυτό από την υπ' αριθμ. ..2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Φ. Φ. Κ., ο οποίος μισθώνει την ιδιοκτησία του τρίτου εναγόμενου μόλις από το 2008, συνεπώς δεν γνώριζε την κατάσταση πριν τη χρονολογία αυτή, αλλά ούτε και από την υπ' αριθμ. …2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..και την υπ' αριθμ.

…2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Ζ., καταθέσεις που μόνες τους δεν ισοσταθμίζουν το πλήθος των ενόρκων βεβαιώσεων που οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν κατά τα ανωτέρω. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι τα ακίνητα των εναγόντων έχουν πρόσβαση σε δημόσια οδό από άλλη δίοδο πέραν της επίδικης. Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο της δικογραφίας πως η οδός, της οποίας η διάνοιξη εγκρίθηκε με την υπ' αριθ πρωτ …1988 απόφαση της Διεύθυνσης Δασών της Νομαρχίας Κυκλάδων, εξυπηρετεί την πρόσβασή των ιδιοκτησιών των εναγόντων σε δημόσιο δρόμο, καθώς όπως αυτή αποτυπώνεται στο από 4-12-2012 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Κ.

Μ. και στο από Μαΐου του 2019 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του μηχανικού Δ. Φ., τα οποία αμφότερα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, δεν προσεγγίζει καν τα όρια των παραπάνω ακινήτων. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε πως η δίοδος αυτή είναι διανοιγμένη και βατή, έτσι ώστε να εξυπηρετεί την πρόσβαση των εναγόντων στις ιδιοκτησίες τους.

Αντίθετα, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Μ. Κ. Μ. η δίοδος αυτή είναι δύσβατη και επικίνδυνη. Πέραν δε τούτης της διόδου, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη καμία άλλης διόδου που να παρέχει πρόσβαση στις ιδιοκτησίες των εναγόντων σε δημόσιο δρόμο.

Συνεπώς, ο περί καταχρηστικής άσκησης ισχυρισμός των εναγόμενων τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Αποδείχθηκε ακόμα ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου 2011 οι εναγόμενοι, ενεργώντας μονομερώς και χωρίς προς τούτο δικαίωμα, τοποθέτησαν σειρά εμποδίων επί της προπεριγραφείσας εδαφικής λωρίδας δια της οποίας οι ενάγοντες ασκούν το δικαίωμα δουλείας διόδου που απέκτησαν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε.

Ειδικότερα, οι εναγόμενοι έκλεισαν οριστικά την πόρτα που βρίσκεται στο σημείο εξόδου προς την ανατολικά διερχόμενη δημόσια οδό επί του τμήματος της διόδου που διέρχεται από το ακίνητο με την ονομασία "..." (όπως αποτυπώνεται στο από Νοεμβρίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Ρ. με στοιχεία..'), τοποθέτησαν νέα πόρτα στο σημείο εισόδου στο ακίνητο με την ονομασία "..." (πόρτα που απεικονίζεται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα με στοιχεία …), καθώς και στο υπόλοιπο τμήμα της διόδου που διέρχεται από το ίδιο ακίνητο (πόρτα που αποτυπώνεται στο αυτό σχεδιάγραμμα με στοιχεία …), όπως και εντός του τμήματος της διόδου που διέρχεται του ακινήτου με ονομασία "..." (πόρτα που αποτυπώνεται στο ανωτέρω σχεδιάγραμμα με στοιχεία…).

Με αυτό τον τρόπο οι εναγόμενοι, χωρίς να έχουν κανένα προς τούτο δικαίωμα, προσέβαλλαν το δικαίωμα πραγματικής δουλείας των εναγόντων επί της προαναφερθείσας εδαφικής λωρίδας, καθώς δεν τους επιτρέπουν να κάνουν χρήση αυτής.". Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 του Α.Κ. προκύπτει ότι επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, εξαιτίας της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου φέρει το βάρος να ανέχεται μερική χρησιμοποίηση αυτού από τον κύριο του δεσπόζοντος (θετική πραγματική δουλεία).

Τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα είναι, μεταξύ άλλων, οι δουλείες οδού, αντλήσεως ύδατος κτλ. Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Στην περίπτωση της τακτικής χρησικτησίας απαιτείται καλή πίστη, η οποία πρέπει να συνδέεται με νόμιμο τίτλο και να υπάρχει κατά το χρόνο αποκτήσεως της νομής, ήτοι πεποίθηση του νομέως, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια του ότι με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, ενώ αυτός δεν τελεί σε καλή πίστη όταν γνωρίζει, ότι δεν έγινε κύριος ή από βαριά αμέλεια το αγνοεί (Α.Π. 191/2023, Α.Π. 547/2018, Α.Π. 569/2016).

Ειδικότερα, καλή πίστη υπάρχει, όταν ο νομέας, με βάση τα περιστατικά που κάθε φορά συντρέχουν, έχει, κατά την απόκτηση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά του αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος αποδείξεως. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής:

α) γνωρίζει ή β) από βαριά αμέλεια αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί. Τη συνδρομή της καλής πίστεως, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα κατά την κρίση του (Α.Π. 764/2022, Α.Π. 371/2020, Α.Π. 1602/2018, Α.Π. 2103/2017, Α.Π. 1097/2017).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1192, 1193, 1194 και 1198 του Α.Κ. , με σαφήνεια προκύπτει, ότι όταν, με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, καταρτίζονται δύο δικαιοπραξίες, οι οποίες είναι, κατά νόμο, μεταγραπτέες, πρέπει η καθεμιά από αυτές να μεταγράφεται χωριστά. Στην περίπτωση, επομένως, της συστάσεως δουλείας με δικαιοπραξία, με την οποία συγχρόνως συνιστάται ή μετατίθεται και άλλο εμπράγματο δικαίωμα, για την κτήση της δουλείας προσαπαιτείται η μεταγραφή της συστατικής αυτής δικαιοπραξίας, ειδικά και ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της εν λόγω δικαιοπραξίας ως προς τη σύσταση, μετάθεση του άλλου εμπράγματου δικαιώματος (Α.Π. 1841/2022, Α.Π. 294/2020, Α.Π. 24/2019, Α.Π. 1335/2010).

Επί παράνομης δε προσβολής παρέχεται στον δικαιούχο της δουλείας η αγωγή ομολογήσεως δουλείας από το άρθρο 1132 του Α.Κ. με αίτημα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής (Α.Π. 1841/2022. Α.Π. 1731/2011, Α.Π. 1343/2010). Εκτός από την άνω εμπράγματη αγωγή, ο δικαιούχος πραγματικής δουλείας μπορεί να προστατευθεί, ως οιονεί νομέας, με τα μέσα προστασίας της νομή ήτοι με τις Α.Κ. 996, 987, 989 διατάξεις, περί αποβολής και διαταράξεως της νομής.

Η περιγραφή του δεσπόζοντος ακινήτου και της δουλείας πρέπει να γίνεται κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους. Τέτοια περιγραφή του δεσπόζοντος ακινήτου και της δουλείας μπορεί να γίνεται και με αποτύπωση σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, το οποίο ενσωματώνεται στην αγωγή.

Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο δεν ενσωματώνεται τοπογραφικό διάγραμμα ή δεν αναφέρονται ακριβώς η έκταση του δεσπόζοντος και οι πλευρικές του διαστάσεις ή δεν κατονομάζονται οι όμοροι ιδιοκτήτες, εφόσον, και χωρίς τα στοιχεία αυτά, δεν δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του (Α.Π. 1400/2022, Α.Π. 1382/2014).

Έτι περαιτέρω στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1043 του Α.Κ. ορίζονται τα ακόλουθα: "Στα ακίνητα δεν υπάρχει νομιζόμενος τίτλος χωρίς μεταγραφή, στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται.". Εξάλλου, κατά το άρθρο 6§1 της από 04.11.1950 εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε, όπως και το πρόσθετο σε αυτή πρωτόκολλο των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952, με το ν.

δ. 53/19.09.1974 και μεταγλωττίσθηκε - αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το π. δ. 76/2022, "Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε ως προς αμφισβητήσεις για τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης. ... .".

Με το ανωτέρω άρθρο καθ' ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της, κατά τα ανωτέρω, δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διατάξεως όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ. και το ταυτόσημο με αυτό άρθρο 560 αριθμ.1 του Κ.Πολ.Δ., όταν πρόκειται για αναίρεση κατά αποφάσεως πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 και το ταυτόσημο με αυτό άρθρο 560 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ.

ή 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. . Ειδικότερα, αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 ή 5 των άνω άρθρων 559 και 560, αντίστοιχα, λόγος αναιρέσεως.

Αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 8/2017, Α.Π. 1024/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 5 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ. 8 περίπτ.

β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1841/2022, Α.Π. 703/2011). Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτήν, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (Α.Π. 148/2009, Α.Π. 1765/2005, Α.Π. 50/1992). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 11.1996).

Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 εδάφ. α' του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.Α.Π. 15/2001, Ολ.Α.Π. 43/1990) και περαιτέρω, να παρατίθεται όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Α.Π. 96/2020, Α.Π. 403/2019, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1059/2017).

Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δραστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 468/2024, Α.Π. 826/2021, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 49/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 5 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων (κατά το πρώτο σκέλος) στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, παρά τον δικό τους σχετικό ισχυρισμό, την ένδικη από 15.07.2019 αγωγή ως ορισμένη και προήλθε στον έλεγχο της νομικής και ουσιαστικής της βασιμότητας καίτοι αυτή (αγωγή) έπασχε από ποσοτική αοριστία αφού στην αγωγή δεν περιέχονταν όλα τα στοιχεία που ορίζει ο νόμος για την κτήση του περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος της πραγματικής δουλείας διελεύσεως με τακτική χρησικτησία, δεδομένου του ότι σε αυτή (αγωγή) δεν αναφερόταν το γεγονός ότι ο νόμιμος τίτλος, ήτοι το υπ' αριθμ.

…1994 συμβόλαιο της τέως συμβολαιογράφου Π. Μ. Κ., είχε μεταγραφεί και ως τέτοιο δια του οποίου συστήθηκε υπέρ των άνω αναιρεσιβλήτων και εις βάρος των δουλευόντων ακινήτων των αναιρεσειόντων δουλεία διελεύσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αναφορικά με τη μεταγραφή του ως άνω τίτλου, απαραδέκτως προβάλλεται και, τούτο, διότι, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), επισκόπηση των από 20.01.2021 αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προκύπτει ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) προέβαλαν τον σχετικό ισχυρισμό.

Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, αναφορικά με την περιγραφή της δουλείας διόδου (δεύτερο σκέλος), παραδεκτά προβάλλεται, πλην όμως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του δικογράφου της ίδιας ως άνω από 15.07.2019 αγωγής, προκύπτει ότι η ένδικη δουλεία διόδου περιγράφεται επαρκώς, παραλλήλως δε στην αυτή αγωγή έχει επισυναφθεί το από Νοεμβρίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα (γενική οριζοντιογραφία) του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ.

Ρ., στο οποίο γίνεται ακριβής αποτύπωση της δουλείας. Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον αυτό λόγο αναιρέσεως και αφορούν το συμβόλαιο κτήσεως του ακινήτου των δευτέρας και τρίτου των αναιρεσιβλήτων τόσο αυτοτελώς, όσο και με την ιδιότητά του ως νόμιμου τίτλου, τακτικής χρησικτησίας (τρίτο και τέταρτο σκέλη) σημειώνεται ότι αυτές (αιτιάσεις) είναι αόριστες και, τούτο, διότι δεν περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δια των οποίων πληρούνται οι προϋποθέσεις του πραγματικού εκάστης αιτιάσεως.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 5 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών αυτών συνισταμένων στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1121§2, 1041 και 1042 του Α.Κ., στη μη λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του λόγου της εφέσεώς τους, που αφορά στη μη επαρκή διερεύνηση της καλής πίστεως των δεύτερης και τρίτου αναιρεσιβλήτων, ως προϋποθέσεως της επικαλούμενης τακτικής χρησικτησίας τους και στην αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την κατάφαση της καλής πίστεως των δεύτερης και τρίτου αναιρεσιβλήτων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως και ως προς τα τρία σκέλη του παραδεκτά προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, αξιολόγησε τον σχετικό με την καλή ή μη πίστη των δεύτερης και τρίτου αναιρεσιβλήτων και, εκ του πράγματος, δέχθηκε ότι αυτή υπήρχε στα πρόσωπα των δεύτερης και τρίτου αναιρεσιβλήτων και, τέλος, με, άνευ αντιφάσεων, αιτιολογία δέχθηκε ότι οι δεύτερη και τρίτος αναιρεσίβλητοι διακατέχονταν από καλή πίστη αναφορικά με την κτήση του περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιώματος της δουλείας διελεύσεως περιλαμβάνοντας στο σκεπτικό του υλικές ενέργειες εξ ων προέκυπτε αυτή (κατοχή τηλεχειριστηρίου τοποθετηθείσης θύρας, μεταφορά υλικών οικοδομής, δίοδος αγωγού υδροδοτήσεως, ελεύθερη πρόσβαση επισκεπτών κτλ).

Έτι περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου που αφορά όλους τους αναιρεσιβλήτους, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους περί του ότι τα φερόμενα ως δεσπόζοντα ακίνητα δεν ήσαν περίκλειστα και, επιπλέον, περί καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων, ενώ διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον πρώτο από τους αμέσως προαναφερόμενους ισχυρισμούς.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς τον πρώτο ισχυρισμό (αυτόν περί της δυνατότητας των φερομένων ως δεσποζόντων ακινήτων να επικοινωνούν με δημόσιο δρόμο μέσω άλλης διόδου πλην της επίδικης) είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός, περί του ότι τα φερόμενα ως δεσπόζοντα ακίνητα δεν είναι περίκλειστα, δεν συνιστά πράγμα, κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αρνητικός στον αγωγικό ισχυρισμό περί της ιδιότητας των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων ως περικλείστων.

Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε την εκ μέρους των αναιρεσειόντων προβληθείσα ένσταση από το άρθρο 281 του Α.Κ. πρέπει να σημειωθεί ότι ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, έστω και κατ' ουσίαν, την ένσταση και, τούτο, διότι προβλήθηκε αορίστως δεδομένου ότι στις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου διατυπώθηκε ως εξής: " ... .

Όταν, όμως, το δεσπόζον ακίνητο έχει καταστεί αύταρκες σε μεγάλο βαθμό, σε συνδυασμό με τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, μπορεί να καταστήσει, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, καταχρηστική και απαγορευμένη την άσκηση του δικαιώματος της δουλείας, λόγω του ότι η συνέχιση ασκήσεως της δουλείας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος ... .".

Εξάλλου, αναφορικά με το τρίτο σκέλος του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως περί του ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό περί της ιδιότητας των φερομένων ως δεσποζόντων ακινήτων ως μη περικλείστων, πρέπει να σημειωθεί ότι η σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη και, τούτο, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με επαρκή και άνευ αντιφάσεων αιτιολογία, δέχτηκε ότι η φερόμενη, ως εξυπηρετούσα τα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, οδός δεν είναι διανοιγμένη και βατή, επιπλέον δε είναι δύσβατη και επικίνδυνη στη χρήση της.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, που αφορά όλους τους αναιρεσίβλητους, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 5 και 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., των αναιρετικών πλημμελειών συνισταμένων στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχτηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό τους ότι η διέλευση των αναιρεσιβλήτων από την επίδικη δίοδο λάμβανε χώρα στο πλαίσιο παρακλητικής σχέσεως και όχι ως δουλειούχων.

Ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου και κατά τα τρία σκέλη του είναι αβάσιμος, τούτο, δε διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1121 και 1041 του Α.Κ., ως προς το θέμα της οιονεί νομής των αναιρεσιβλήτων, ορθά, εκ του πράγματος, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι οι αναιρεσίβλητοι διέρχονταν από την επίδικη δίοδο έχοντας οιονεί νομή δουλειούχων και όχι δυνάμει παρακλητικής σχέσεως, επιπλέον δε με πλήρη και άνευ αντιφάσεων αιτιολογία στήριξε την περί αυτής (οιονεί νομής δουλειούχων) κρίση του.

Τέλος, αναφορικά με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 6§1 της Ε.Σ.Δ.Α., στο πλαίσιο των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγων του αναιρετηρίου, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση για την αξιολόγηση της σχετικής "αιτιάσεως", εφόσον οι αναιρεσείοντες ουδέν από τα ανωτέρω παρατεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη στο αναιρετήριο αναφέρουν σχετικά με το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ενόψει των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ….2021 αποφάσεως του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Σύρου, συνακόλουθα δε και το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες, για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), λόγω της ήττας τους, συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.09.2021 αίτηση αναιρέσεως των …..κατά της με στοιχεία …..τελεσίδικης αποφάσεως του, ως εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σ...

Απορρίπτει αίτημα επαναφοράς πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ