Legislator Case Law & Legislation
1955/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to procedural defects and vague grounds for review.

Case Number 1955/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued procedural errors regarding evidence evaluation and damages calculation, but the court found the appeal inadmissible. The court ruled that the appeal lacked specific factual premises and failed to clearly identify the violated legal provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it lacks specific factual premises and fails to clearly identify the violated legal provisions.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds procedural defect evidence evaluation damages calculation Code of Civil Procedure specific premises

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 300 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1955 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1955/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας … με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο Μ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Λ. - Λ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/9/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1970/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1787/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/10/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Κ. Χ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επέσπευσε τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 30-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 6176/932/2016 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού αρχικής δικασίμου την 1-4-2019, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, μαζί με την από 12-4-2019 βεβαίωση αναβολής, για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο της 20-3-2020, με κλήση να παραστεί στη συζήτηση.

Κατά την δεύτερη αυτή δικάσιμο η υπόθεση ματαιώθηκε δυνάμει της με αριθμό Δ1α/ΓΠ.οι. 18176 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 864/15-3-2020), για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας έναντι του Covid 19 και προσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (7-12-2020), εγγράφηκε δε στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, της εγγραφής αυτής επέχουσας ισχύ κλήτευσης όλων των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του ν.4690/2020 (ΦΕΚ Α' 104 3-5-2020).

Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει παρά την απουσία της.

ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1787/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή συνεκδικάστηκαν α) η από 25-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 4780/2014 έφεση της αναιρεσείουσας και β) η από 7-1-2015 και με αριθμό κατάθεσης 289/2015 έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά της με αριθμό 1970/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κάνει δεκτή εν μέρει την από 7-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης 153547/8841/2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία, αφού εξέθεσε την κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης με την αναιρεσείουσα, κλάδου πυρός και την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων της πρωτοδίκως, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης, στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα - εναγομένη, να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 52.119,86 ευρώ, ως αποζημίωσή της και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει, επιπλέον, τα ποσά των 203.667,09 ευρώ και των 161.075,25 ευρώ, για την αποκατάσταση θετικής και αποθετικής ζημίας, αντίστοιχα, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του αναγνώρισε την ακυρότητα της από … καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 457,28 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως, το ποσό των 119.418,64 ευρώ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25-6-2014 έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε την από 7-1-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης, ως προς το ουσιαστικό της μέρος. Στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ολικά, για το ενιαίο του τίτλου εκτέλεσης, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την οποία έκανε δεκτή κατά ένα μέρος και αφού αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από … καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης, υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσό των 457,28 ευρώ, ως αποζημίωσή της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, επίσης νομιμοτόκως, το ποσό των 119.418,64 ευρώ, ως θετική της ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ.

ΑΠ 18/2005, Ολ. ΑΠ 57/2000, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 1326/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008).

Εξάλλου, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018). Για την πληρότητα του παρόντος λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων, να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν νόμω βάσιμος και εάν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.

ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1453/2011, ΑΠ 367/2009). Ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται σαφώς και ειδικά ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.

ΑΠ 15/2000, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 760/2004). Ακόμη, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 669/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ, τους οποίους παραθέτει η αναιρεσείουσα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου το σφάλμα ότι "παρά το νόμο και τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αλλά και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, το δικάσαν Δικαστήριο εδέχθη ότι τάχα υφίστατο έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ ημών και της αντιδίκου κατά τον κρίσιμο χρόνο και ότι η ίδια ενομιμοποιείτο ενεργητικά να ασκήσει την ένδικη αγωγή της εναντίον μας.

Έδει να δεχθεί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τους υφ' ημών προταθέντες και πλήρως αποδειχθέντες πρωτοδίκως ισχυρισμούς και ενστάσεις μας, με τους οποίους προβάλαμε την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αντιδίκου εν προκειμένω άλλως, το παντελώς αβάσιμο της ενδίκου αγωγής της κατ' αρχάς και ερειδομένης σε άκυρη άλλως ουδέποτε αρξαμένη ασφάλιση".

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν.2496/1997 "η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις", η αναιρεσίβλητη, χάριν καταβολής των πρώτων ασφαλίστρων ποσού 1.105,81 ευρώ, μεταβίβασε στην αναιρεσείουσα, δια οπισθογραφήσεως, ισόποση μεταχρονολογημένη επιταγή, η οποία όμως δεν πληρώθηκε γιατί ήταν ακάλυπτη και ουδέποτε αποδείχθηκε ότι η επίδικη ασφάλιση δεν τελούσε υπό την προϋπόθεση της εξόφλησης του πρώτου ασφαλίστρου.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης και ως προς τα τρία σκέλη του είναι απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, πρωτίστως διότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει τις πραγματικές παραδοχές του ελάσσονος συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες διαμόρφωσε το αποδεικτικό της πόρισμα. Περαιτέρω, ως προς τα σκέλη του αναιρετικού λόγου από τους αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ και αν εκτιμηθεί ότι η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του πιο πάνω άρθρου 6 παρ.1 του ν.2496/1997, ο ίδιος λόγος είναι αόριστος διότι στο αναιρετήριο δεν εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η παραβίασή του, δηλαδή σε λανθασμένη ερμηνεία ή σε υπαγωγικό σφάλμα.

Επίσης ως προς το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ποια "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για "εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού" δεν ιδρύουν αυτοτελώς αναιρετικό λόγο, διότι αφορούν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 8 και 11 περ. γ' (κατ' ορθήν εκτίμηση) του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο και τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκτίμησε εσφαλμένα, δέχθηκε ότι το ένδικο περιστατικό πυρκαγιάς εκαλύπτετο ασφαλιστικώς και ότι η καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσείουσα ήταν άκυρη, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί απαλλαγής της από την καταβολή ασφαλίσματος, λόγω της από βαριά αμέλεια παραβίασης της υποχρέωσης προνοίας και επιμέλειας από την πλευρά της αναιρεσίβλητης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως προς τα δύο πρώτα σκέλη του, από τους αριθ.1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν εξειδικεύει ποια συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε, σε τι συνίσταται η παραβίασή της και δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ποια "πράγματα" δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν στα δικαστήρια της ουσίας, τα οποία παρά το νόμο να έλαβε ή να μην έλαβε υπόψη η απόφαση του Εφετείου.

Περαιτέρω, ως προς το τρίτο σκέλος του από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι θεώρησε πως το από Δεκεμβρίου 2008 ενημερωτικό σημείωμα της εταιρείας πραγματογνωμόνων "…" συνιστούσε πλήρη ενημέρωση της αναιρεσείουσας για το επίδικο συμβάν, ενώ επρόκειτο περί ενός ευσύνοπτου ενημερωτικού σημειώματος, καθώς και ότι δεν εκτίμησε ως έδει τη κατάθεση του μάρτυρα Μ.

Λ. - Λ., αλλά αντίθετα, δέχθηκε αβίαστα όλα όσα εκείνος κατέθεσε ως αληθή και βάσιμα, είναι απορριπτέος, διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν", ενώ στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης, τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη και το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης και ως προς το τρίτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, αιτιώμενη ότι παρά το νόμο και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν βαρύνεται με οικείο πταίσμα για την πρόκληση της ζημίας και ότι εσφαλμένα υπολόγισε το ύψος των ζημιών, συμπεριλαμβάνοντας και τον ΦΠΑ, ως ζημία της αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο και κατά εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ, έπρεπε να δεχθεί ότι η αξίωσή της ήταν αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, τρίτος και τέταρτος είναι απαράδεκτοι, ένεκα της αοριστίας τους, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και επιπλέον, δεν εκτίθεται, σχετικά με τον τρίτο λόγο, σε τι συνίσταται η παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, ενώ, αναφορικά με τον τέταρτο λόγο δεν παρατίθεται η ουσιαστική διάταξη που παραβιάστηκε.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, διότι η αναιρεσίβλητη που δεν παρίσταται δεν υποβάλει σχετικό αίτημα (άρθρο 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-10-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", για αναίρεση της με αριθμό 1787/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ