Legislator Case Law & Legislation
1955/2007 AI generated

1955/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1955/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 615/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/7/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του ιδίου λόγου κατά το υπόλοιπο μέρος καθώς και του πρώτου.

Legislator headnote

AI generated

1955/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τους υπηρεσίες που αφορούν κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες αλλά και στην προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί, λόγω ηλικίας ή ασθενείας, να επιμεληθεί του εαυτού του. Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην οικία του εργοδότη, χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1955 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1955/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1....., 2....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γάτσο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 615/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/7/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 28/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του ιδίου λόγου κατά το υπόλοιπο μέρος καθώς και του πρώτου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι που με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας παρέχουν στον εργοδότη τους υπηρεσίες που αφορούν κατά κύριο λόγο στις οικιακές του ανάγκες αλλά και στην προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί, λόγω ηλικίας ή ασθενείας, να επιμεληθεί του εαυτού του. Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην οικία του εργοδότη, χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί.

Λόγω δε της ιδιάζουσας φύσεως των υπηρεσιών που παρέχουν οι οικιακοί μισθωτοί και των ειδικών περιστάσεων υπό τις οποίες τις παρέχουν (εντός του οικιακού περιβάλλοντος υπό συνθήκες σχέσεως εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για το μισθωτό, βλ. και άρθρο 663ΑΚ), η εργασιακή τους σχέση δε διέπεται από τις ειδικές διατάξεις για το χρόνο εργασίας των μισθωτών, για εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, ημέρες αναπαύσεως, υπερεργασία και υπερωριακή εργασία και επιπλέον δεν ισχύουν γι' αυτούς τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων των εκάστοτε ΕΓΣΣΕ, αλλά ο μισθός τους ρυθμίζεται με συμφωνία και σε περίπτωση που δε συμφωνήθηκε, οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός.

Τα ανωτέρω δε μεταβλήθηκαν μετά την 8-3-1990, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 1876/1990 "περί ελευθέρων συλλογικών διαπραγματεύσεων", διότι ναι μεν το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω νόμου ορίζει ότι ο νόμος αυτός αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιοδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι κατ' οίκον εργαζόμενοι, όμως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής κατ' οίκον εργαζόμενοι είναι οι μισθωτοί που παρέχουν την εργασία τους όχι στο χώρο όπου λειτουργεί η επιχείρηση του εργοδότη, αλλά στην οικία τους, και δεν υπάγονται στην κατηγορία αυτή οι οικιακοί μισθωτοί οι οποίοι έχουν προσληφθεί να παρέχουν την εργασία τους στην οικία του εργοδότη, είτε διαμένουν και διατρέφονται σ' αυτήν είτε όχι.

Τούτο συνάγεται και από τα πρακτικά των συζητήσεων της συντακτικής επιτροπής του νόμου αυτού, στα οποία, ενώ στην αρχική διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού γινόταν ρητή αναφορά στο ότι ο εν λόγω νόμος έχει εφαρμογή και στο οικιακό προσωπικό και στους κατ' οίκον εργαζομένους, στην τελική διατύπωση της εν λόγω διατάξεως η επιτροπή απάλειψε το οικιακό προσωπικό, διότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το αν μπορούν να συνάπτονται ΣΣΕ, εφόσον δεν υπάρχει αντίστοιχη εργοδοτική οργάνωση.

Ισχύουν όμως και για τους οικιακούς μισθωτούς οι διατάξεις για την παροχή αδείας με αποδοχές και επιδόματος αδείας, (άρθρο μόνο εδ. γ΄ του β.δ.376/1971) καθώς και επιδομάτων εορτών (άρθρ. 1 παρ. 1 ν. 1082/1980 και 4 παρ.9 Κ.Υ.Α. 19040/1981). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε ότι η ενάγουσα, που με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία συνήψε με την εναγομένη την 1-9-1999, προσέφερε σ' αυτήν τις υπηρεσίες της ως οικιακή βοηθός, απασχολούμενη στην οικία της τελευταίας με την καθαριότητα, παρασκευή φαγητού και αγορά τροφίμων, αντί συμφωνηθέντος μισθού 70.000 δραχμών μηνιαίως, μέχρι τις 24-10-2001, που αποχώρησε από την εργασία της, δικαιούται για το χρονικό αυτό διάστημα τη διαφορά μεταξύ του καταβαλλόμενου αυτού μισθού και του κατώτατου που καθοριζόταν από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ, καθώς και των επιδομάτων εορτών, αποζημιώσεως αδείας λόγω μη χορηγήσεώς της και επιδόματος αδείας, και επιδίκασε σ' αυτήν για τις εν λόγω αιτίες το συνολικό ποσό των 13.218,15 ευρώ και ειδικότερα 9.543,48 ευρώ για διαφορές μεταξύ του καταβαλλόμενου συμφωνηθέντος και του καθοριζόμενου από τις ΕΓΣΣΕ που ίσχυαν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα κατώτατου μισθού και 3.674,67 ευρώ για επιδόματα εορτών, αδείας και αποζημιώσεις αδειών, που δε χορηγήθηκαν, υπολογίζοντας τα εν λόγω επιδόματα και τις αποζημιώσεις αδειών με βάση, επίσης, τον καθοριζόμενο από τις ίδιες ΕΓΣΣΕ κατώτατο μισθό.

Έτσι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι μετά την ισχύ του ν. 1876 /1990 ισχύουν και για την ενάγουσα οικιακή βοηθό τα κατώτατα όρια ημερομισθίων που καθορίζονται από τις εκάστοτε ΕΓΣΣΕ και ότι αυτή δικαιούται τη διαφορά μεταξύ αυτών και του καταβαλλόμενου μικρότερου μισθού, καθώς και τα επιδόματα εορτών, αδείας και τις αποζημιώσεις λόγω μη χορηγήσεως των αδειών αναψυχής με βάση υπολογισμού αυτών το αυτό κατώτατο ημερομίσθιο, παραβίασε δια της εσφαλμένης εφαρμογής τους τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν 1876/1990 και τις ΕΓΣΣΕ που ίσχυσαν κατά τη διάρκεια της ένδικης συμβάσεως εργασίας, ήτοι από το έτος 1999 έως το έτος 2001.

Επομένως, ο δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ο οποίος είναι παραδεκτός αφού αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες στην προκειμένη περίπτωση παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απορριπτομένου του προβαλλόμενου από την αναιρεσίβλητη με τις εμπροθέσμως κατά το άρθρο 570 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

κατατεθείσες προτάσεις της σχετικού ισχυρισμού, είναι βάσιμος. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αναίρεση, η οποία παραδεκτώς ασκήθηκε από τους καθολικούς διαδόχους της ήδη αποβιώσασας εφεσίβλητης (άρθρο 556 Κ.Πολ.Δ), η ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 615/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ