Legislator Case Law & Legislation
1955/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's refusal to award interest from filing date on public entity debt.

Case Number 1955/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal regarding the award of interest on a debt owed by a public entity, reversing the lower court's decision. The appellant argued that the lower court violated the law by ordering interest to accrue from the filing date despite the plaintiff's request being limited to a recognition claim. The court held that the statutory provision mandates interest from the filing date regardless of the specific type of claim, thus upholding the lower court's calculation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 para. 2 of Law 496/1974; Art. 340, 341, 345, 346 of the Civil Code: Interest on debts of public legal persons accrues from the date of filing the lawsuit and is payable even if the plaintiff's claim is limited to a recognition action.

Keywords

AI generated
interest on debt public entity liability filing date accrual recognition claim Civil Code provisions Supreme Court appeal legal interest rate

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 para. 2 of Law 496/1974
Art. 340 of the Civil Code
Art. 341 of the Civil Code
Art. 345 of the Civil Code
Art. 346 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 10/2000
OL. AP 7/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1955 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1955/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ και ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ", που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Ζερβού.

Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βικτωρία Μουτζουρίδου και Φίλιππο Σπυρόπουλο, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9497/1996, 8964/2000, 7117/2001 μη οριστικές και 4259/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4216/2004 μη οριστική και 7966/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-4-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, διάβασε την από 19-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 199 του Α.Κ., "σε περίπτωση πλειστηριασμού, η σύμβαση, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Aν δεν συνάγεται κάτι άλλο, ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ωσότου δοθεί μεγαλύτερη προσφορά ή ωσότου ματαιωθεί η κατακύρωση". Από την ενδοτικού χαρακτήρα ως άνω διάταξη συνάγεται, ότι η διακήρυξη δημοπρασίας, που εξομοιώνεται με τον πλειστηριασμό, ενέχει πρόσκληση προς το κοινό για την υποβολή προτάσεων.

Ο υπερθεματίζων (προσφέρων) δεσμεύεται μέχρι την υποβολή μεγαλύτερης προσφοράς ή ματαίωσης της κατακύρωσης, ενώ ο πλειστηριάζων (προκηρύσσων) δεσμεύεται, μόνο μετά από την κατακύρωση, εκτός αν συνάγεται κάτι άλλο από την προκήρυξη της δημοπρασίας. Επομένως εκείνος που προκηρύσσει, είναι ελεύθερος να αρνηθεί την προσφορά, έστω και αν αυτή πληροί τους απαιτούμενους όρους, υπέχων ενδεχομένως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του Α.Κ., ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις.

Εξάλλου από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, κατά την πρώτη των οποίων (αρθ. 197 Α.Κ.), "κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη" και κατά τη δεύτερη (αρθ. 198 Α.Κ.), "όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξένησε υπαίτια στον άλλο ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε", συνδυαζόμενες με εκείνη του άρθρου 298 του Α.Κ., συνάγεται ότι αυτός που κατά τις διαπραγματεύσεις, για τη σύναψη συμβάσεως και μετά από (πλειοδοτική) δημοπρασία, ματαιώσει τη σύναψη αυτής, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την έννοια της συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας (κατά την αντίληψη του έμφρονα συναλλασσόμενου) και προξενήσει υπαίτια ζημία, σε εκείνον που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της, συνδεόμενη αιτιωδώς με την συμπεριφορά του, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αποζημίωση στην περίπτωση αυτή, συνίσταται στο καλούμενο "αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον" και περιλαμβάνει κάθε ζημία του υπερθεματιστή, θετική και αποθετική (διαφυγόν κέρδος), η οποία συναρτάται με τη δημιουργία πεποιθήσεως για τη βέβαιη κατάρτιση της συμβάσεως (υποβολή δαπανών, ματαίωση ευκαιριών κ.λ.π.), όχι δε και τη ζημία από την μη εκπλήρωση αυτής (συμβάσεως), αφού η τελευταία αυτή ζημία προϋποθέτει καταρτισμένη σύμβαση.

Εκ τούτων καθίσταται σαφές, ότι η προσυμβατική ευθύνη προς αποζημίωση, εκ των άρθρων 197 και 198 του Α.Κ., προϋποθέτει, α) συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή παράνομη β) ζημία, γ) υπαιτιότητα, δ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και ζημίας και ε) στάδιο διαπραγματεύσεων, το οποίο επί προκηρύξεως πλειοδοτικού διαγωνισμού, καλύπτει την συναλλακτική επικοινωνία, από την έκδοση της σχετικής διακήρυξης, μέχρι την κατάρτιση της σύμβασης, επερχόμενη είτε με μόνη την κατακύρωση, είτε με τον τρόπο που προβλέπεται στο νόμο ή τη διακήρυξη.

Και ναι μεν δεν είναι κατ` αρχήν, πράξη αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η ενέργεια καθ` εαυτή εκείνου που προκηρύσσει να μην προβεί σε κατακύρωση, πολύ περισσότερο όταν υπάρχει στην διακήρυξη σχετική επιφύλαξη, αφού, όπως αναφέρθηκε, η διακήρυξη δεν αποτελεί κατά τη σαφή έννοια της αναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 199 Α.Κ.

πρόταση για την κατάρτιση συμβάσεως, την οποία (πρόταση) αποτελεί (μέχρι την επόμενη μεγαλύτερη προσφορά, την κατακύρωση ή τη ματαίωσή της), μόνον η προσφορά εκείνου που συμμετέχει στη δημοπρασία (Α.Π. Ολομ. 37/2005). Όμως, η μη κατάρτιση της σύμβασης, παρά τις ενέργειες και τις έμμεσες πλην σαφείς διαβεβαιώσεις εκείνου που προκηρύσσει προς τον υπερθεματιστή, ότι η κατακύρωση υπέρ αυτού είναι βέβαιη και η κατάρτιση της συμβάσεως μαζί του εξασφαλισμένη, με συνέπεια την εξ αυτών (ενεργειών και διαβεβαιώσεων) δημιουργία αντίστοιχης πεποίθησης στον υπερθεματιστή, αποτελεί συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, εφόσον επιπλέον υφίσταται υπαιτιότης και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της ζημίας.

H σύμφωνη με το άρθρο 197 ΑΚ συναλλακτική συμπεριφορά, πλέον των υποχρεώσεων α) διαφωτίσεως του άλλου μέρους για τους πραγματικούς και νομικούς όρους της σχεδιαζόμενης συμβάσεως και β)προστασίας του άλλου μέρους με τη δημιουργία συνθηκών ασφάλειάς του, καλύπτει και την υποχρέωση για σοβαρή και ταχεία προώθηση των διαπραγματεύσεων μέχρι την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης και για ταχεία αναγγελία της τυχόν αποφάσεως του ετέρου μέρους για διακοπή αυτών.

Για τη γέννηση της εν λόγω ευθύνης αρκεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν ο δράστης, λόγω παραλείψεώς του να καταβάλει την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, δηλαδή εκείνη που αν είχε καταβάλει, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας αυτού (δράστη), θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε προέβλεψε το ενδεχόμενο επελεύσεως αυτού του αποτελέσματος αλλά ήλπιζε ότι θα το αποφύγει (ενσυνείδητη αμέλεια), είτε δεν προέβλεψε την επέλευσή του (ανευ συνειδήσεως αμέλεια).

Αναγκαίος, έτσι, όρος για την ύπαρξη αμέλειας είναι η εκ μέρους του δράστη δυνατότητα γενικής προβλέψεως του άμεσου αποτελέσματος της συμπεριφοράς του. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο που δίκασε επί αγωγής της αναιρεσίβλητης εταιρίας, με την οποία αυτή ζήτησε την καταψήφιση του αναιρεσείοντος σε καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη από την υπαίτια και αντισυναλλακτική συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την προς αυτό πώληση ακινήτου της, εξαιτίας της οποίας πίστευσε αυτή ότι η σύμβαση θα καταρτισθεί, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ", κατά μήνα Οκτώβριο 1992 προκήρυξε δημόσιο ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό με αξιολόγηση προσφορών για την αγορά κτιρίου ετοίμου ή υπό αποπεράτωση στην ευρύτερη περιοχή της πόλεως των ..., προκειμένου να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες του Περιφερειακού Ινστιτούτου Ηπείρου.

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", ενδιαφερόμενη για τη συμμετοχή της στο διαγωνισμό αυτό, υπέβαλε στις 16.11.1992 την υπό την ίδια ημερομηνία έγγραφη προσφορά της, με την οποία προσέφερε προς πώληση μέρος της υπό ανέγερση με το σύστημα της αντιπαροχής τριώροφης οικοδομής, κειμένης στο κέντρο των ...

επί της συμβολής των οδών ... και ... και συγκεκριμένα τους 2° και 3° ορόφους αυτής και κατέθεσε και την απαιτούμενη για τη συμμετοχή της υπ' αριθμ. 1943/13.11.1992 εγγυητική επιστολή 16.000.000 δραχμών της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος. Η παραπάνω οικοδομή ανεγειρόταν, κατά το χρόνο της προσφοράς, υπό της ενάγουσας εταιρίας με το σύστημα της αντιπαροχής, βάσει της υπ' αριθμ. 252/1991 οικοδομικής άδειας της Πολεοδομίας του Δήμου Ιωαννίνων, ως κτίριο καταστημάτων (ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ).

Στην προσφορά αναφερόταν ότι το κτίριο είναι υπό κατασκευή, ότι δεν έχουν γίνει ακόμη οι εσωτερικές διαρρυθμίσεις στους προσφερομένους ορόφους, ότι υπάρχει δυνατότητα να κατασκευασθούν οι εσωτερικές διαρρυθμίσεις σ' αυτούς, όπως ζητηθεί, από το προκήρυσσον ΝΠΔΔ, για να καλυφθούν απόλυτα οι λειτουργικές και κτηριολογικές ανάγκες του Περιφερειακού Ινστιτούτου Ηπείρου και ότι το κτίριο θα παραδιδόταν αποπερατωμένο σε έξι (6) μήνες από την παράδοση σ' αυτή του τελικού σχεδίου των εσωτερικών διαρρυθμίσεων που θα εζητούντο.

Επί πλέον αναφέρονταν και τα υλικά ως και ο τρόπος εκτελέσεως των εργασιών. Περαιτέρω, με το υπ' αριθμ. 13663/1992 εργολαβικό συμβόλαιο και το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Θωμά Λέκου, που είχαν καταρτισθεί μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας και των οικοπεδούχων, για την ανέγερση του άνω κτηρίου, περιέρχονταν σ' αυτή (ενάγουσα), πλην άλλων, όλες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του τρίτου ορόφου της οικοδομής και οι μισές του δευτέρου ορόφου.

Προκειμένου η ενάγουσα να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς κατάρτιση πωλητηρίου συμβολαίου των προσφερομένων ορόφων μετά του εναγομένου, στην περίπτωση κατακυρώσεως του διαγωνισμού σ' αυτή, είχε συμφωνήσει με τους οικοπεδούχους να προβούν σε τροποποίηση των παραπάνω συμβολαίων τόσο ως προς τη χρήση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που θα κατασκευάζονταν σ' αυτούς, όσο και ως προς το ποσοστό και τις αντιστοιχούσες σ' αυτό οριζόντιες ιδιοκτησίες, που θα περιέρχονταν σ' αυτή, έτσι ώστε να προβλέπεται η χρήση αυτών και ως γραφείων και εκπαιδευτηρίων και να περιέλθουν σ' αυτή, κατά κυριότητα, όλες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του δευτέρου ορόφου.

Στις 5.1.1993, η επιτροπή διενέργειας του διαγωνισμού προέκρινε προς αξιολόγηση, μεταξύ άλλων προσφορών, και την προσφορά της ενάγουσας εταιρίας. Μετά την απόφαση της επιτροπής εκτιμητών του διαγωνισμού, που συνήλθε στις 19 και 20.1.1993, περί της καταστάσεως καθενός εκ των προκριθέντων ακινήτων από απόψεως υγιεινής, καταλληλότητας και επάρκειας για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονταν και της αγοραίας αξίας αυτών, η επιτροπή διενέργειας του διαγωνισμού συνήλθε και πάλι στις 20.5.1993 και, αφού αξιολόγησε τις προκριθείσες προσφορές, εισηγήθηκε προς το Δ.Σ.

του εναγομένου ΝΠΔΔ την κατακύρωση του διαγωνισμού στην ενάγουσα. Στη συνέχεια, στις 3.8.1993, συνήλθε το Δ.Σ. του εναγομένου και, αφού ασχολήθηκε με το υπόμνημα που υπέβαλαν οι λοιποί συμμετέχοντες στο διαγωνισμό κατά της συμμετοχής της ενάγουσας σ' αυτόν, διαμαρτυρόμενοι ειδικότερα ότι η σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας μετά του κανονισμού δεν επιτρέπουν τη χρήση των προσφερομένων ορόφων ως εκπαιδευτηρίου, αφού στην πράξη αυτή οι όροφοι αυτοί προορίζονται για τη χρήση τους ως καταστημάτων, δέχθηκε, στηριζόμενο σε γνωμάτευση του νομικού συμβούλου του εναγομένου, ότι μπορεί να κατακυρωθεί ο διαγωνισμός στην ενάγουσα, εάν, πριν από την υπογραφή του συμβολαίου, γίνει αλλαγή της χρήσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών με συμφωνία αυτής και των οικοπεδούχων, εφόσον δεν έχει γίνει μεταβίβαση σε τρίτον και υπό την προϋπόθεση της αναθεωρήσεως της οικοδομικής άδειας, και τελικά ενέκρινε κατ' αρχήν την αγορά του κτιρίου, που είχε προσφέρει η ενάγουσα εταιρία, και ανέβαλε τη λήψη της οριστικής αποφάσεώς του για την επόμενη συνεδρίασή του.

Η απόφαση αυτή γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα, ατύπως, αμέσως και γι' αυτό αυτή στις 10.8.1993 υπέβαλε αίτηση στην Πολεοδομία Ιωαννίνων για την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας από κτίριο καταστημάτων σε κτίριο καταστημάτων, γραφείων και εκπαιδευτηρίου (ΕΚΔΔ), την οποία και έλαβε στις 3.9.1993. Επιπλέον, προκειμένου η ενάγουσα να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς κατάρτιση του πωλητηρίου συμβολαίου, στις 6.8.1993, προήλθε σε συμφωνία με τους οικοπεδούχους και με τα υπ' αριθμ. ...

και ... συμβόλαια του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου προέβησαν σε τροποποίηση του εργολαβικού συμβολαίου και της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας μετά του κανονισμού, με αποτέλεσμα να περιέλθουν σ' αυτή οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του δευτέρου ορόφου, που περιέρχονταν στους οικοπεδούχους και να επιτραπεί η χρήση των προσφερομένων ορόφων και ως γραφείων και εκπαιδευτηρίου.

Περαιτέρω, το Δ.Σ. του εναγομένου κατά τη συνεδρίαση του στις 24.8.1993, κάλεσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, προκειμένου να συζητηθεί μεταξύ τους το ποσό της τελικής οικονομικής προσφοράς του, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 298.000.000 δραχμών. Ο τελευταίος, μετά από συζήτηση, προσέφερε στο εναγόμενο τους 2° και 3° ορόφους της παραπάνω οικοδομής ως και 4 θέσεις σταθμεύσεως σε παρακείμενη οικοδομή, αντί τελικού τιμήματος 280.000.000 δραχμών και δήλωσε ότι η κατασκευή των προσφερομένων ορόφων θα γίνει σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων, που είχε υποβληθεί στο Δ.Σ.

του εναγομένου. Ακολούθως, το Δ.Σ., με την υπ' αριθμ. 1375 απόφασή του, που λήφθηκε την ίδια ημέρα (24.8.1993), κατακύρωσε τον διαγωνισμό στην ενάγουσα εταιρία. Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε με την από 21.9.1993 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως. Περαιτέρω, αναφορικά με τη δεσμευτικότητα του υπάρχοντος στη διακήρυξη όρου περί μη ευθύνης του αναιρεσείοντος για αποζημίωση των συμμετασχόντων στο διαγωνισμό, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

Στο άρθρο 5 παρ. 5 της διακηρύξεως ορίζεται ότι "η κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του Δ.Σ. του ΕΚΔΔ, το οποίο δεν έχει ούτε αναλαμβάνει καμία ευθύνη για αποζημίωση των συμμετασχόντων στο διαγωνισμό είτε κατακυρωθεί, είτε επαναληφθεί, είτε ματαιωθεί". Ενόψει του ότι η διακήρυξη δεν αποτελεί πρόταση για την κατάρτιση συμβάσεως, αφού τέτοια αποτελεί μόνον η προσφορά εκείνου που συμμετέχει στο διαγωνισμό και ότι η συνεπεία πλειοδοτικής δημοπρασίας αγορά ακινήτου δεν τελειούται με μόνη την κατακύρωση, αλλά με την κατά τους όρους του νόμου κατάρτιση της συμβάσεως (συμβολαιογραφικό έγγραφο), σαφώς προκύπτει από το άρθρο αυτό ότι το εναγόμενο ήταν ελεύθερο να προβεί ή όχι στην κατακύρωση του διαγωνισμού και στην κατάρτιση της συμβάσεως και ότι η άρνησή του, αυτή καθεαυτή, δεν δημιουργεί ευθύνη του για αποζημίωση των συμμετασχόντων στον διαγωνισμό.

Αυτό, όμως, παρόλον, ότι δεν είχε, μέχρι την κατακύρωση, εξασφαλίσει την έγκριση της χρηματοδοτήσεως, για την αγορά του κτιρίου προς στέγαση του Περιφερειακού Ινστιτούτου Ηπείρου από το Ευρωπαϊκό Περιφερειακό Ταμείο ή από άλλη πηγή και θα μπορούσε, βάσει του παραπάνω όρου, να μην προβεί στην κατακύρωση, και να μην υπέχει ευθύνη για αποζημίωση έναντι των συμμετασχόντων, εντούτοις δεν κατέστησε γνωστή την έλλειψη αυτή στην αντισυμβαλλομένη του ενάγουσα η οποία την αγνοούσε, αλλά με την από 3.8.1993 απόφαση του Δ.Σ.

του, που γνωστοποιήθηκε ατύπως στην ενάγουσα, ενέκρινε κατ' αρχήν την αγορά του κτιρίου αυτής, δεχόμενο ότι είναι δυνατή η κατακύρωση του διαγωνισμού σ' αυτή, εφόσον γίνει αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας πριν την υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου, και στη συνέχεια, αφού η ενάγουσα υπέβαλε σχετικώς την από 10.8.1993 αίτηση της στην Πολεοδομία Ιωαννίνων, κατακύρωσε οριστικά το διαγωνισμό σ' αυτή με την από 24.8.1993 απόφαση του Δ.Σ.

του. Μετά δε την οριστική κατακύρωση του διαγωνισμού, και χωρίς και πάλι γνωστοποίηση της άνω ελλείψεως, α) παρέδωσε στην ενάγουσα τα αρχιτεκτονικά σχέδια, που συνέταξε, κατ' εντολήν του Δ.Σ. του, η υπάλληλος αυτού ..., αρχιτέκτονας μηχανικός, με χρονολογία Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1993, στα οποία εμφαίνονταν οι χώροι, που έπρεπε να διαμορφωθούν στους 2° και 3° ορόφους του κτιρίου, ώστε να καλύπτουν τις λειτουργικές και κτιριολογικές ανάγκες του Περιφερειακού Ινστιτούτου Ηπείρου και με βάση αυτά η ενάγουσα περί της αρχές Σεπτεμβρίου 1993 άρχισε τις εργασίες διαμορφώσεως των παραπάνω ορόφων, β) Ο νομικός σύμβουλος του, ..., κατ' εντολήν του Δ.Σ.

του, υπέδειξε στην ενάγουσα να καταθέσει τους τίτλους κυριότητας και τα απαιτούμενα πιστοποιητικά για τη σύνταξη του συμβολαίου πωλήσεως στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ιφιγένεια Χριστιά-Μπάη και πράγματι η ενάγουσα τα κατέθεσε και συντάχθηκε σχετικώς και η υπ' αριθμ. 8182/1993 πράξη της παραπάνω συμβολαιογράφου, γ) ο γενικός γραμματέας αυτού, ...

υπέγραψε τις δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως και υποβλήθηκαν στις 8.10.1993 στην αρμόδια ΔΟΥ Α' Ιωαννίνων και δ) ενώ η ενάγουσα απέστειλε σ' αυτό αφενός στις 30.9.1993 το υπό την ίδια ημερομηνία έγγραφο της, με το οποίο του γνωστοποιούσε ότι, συμμορφούμενη προς τους όρους της διακηρύξεως του διαγωνισμού, την από 3.8.1993 απόφαση του Δ.Σ.

του, την από 24.8.1993 απόφαση του Δ.Σ. του περί κατακυρώσεως του διαγωνισμού σ' αυτή και την από 21.9.1993 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως περί εγκρίσεως της κατακυρώσεως, είχε προβεί α) στην αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, β) στις εργασίες των χωρισμάτων των δύο ορόφων, σύμφωνα με τα σχέδια της αρχιτέκτονα ..., που είχαν συνταχθεί υπ' αυτής, κατ' εντολήν του Δ.Σ.

του, γ) στην κατάθεση των τίτλων κυριότητας και των απαιτουμένων πιστοποιητικών στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ιφιγένεια Χριστιά-Μπάη, καθ' υπόδειξη του νομικού συμβούλου του και στη σύνταξη των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως και δ) στην εκτίμηση του ακινήτου από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, σύμφωνα με το νόμο και τη διακήρυξη του διαγωνισμού, και ότι ήταν έτοιμη για την υπογραφή του συμφωνητικού και αφετέρου στις 22.11.1993 το υπό την ίδια ημερομηνία νέο έγγραφό της με το οποίο του γνωστοποιούσε ότι οι εργασίες κατασκευής των ορόφων, σύμφωνα με τα παραδοθέντα σχέδια, έχουν τελειώσει κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, καθόσον απομένουν μόνον οι εργασίες των χρωματισμών, που βρίσκονται σε εξέλιξη και επιστρώσεως των δαπέδων, που θα αρχίσουν εντός των ημερών, ότι έχουν πληρωθεί οι αναλογούντες φόροι για τη μεταβίβαση των οριζοντίων ιδιοκτησιών των δύο ορόφων και οι σχετικές δηλώσεις έχουν κατατεθεί στην άνω συμβολαιογράφο, ότι έχουν κατατεθεί στη συμβολαιογράφο αυτή οι τίτλοι κυριότητας και τα απαιτούμενα πιστοποιητικά για τη μεταβίβαση των τεσσάρων θέσεων σταθμεύσεως, ότι έχουν συνταχθεί και υπογραφεί υπ' αυτής οι δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως για τις θέσεις σταθμεύσεως και ότι αναμένεται και η υπογραφή τους από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτού, ώστε να υποβληθούν στην αρμόδια ΔΟΥ και επιστραφούν στην παραπάνω συμβολαιογράφο, και του ζητούσε να ορίσει το Δ.Σ.

το νόμιμο εκπρόσωπο για την υπογραφή κατ' αρχάς των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως για τις τέσσερις θέσεις σταθμεύσεως και στη συνέχεια για τα συμβόλαια πωλήσεως των δύο ορόφων και των θέσεων σταθμεύσεως, ωστόσο το εναγόμενο και πάλι δεν κατέστησε γνωστή την έλλειψη εγκρίσεως της χρηματοδοτήσεως και δεν ζήτησε από αυτή την άμεση διακοπή των άνω ενεργειών, που έγιναν εν γνώσει του και καθ' υπόδειξη του.

Με την ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου, συνεχίζει το Εφετείο, δημιουργήθηκε η πεποίθηση στην ενάγουσα ότι η κατάρτιση της συμβάσεως μαζί του ήταν βέβαιη και εξασφαλισμένη και γι' αυτό αυτή προέβη σε όλες τις άνω ενέργειες και εργασίες. Το νέο όμως ΔΣ του εναγομένου, που ανέλαβε καθήκοντα περί τις αρχές Δεκεμβρίου 1993, με την υπ' αριθμ. 1469/14.12.1993 απόφαση του, την οποία γνωστοποίησε στην ενάγουσα με το από 15.12.1993 έγγραφο του, έκρινε ότι δεν μπορεί να προβεί στην υπογραφή της συμβάσεως, χωρίς προηγούμενη έγκριση της χρηματοδοτήσεως από το Ευρωπαϊκό Περιφερειακό Ταμείο, ότι σε περίπτωση αρνήσεως δεν υπάρχει δυνατότητα χρηματοδοτήσεως της αγοράς του κτιρίου από άλλη πηγή και ότι σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει δέσμευση έναντι της ενάγουσας για την υπογραφή της συμβάσεως, δεδομένου ότι δεν είχε γίνει κάποιο προσύμφωνο ή συμφωνητικό.

Το Ευρωπαϊκό Περιφερειακό Ταμείο με το από 17.12.1993 έγγραφό του απάντησε ότι η δυνατότητα χρηματοδοτήσεως του Εκπαιδευτικού Κέντρου στα Ιωάννινα από το τρέχον ΚΠΣ δεν μπορεί να εξετασθεί επί του παρόντος. Μετά από αυτό, το εναγόμενο ματαίωσε την υπογραφή της συμβάσεως για την αγορά του άνω ακινήτου από την ενάγουσα.

Η ματαίωση της καταρτίσεως της συμβάσεως εκ μέρους του ΔΣ του εναγομένου, δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, παρόλον ότι με τις προηγηθείσες και παραπάνω αναφερόμενες ενέργειες αυτού και των λοιπών, που ενεργούσαν κατ' εντολήν του, δημιούργησε στην ενάγουσα την πεποίθηση ότι η κατάρτιση της θεωρείτο βέβαιη, αποτελεί συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οφειλόμενη σε αμέλεια του, καθόσον δεν επέδειξε την επιμέλεια που γενικώς ακολουθείται στις εντίμως διεξαγόμενες συναλλαγές και παραβίασε τις υποχρεώσεις του για τη διαφώτιση της αντισυμβαλλομένης του και για την προστασία της περιουσίας της.

Αυτή η αμελής και αντισυναλλακτική συμπεριφορά του εναγομένου δημιουργεί υποχρέωση αυτού προς ανόρθωση των ζημιών, που υπέστη η ενάγουσα και που συνδέονται αιτιωδώς με αυτή. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοδικείου είχε κρίνει ομοίως για την προσυμβατική του ευθύνη, δέχθηκε τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων ως προς τα επιδικασθέντα, κονδύλια και, κατά μερική αποδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, επιδίκασε σ' αυτή (καταψηφιστικώς και αναγνωριστικώς) αποζημίωση συνολικού ποσού 150.978,73 ευρώ (134.996,33 + 15.982,40).

Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο παρέλειψε να διαλάβει στην απόφασή του - και πάντως διέλαβε ανεπαρκείς- αιτιολογίες ως προς την αμέλεια του αναιρεσείοντος (δηλ. των οργάνων του), με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 197, 198 και 330 εδ.

β' ΑΚ, που εφαρμόζονται εν προκειμένω, αφού η παρούσα διαφορά ανέκυψε στο πλαίσιο της συναλλακτικής και όχι της κυριαρχικής διοικήσεως του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. Ειδικότερα, περιορίζεται στη μνεία ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοτνος ματαίωση της καταρτίσεως της συμβάσεως, υπό τις αναφερόμενες ως άνω συνθήκες, "αποτελεί συμπεριφορά αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οφειλόμενη σε αμέλειά του, καθόσον δεν επέδειξε την επιμέλεια που γενικώς ακολουθείται στις εντίμως διεξαγόμενες συναλλαγές...", χωρίς ωστόσο να αναφέρει ποια είναι εν προκειμένω τα χαρακτηριστικά της εν λόγω αμέλειας στοιχεία, χωρίς δηλαδή να εξειδικεύει την αόριστη νομική έννοια της αμέλειας, αφού επιπλέον δεν αναφέρει ότι η τυχόν εκ μέρους του αναιρεσείοντος (μέσω των οργάνων του) καταβολή της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας αυτού (αναιρεσείοντος) θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του διαλαμβανόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Κυρίως όμως παραλείπει να αναφέρει αν τα αρμόδια όργανα του αναιρεσείοντος μπορούσαν ή όχι, σε περίπτωση που είχαν καταβάλει την απαιτούμενη ως άνω επιμέλεια, να προβλέψουν το παράνομο και ζημιογόνο αποτέλεσμα της αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς τους ή αν ήλπιζαν ή όχι ότι θα το αποφύγουν.

Σημειωτέον ότι η διαπίστωση του Εφετείου, περί παραβιάσεως από το αναιρεσείων των υποχρεώσεών του για διαφώτιση της αναιρεσίβλητης και για προστασία της περιουσίας της, αποτελεί στοιχείο του παρανόμου της συμπεριφοράς αυτού (αναιρεσείοντος) και όχι της αμέλειάς του. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Η εκ μέρους του Εφετείου επιδίκαση αποζημιώσεως στην αναιρεσίβλητη, μολονότι δέχθηκε ότι βάσει του όρου 5 παρ. 5 της διακηρύξεως το αναιρεσείον ήταν ελεύθερο να προβεί ή όχι στην κατακύρωση του διαγωνισμού και στην κατάρτιση της συμβάσεως και ότι η άρνησή του "αυτή καθεαυτή" δεν δημιουργεί ευθύνη του για αποζημίωση των συμμετασχόντων στον διαγωνισμό, δεν ενέχει παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 197, 198, 199 ΑΚ, 51 παρ.2 περ.

θ' και 53 παρ.1 περ. δ' του π.δ. 715/979 ούτε έλλειψη νόμιμης βάσεως (ασαφής και ανεπαρκής αιτιολογία), ως προς τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος βαριάς αμέλειας, η εκ της οποίας ευθύνη δεν είχε αποκλεισθεί, ούτε άλλωστε μπορούσε να αποκλεισθεί (άρθρο 332 παρ.1 ΑΚ). Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η κρίση του για την προσυμβατική ευθύνη του αναιρεσείοντος δεν στηρίζεται στη ματαίωση της συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως αλλά στη, συναρτώμενη μεν με την εν λόγω ματαίωση μη εμπίπτουσα όμως στον συμφωνηθέντα αποκλεισμό της ευθύνης του αναιρεσείοντος, ως άνω αντίθετη στην καλή πίστη και στα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και κυρίως στην παράλειψή του να γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη της έλλειψη εγκρίσεως από το Ευρωπαϊκό Περιφερειακό Ταμείο της χρηματοδοτήσεως της αγοράς του κτιρίου για τη στέγαση του Περιφερειακού Ινστιτούτου Ηπείρου.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, προσάπτονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω το Εφετείο έκρινε ότι, εξαιτίας της προαναφερόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη υπέστη τις ακόλουθες ζημίες και δαπάνησε τα ακόλουθα ποσά: 1) για τις δύο αναθεωρήσεις της οικοδομικής άδειας που είχε εκδοθεί για την ανέγερση της οικοδομής στην οποία βρίσκονταν οι δύο όροφοι του κτιρίου, αφ' ενός μεν, προκειμένου αυτοί να διαμορφωθούν όπως υποδείχθηκε από το αναιρεσείον ώστε να ικανοποιούν τις λειτουργικές και κτιριολογικές ανάγκες του Ινστιτούτου, δεδομένου ότι η αρχική άδεια είχε εκδοθεί για τη χρήση των ορόφων αυτών ως καταστημάτων, αφ' ετέρου δε, μετά τη ματαίωση της καταρτίσεως της συμβάσεως, για να μετατραπούν οι όροφοι εκ νέου σε καταστήματα ώστε να είναι δυνατή η πώλησή τους σε τρίτους, δαπάνησε 2.442.031 και 153.307 δραχμές αντίστοιχα, 2) προέβη στη διαμόρφωση των παραπάνω ορόφων, σύμφωνα με τις υποδείξεις του αναιρεσείοντος (οικοδομικές, ηλεκτρολογικές, υδραυλικές εργασίες, εργασίες αποχετεύσεως και κλιματισμό), δαπανήσασα για την αιτία αυτή συνολικά το ποσό των 43.576.269 δραχμών, 3) μετά την ματαίωση της καταρτίσεως της συμβάσεως, υποβλήθηκε σε δαπάνες προκειμένου να καθαιρέσει τις κατασκευές στις οποίες είχε προβεί και να επανακατασκευάσει τους ορόφους αυτούς σε καταστήματα για να είναι δυνατή η πώλησή τους σε τρίτους, ειδικότερα δε για την αιτία αυτή δαπάνησε το ποσό των 4.617.608 δραχμών συνολικά και 4) ζημιώθηκε κατά το ποσό των 585.792 δραχμών που κατέβαλε στην Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος ως προμήθεια για την εκδοθείσα εγγυητική επιστολή, προκειμένου να συμμετάσχει στη δημοπρασία, κατά το χρονικό διάστημα από τη ματαίωση της καταρτίσεως της συμβάσεως μέχρις της αποδόσεως αυτής (εγγυητικής επιστολής) στις 15-5-1995.

Κρίνοντας το Εφετείο ότι οι αναφερόμενες πιο πάνω ζημίες, για την αποκατάσταση των οποίων επιδικάσθηκε η αποζημίωση, συνδέονται αιτιωδώς με την προαναφερθείσα αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 197, 198 και 298 ΑΚ, αφού οι δαπάνες αυτές συναρτώνται με τη δημιουργία πεποιθήσεως στην αναιρεσίβλητη για τη βέβαιη κατάρτιση της συμβάσεως, το μέγιστο δε μέρος τους πραγματοποιήθηκε μετά την εκδήλωση της ανωτέρω αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και σε χρόνο μάλιστα κατά τον οποίο ήταν βέβαιη η κατακύρωση, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, είχε ατύπως γνωστοποιηθεί στην αναιρεσίβλητη η απόφαση του Δ.Σ του αναιρεσείοντος κατά τη συνεδρίασή του της 3-8-1993, περί της εγκρίσεως της αγοράς του ακινήτου της και κατακυρώσεως, άρα, του διαγωνισμού σ' αυτή.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Στο πλαίσιο ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί του δημοσίου λογιστικού των ν.π.δ.δ", έχει γίνει δεκτό από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών των ν.π.δ.δ. αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής, ότι ως αγωγή νοείται μόνον η καταψηφιστική, όχι δε η απλώς αναγνωριστική, η οποία δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής και ότι σε περίπτωση περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό που συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατά το άρθρο 7 ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, ούτε αρκεί η εξώδικη όχληση, δεδομένου ότι η άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 προϋποθέτει πάντοτε αγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2000, 7/2000).

Με τον πέμπτο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με το να αναγνωρίσει, κατά μερική αποδοχή της αγωγής, το αίτημα της οποίας περιορίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ότι το αναιρεσείον οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 15.982,40 Ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ 496/1974, καθώς και εκείνες των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων της αναιρεσίβλητης κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Εφετείο, παρά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό για το πέραν των 46.000.000 δραχμών ποσό, αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει τόκους από την επίδοση της αγωγής και για το επιπλέον του άνω ορίου ποσό των 5.446.000 δραχμών, το οποίο αναγνώρισε ότι οφείλεται στην αναιρεσίβλητη.

Με την κρίση του αυτή παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως βασίμως διατείνεται το αναιρεσείον με τον ερευνώμενο λόγο.

Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ 496/1974, ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ορίζεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση της αγωγής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να ζητήσει νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, σε ποσοστό 6% ετησίως. Επομένως, το Εφετείο που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, με την καταψηφιστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, το ποσό των 134.996,33 Ευρώ "με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής", ο οποίος κατά την ως άνω διάταξη ανέρχεται σε 6% ετησίως, δεν παραβίασε την εν λόγω διάταξη και ο περί του αντιθέτου έκτος από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7966/2006 απόφαση του Εφετείο Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ