Legislator Case Law & Legislation
1955/2008 AI generated

1955/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1955/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1955/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο παππούς των διαδίκων Α, που πέθανε στις 23-9-1980, με την ..... δημόσια διαθήκη του, ενώπιον του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλιπε, μεταξύ των άλλων, στα τρία τέκνα του, Β (πατέρα του εναγομένου), ΨΨ (αρχικό ενάγοντα και πατέρα του ήδη αναιρεσιβλήτου) και Γ, ένα ακίνητο, εμβαδού τριών περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας .....

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1955 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1955/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2002 αγωγή του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ΨΨ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 531/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-8-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 5-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 983, 1051, 1872 παρ. 1, 1846 ΑΚ συνάγεται, ότι με τον θάνατο του κληρονομουμένου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1147 του ίδιου Κώδικα, ο επικαρπωτής ασκεί ίδια μεν νομή έναντι μόνον των τρίτων με διάνοια δικαιούχου(οιονεί νομή), η οποία ως περιεχόμενο έχει ειδικές και κατ' ιδίαν χρησιμότητες του πράγματος, έναντι δε του ψιλού κυρίου και για το σύνολο των εξουσιών πάνω στο πράγμα ασκεί νομή μόνο στο όνομα του τελευταίου.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 984, 987, 992, 904 ΑΚ και 216 παρ.1 ΚΠολΔ., συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η αυτούσια απόδοση της νομής ακινήτου, πρέπει να περιέχεται στο δικόγραφο αυτής, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της αγωγής, που στην προκείμενη περίπτωση είναι η νομή που περιήλθε στον ενάγοντα επί του ακινήτου, το οποίο, επομένως, πρέπει να περιγράφεται σαφώς στην αγωγή, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του, ήτοι να καθορίζονται τα όρια, η φύση και η θέση αυτού, χωρίς να είναι αναγκαίος ο επακριβής προσδιορισμός των πλευρικών του διαστάσεων, εφόσον και χωρίς το στοιχείο αυτό δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.Ι ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικά με την ένδικη αγωγή, περί προστασίας της νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του ήδη αναιρεσιβλήτου επί του επίδικου ακινήτου:

Ο παππούς των διαδίκων Α, που πέθανε στις 23-9-1980, με την ..... δημόσια διαθήκη του, ενώπιον του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατέλιπε, μεταξύ των άλλων, στα τρία τέκνα του, Β (πατέρα του εναγομένου), ΨΨ (αρχικό ενάγοντα και πατέρα του ήδη αναιρεσιβλήτου) και Γ, ένα ακίνητο, εμβαδού τριών περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας .....

του Δήμου ....., το οποίο διένειμε σε τρία ίσα μέρη. Σε καθένα από τα τέκνα του κατέλιπε τμήμα έκτασης ενός στρέμματος περίπου και ειδικότερα, στον Β το τμήμα που βρίσκεται βορειοδυτικά του όλου αγρού των τριών στρεμμάτων, στον ΨΨ το μεσαίο τμήμα και στην Γ το νοτιοανατολικό τμήμα, το οποίο εκείνη είχε ήδη περιφράξει.

Οι ανωτέρω αδελφοί αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομιά του πατέρα τους και μετά τον θάνατο του τελευταίου, στις 23-9-1980, παρέλαβαν ο καθένας το τμήμα αγρού του ενός στρέμματος, που κατέλιπε ο πατέρας τους και ασκούσε επ' αυτού τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και στον προορισμό του (επίβλεψη, καλλιέργεια, συλλογή καρπών).

Ο ΨΨ, το τμήμα που περιήλθε σ' εκείνον, καλλιεργούσε άλλοτε προσωπικά, άλλοτε με τρίτα πρόσωπα και τον ίδιο τον αδελφό του Β. Το έτος 1985 περιέφραξε, με πασσάλους και συρματόπλεγμα, τις πλευρές του ακινήτου του προς τον κοινοτικό και επαρχιακό δρόμο, ήτοι τη βορειοανατολική και νοτιοδυτική πλευρά του, ενώ προς τη νοτιοανατολική υπήρχε η περίφραξη που είχε τοποθετήσει η αδελφή του Γ.

Το ίδιο έπραξε και ο αδελφός του Β, που περιέφραξε τις τρεις πλευρές του όμορου ακινήτου του και παρέμεινε χωρίς περίφραξη μόνο η πλευρά που εφάπτονταν του ακινήτου του ΨΨ, δεδομένου ότι οι σχέσεις των δύο αδελφών ήταν πολύ καλές. Στις 28-10-1991 απεβίωσε ο ΨΨ και το ανωτέρω ακίνητο του, του ενός στρέμματος, κληρονόμησε, με την αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του, την οποία αποδέχθηκε νόμιμα, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων.

Ο ΨΨ, με το ..... συμβόλαιο γονικής παροχής, του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον ήδη αναιρεσίβλητο γιό του, Ψ,την ψιλή κυριότητα επί του ανωτέρω ακινήτου του, το οποίο στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι, κατά νεότερη καταμέτρηση, είναι έκτασης 1.035 τ. μ. και παρακράτησε, εφόρου ζωής, την επικαρπία, εξακολούθησε δε να ασκεί επ' αυτού πράξεις νομής (καλλιέργεια, περιποίηση δέντρων και συλλογή καρπών), όταν, το πρώτο εικοσαήμερο του Ιουλίου 1999, ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε αμφισβητήσει το δικαίωμα νομής και κατοχής του ενάγοντος επί του ανωτέρω ακινήτου, τοποθέτησε, αυθαίρετα και παράνομα, πασσάλους και συρματόπλεγμα στη νοτιοανατολική πλευρά του γειτονικού ακινήτου, στην οποία δεν υπήρχε περίφραξη, καταλαμβάνοντας από το ακίνητο του ενάγοντος τμήμα 426, 50 τ.μ.

Σε νεότερη καταμέτρηση, στις 4-9-1999, και των δύο συνεχόμενων ακινήτων των διαδίκων, διαπιστώθηκε ότι αυτά έχουν συνολική έκταση 2.923 τ.μ. και ότι καθένα από τα δύο τμήματα αγρού που κατέλιπε στους ΨΨ και Β ο πατέρας τους, ως έκταση ενός στρέμματος, έχει στην πραγματικότητα έκταση 1.461, 50 τ.μ.. Ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στο σημείο επαφής του δικού του ακινήτου με το ακίνητο του ενάγοντος δεν υπήρχε περίφραξη, τοποθέτησε, τον Ιούλιο του 1999, την περίφραξη μέσα στο ακίνητο του ενάγοντος και έτσι τον απέβαλε από τη νομή τμήματος 426, 50 τ.μ.

Το γεγονός ότι κατά την πιο πάνω καταμέτρηση, μετά την αποβολή του ενάγοντος από τη νομή του ακινήτου του, βρέθηκε καθένα από τα τμήματα που περιήλθαν στους ΨΨ και Β να έχει έκταση 1.461, 50 τ.μ. δεν ασκεί επιρροή, αφού ο διαθέτης Α κατέλιπε σε καθένα από τα ανωτέρω τέκνα του, από ένα τμήμα ίσης έκτασης, στην οποία είχε διανείμει τον αγρό του, και, επομένως, ο ΨΨ ήταν, τον Ιούλιο του έτους 1999 νομέας ακινήτου έκτασης 1.461,50 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση που ήδη αναφέρθηκε, και συνορεύει βορειοανατολικά με επαρχιακή οδό .....-....., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Γ, βορειοδυτικά με ιδιοκτησία εναγομένου και νοτιοδυτικά με κοινοτική κοινόχρηστη οδό, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο.

Ολόκληρο αυτό το ακίνητο το μεταβίβασε, ως κύριος, κατά ψιλή κυριότητα στον ήδη αναιρεσίβλητο. με το συμβόλαιο που ανωτέρω μνημονεύεται, σ' αυτό δε ο ενάγων ασκούσε, από τη μεταβίβαση του το έτος 1995 έως τον Ιούλιο του 1999 πράξεις νομής ως επικαρπωτής, ενώ ο εναγόμενος δεν αποδείχθηκε ότι νεμόταν με οποιοδήποτε τρόπο το επίδικο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως βάσιμη την αγωγή του δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που έκρινε ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, της κατάτμησης, από τον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Α, του ανωτέρω ακινήτου του σε τρία ίσα τμήματα και της αληθινής βούλησης αυτού όπως, στα ανωτέρω τρία τέκνα του, περιέλθει ανά ένα συγκεκριμένο από τα ίσα αυτά τμήματα, της πραγματικής έκτασης των τμημάτων που περιήλθαν στους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, του τρόπου περιέλευσης, με κληρονομική διαδοχή, στον ενάγοντα της νομής (και της κυριότητας) συγκεκριμένου από τα τμήματα αυτά, στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη εδαφική έκταση, της άσκησης επ' αυτού πράξεων νομής μόνο από τον ενάγοντα, της μη άσκησης επ' αυτού πράξεων νομής από τον εναγόμενο, καθώς και της θέσης στην οποία βρίσκεται το επίδικο τμήμα, ήτοι ότι αυτό περιλαμβάνεται στο τμήμα ακινήτου που περιήλθε στον ενάγοντα, του οποίου γίνεται σαφής και πλήρης περιγραφή κατά θέση, όρια και εμβαδόν, χωρίς να είναι αναγκαίος και ο επακριβής προσδιορισμός των πλευρικών του διαστάσεων, εφόσον και χωρίς το στοιχείο αυτό δεν δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 974, 975, 976, 977, 1147ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το αρθρ. 559 αριθ.19ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τον οποίο προβάλλονται περαιτέρω αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, διότι δεν παρέχεται εξήγηση σ' αυτήν γιατί α) ο ενάγων με την αγωγήεπεξέτεινε τη βορειοανατολική και νοτιοδυτική πλευρά του ακινήτου του κατά 15,02 και 8,77 μέτρα, αντίστοιχα, σε βάρος του ακινήτου του εναγομένου, β) πώς είναι δυνατόν, ενώ στο ανωτέρω 7021/1995 συμβόλαιο γονικής παροχής, στο οποίο προσαρτάται επακριβές τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε από πολιτικό μηχανικό, σύμφωνα με τα όρια του ακινήτου που υπέδειξαν οι συμβαλλόμενοι, αναγράφεται ότι το ακίνητο που περιήλθε στον ήδη αναιρεσίβλητο έχει έκταση, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση, 1035 τ.μ., να εμφανίζεται το ακίνητο του εν λόγω διαδίκου να έχει μεγαλύτερη έκταση κατά 426, 50 τ.μ.

και στις δύο ανωτέρω αναφερόμενες πλευρές του απόκλιση κατά 15, 02 και 8, 77 μέτρα αντίστοιχα, σε βάρος του ακινήτου του αναιρεσείοντος, γ) ως προς τη βούληση του απώτερου δικαιοπαρόχου των διαδίκων να διανείμει το ανωτέρω ακίνητο του και να περιέλθουν στα τρία τέκνα του τμήματα ίσης έκτασης, ενώ από τη διατύπωση της προαναφερθείσας δημόσιας διαθήκης του συνάγεται η θέληση του να αφήσει στο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος έκταση 1923 τ.μ., είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω πλημμέλειες που αποδίδονται μ' αυτόν, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, οι οποίες δε θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, αφού, όπως εκτέθηκε, το πόρισμα του Δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από αυτές εκτίθεται με σαφήνεια.

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, οι ενστάσεις του εκκαλούντος-εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει ως προς αυτές λόγος από τους οριζόμενους στο άρθρο 269 παρ.2ΚΠολΔ που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων της(σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), διαφορετικά αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτες.

Παραδεκτώς προτείνονται, από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, το πρώτον, με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, ενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, οι οποίες αποβλέπουν όχι στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά στην απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο.

Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε ότι η ένσταση του ήδη αναιρεσείοντος και τότε εκκαλούντος - εναγομένου, περί ενιαυσίας παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος προς απόδοση της νομής τού επίδικου ακινήτου, λόγω συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής από την επίδοση της έφεσης (25-7-2005) έως και τον χρόνο συζήτησης αυτής (1-2-2007), δεν προτάθηκε παραδεκτώς για πρώτη φορά με τις ενώπιον αυτού, κατά τη συζήτηση της έφεσης, προτάσεις του εκκαλούντος, χωρίς την επίκληση και συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, διότι, εφόσον αυτή απέβλεπε στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μπορούσε να προταθεί μόνο με το δικόγραφο της έφεσης.

Επομένως, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως απαράδεκτη την οψιγενή αυτή ένσταση του εκκαλούντος, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ο δε δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η εν λόγω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-8-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 531/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ