Appeal dismissed because prior acquittal on possession did not bar conviction for illegal modification of the same weapon.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a defendant challenging his conviction for illegal modification of a firearm. The defendant argued that a prior final acquittal on the charge of illegal possession of the same weapon precluded this conviction under the principle of res judicata. The court rejected this claim, ruling that possession and modification constitute distinct offenses with different legal elements, thus allowing separate convictions for the same physical object.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 7, 10 of Law 2168/1993 on Weapons; Article 94 of the Penal Code: The conviction for illegal possession of a weapon does not constitute res judicata regarding a subsequent conviction for the illegal modification of that same weapon, as these constitute distinct and separate offenses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1955 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1955/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Ελισάβετ Τσιρακίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ζ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 112/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Λασιθίου, Αικατερίνης Λεμπιδάκη, και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 794/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 1 παρ. 1α' του ν. 2168/1993, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3944/2011, ορίζεται ότι: "α. Όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο εκ κατασκευής, μετατροπής ή τροποποίησης, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα, βλαπτικές χημικές ή άλλες ουσίες, ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά, όπως και κάθε συσκευή, που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα...",κατά δε το άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού" , ενώ κατά την παράγραφο 8 περ.
α' του ίδιου άρθρου, "Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών τιμωρούνται οι παραβάτες των παραγράφων 1 και 2, πλην της περιπτώσεως ή του παρόντος άρθρου. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος μετατρέπει ή παραλάσσει όπλο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ.1 περιπτώσεις α', β', γ' και παρ. 3 περιπτώσεις στ' και ζ' ..." και, τέλος, κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και του άρθρου 9, απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή.
Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμόν 112/2019 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λασιθίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως σε σχέση με τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Ζ.
Χ., ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "...ότι στις 3.1.2015 στη θέση "..." .... Α) Ο 1ος κατηγορούμενος Ζ. Χ.: 'Εφερε παράνομα όπλο και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατελήφθη να φέρει ένα κυνηγετικό όπλο Benelli με αρ. ... ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν γεμάτο με τρία πλήρη φυσίγγια και δεν διέθετε μειωτήρα... Για τα παραπάνω κατέθεσαν με βεβαιότητα και δίχως κανένα δισταγμό οι δυο μάρτυρες θηροφύλακες Γ. - Ε.
Σ. και ο Γ. Κ. 'Αλλωστε ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι το όπλο είχε μειωτήρα και ότι οι θηροφύλακες έχασαν επίτηδες το μειωτήρα, δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος, αφού δεν είχαν λόγο να κάνουν κάτι τέτοιο...". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα - πρώτο κατηγορούμενο ένοχο της αξιοποίνου πράξεως της παράνομης παραλλαγής όπλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1α, 7 παρ. 8 α' του ν. 2168/1993, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή εξακοσίων (600) ευρώ, ανέστειλε δε την ποινή φυλακίσεως για τρία (3) έτη.
Ειδικότερα, με το διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα τότε κατηγορούμενο για το ότι: "Στις 3.1.2015 στη θέση "..." ...,... έφερε παράνομα όπλο και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, κατελήφθη να φέρει ένα κυνηγετικό όπλο Benelli με αρ. ... ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν γεμάτο με τρία πλήρη φυσίγγια και δεν διέθετε μειωτήρα".
Με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως της παράνομης παραλλαγής όπλου, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος στο προοίμιο του σκεπτικού μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρει από πού ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κρίσιμη κάθε παραδοχή σχετικά με την παραλλαγή του όπλου που στερούνταν μειωτήρα.
Επίσης, τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, περί μη στοιχειοθετήσεως της εις βάρος του ως άνω πράξεως της παράνομης παραλλαγής όπλου του άρθρου 7 παρ. 8 α' του ν. 2168/1993, τους αντιμετώπισε με την περί ενοχής πλήρη αιτιολογία της αποφάσεως χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία αυτών, αφού δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και, συνεπώς, είναι αβάσιμα τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του Κ.Π.Δ., αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Όλες δε οι ως άνω αιτιάσεις που εμπεριέχονται στον λόγο αυτό αναιρέσεως, περί αντιθέσεως των αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αποφάσεως, καταλήγουν σε ανεπίτρεπτη αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και, ως εκ τούτου, απαραδέκτως προβάλλονται υπό την επίφαση του παραπάνω αναιρετικού λόγου, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μία αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.
Έτσι, ταυτότητα πράξης υφίσταται, όταν το αντικείμενο της νέας δίωξης είναι η ίδια αξιόποινη πράξη κατά τα συγκροτούντα εξ αντικειμένου αυτήν πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την από την προγενέστερη απόφαση κριθείσα ή, με άλλους λόγους, όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα αυτά πραγματικά περιστατικά, ήτοι των ιδίων κατά το χρόνο και τόπο τέλεσης ιστορικών γεγονότων, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία αυτής και η προηγούμενη, που έχει ήδη κριθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρίζεται, ότι το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης δεδικασμένου (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ.), διότι δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμόν 1747/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ήτοι του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου, με την οποία αυτός κηρύχθηκε αθώος αμετάκλητα για το αδίκημα της παράνομης οπλοφορίας, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του, συγκροτείται από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, όπως και το αδίκημα, για το οποίο, καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της ως άνω υπ' αριθμόν 1747/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου, η οποία καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 21.11.2018 και δεν προκύπτει άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής, ως προς την κατωτέρω απαλλακτική της διάταξη, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, Ζ.
Χ., κηρύχθηκε αθώος "του ότι στις 3.1.2015 έφερε παράνομα όπλο και πυρομαχικά περιλαμβανόμενα στο άρθρο 1 του Νόμου περί όπλων και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο, σε έρευνα που διενεργήθηκε από άνδρες της Δ/νσης Δασών Λασιθίου έφερε ένα κυνηγετικό όπλο BENELLI με αρ. ... γεμάτο με τρία πλήρη φυσίγγια, ιδιοκτησίας του, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής".
Όμως, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή των διατακτικών των ανωτέρω δύο αποφάσεων, (πρωτοβάθμιας και προσβαλλόμενης δευτεροβάθμιας), δεν υπάρχει το βασικό στοιχείο της ταυτότητας πράξεως στις δύο περιπτώσεις, επί των οποίων έκριναν τα δύο Δικαστήρια (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο), αφού στην μεν περίπτωση της παράνομης οπλοφορίας, για την οποία αθωώθηκε πρωτοδίκως ο αναιρεσείων, στοιχειοθετείται το αδίκημα με την έλλειψη της άδειας κατοχής του όπλου, που εκδίδεται από αστυνομική αρχή, στην δε περίπτωση της παράνομης παραλλαγής όπλου, για την οποία καταδικάστηκε ο ίδιος με την προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση, στοιχειοθετείται το αδίκημα με την απαγορευμένη επέμβαση στα αποτελούντα αυτό εξαρτήματα.
Οι δύο αυτές πράξεις αποτελούν αυτοτελή και διακεκριμένα αδικήματα, κατά την έννοια του άρθρου 94 του Π.Κ., τα οποία συρρέουν αληθώς και τιμωρούνται έκαστο αυτοτελώς, έστω και αν έχουν το ίδιο υλικό αντικείμενο, με αποτέλεσμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να μην απορρέει δεδικασμένο από την αμετάκλητη αθώωση του αναιρεσείοντα για την πράξη της παράνομης οπλοφορίας, όπως αβάσιμα αυτός υποστηρίζει.
Συνεπώς ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Ποιν.Δ., ο οποίος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 511 Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμος. Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 του νέου Κ.Ποιν.Δ. ν. 4620/2019 με έναρξη ισχύος από 1.7.2019), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6.5.2019 και με αριθμό εκθέσεως 1/2019 αίτηση του Ζ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., (οδός Ε.Α.Μ. 16), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 112/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λασιθίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ