Legislator Case Law & Legislation
1955/2006 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on lease termination due to breach and late rent, remanding case for further trial.

Case Number 1955/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a commercial lease dispute. The appellants argued the lease should be terminated due to the lessor's breach and late rent payments, while the appellees contested these claims. The Court found the lower court's reasoning on termination valid but insufficient on specific grounds, ordering the case remanded for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 361, 44, 66, 559, 520 of the Civil Code; The principle of freedom of contract allows parties to agree on unilateral termination for breach, and the Supreme Court reviews lower court decisions for legal basis and adequate reasoning, remanding cases where specific grounds for termination are inadequately addressed.

Keywords

AI generated
commercial lease termination unilateral contract dissolution late rent payment breach appeal procedural grounds insufficient reasoning review

Cited Legislation

AI generated
Article 361 of the Civil Code
Article 44 of Presidential Decree 34/1995
Article 66 paragraph 1 of the Introductory Law to the Civil and Commercial Code
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 520 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1955 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1955/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... και 2. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σμιγάδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... Ε.Π.Ε.", και τον διακριτικό τίτλο "...." , που εδρεύει στο Κερατσίνι και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Χ , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κουρέντα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Σεπτεμβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4641/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 494/2002 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Μαρτίου 2003 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- Επειδή κατά την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν επί μισθώσεως πράγματος ότι η παράβαση οποιουδήποτε όρου της μισθωτικής συμβάσεως από το μισθωτή, παρέχει στον εκμισθωτή δικαίωμα να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα, αν η παράβαση αφορά ουσιώδη ή επουσιώδη όρο της συμβάσεως.

Η συμφωνία αυτή ισχύει και επί εμπορικής μισθώσεως κατά το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995. Εξάλλου, κατά το άρθρο 66 παρ.1 του Εισ. Ν.ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην εμπορική μίσθωση που κατ ΄ άρθρο 15 εδ. β' π.δ. 34/1995 αν ο μισθωτής καθυστερήσει το μίσθωμα από δυστροπία, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει να του αποδοθεί το μίσθιο όσο διαρκεί η μίσθωση, και αν δεν την κατάγγειλε κατά το άρθρο 597 ΑΚ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη, ή αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, αντιστοίχως, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή όταν αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους κι' έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνοι που δεν εφαρμόστηκε.

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν δημιουργείται, αν η έλλειψη ή η αντίφαση ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας αφορά την ανάλυση του σαφώς εκτιθέμνου αποδεικτικού πορίσματος ή την εφαρμογή δικονομικών διατάξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αγωγή, που επιτρεπτώς επισκοπεί το δικαστήριο τούτο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με αυτή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν την απόδοση της χρήσεως του μισθίου λόγω καταγγελίας της μισθώσεως και για αντισυμβατική συμπεριφορά της μισθώτριας πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας και του συμβληθέντος ως εγγυητή δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που αφορά στην καθυστέρηση μισθωμάτων και σε μη συνάδουσα σε συνετό και χρηστό επαγγελματία συμπεριφορά απέναντι στους εκμισθωτές αναιρεσείοντες, αλλά και λόγω καθυστερήσεως συγκεκριμένων μισθωμάτων από δυστροπία.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε τις πιο πάνω βάσεις της αγωγής ως αβάσιμες κατ' ουσίαν χωρίς καμιά συγκεκριμένη αιτιολογία. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο σχετικός δεύτερος υπό τα στοιχεία α', β' και γ' λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.

ΙΙ.- Επειδή το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος, τα ακόλουθα: Με το από 25-1-1999, ιδιωτικό συμφωνητικό ο πρώτος ενάγων (πρώτος αναιρεσείων), ενεργώντας και ως πληρεξούσιος του δεύτερου ενάγοντος (δεύτερου αναιρεσείοντος), εκμίσθωσε στην πρώτη εναγόμενη εταιρία (αναιρεσίβλητη) το καθοριζόμενο ισόγειο κατάστημα, για εννέα έτη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικώς ως κατάστημα πωλήσεως ετοίμων ενδυμάτων.

Με τον όρο 13 της συμβάσεως αυτής απαγορεύτηκε ρητώς οποιαδήποτε άλλη χρήση, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, ενώ σύμφωνα με τον όρο 33, όλοι οι όροι και συμφωνίες του μισθωτηρίου συμφωνήθηκαν να είναι ουσιώδεις και η παράβαση οποιουδήποτε από αυτούς συνεπάγεται τη λύση της μισθώσεως. Στη μισθωτική αυτή σύμβαση έχει συμβληθεί εκ τρίτου ο δεύτερος εναγόμενος ( δεύτερος αναιρεσίβλητος), που ήταν και διαχειριστής της μισθώτριας και ο οποίος ανέλαβε ως εγγυητής την υποχρέωση να ευθύνεται εις ολόκληρον με τη μισθώτρια για οποιαδήποτε καταβολή που απορρέει από τη μισθωτική σχέση.

Το μίσθιο παραδόθηκε στη μισθώτρια για τη συμφωνηθείσα χρήση, στη συνέχεια δε οι ίδιοι συμβαλλόμενοι, με το από 10-2-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν πρόσθετους όρους της αρχικής συμβάσεως. Σύμφωνα με τον όρο 7 του νέου αυτού μισθωτηρίου, η μισθώτρια δικαιούται έξι φορές κατά τη διάρκεια της μισθώσεως, με οποιονδήποτε τρόπο και αν ισχύει αυτή, να αλλάξει τη μορφή της εταιρείας ή να προσλάβει συνεταίρο, με τον όρο ότι στη νέα εταιρεία θα συμμετέχει ο εγγυητής με ποσοστό τουλάχιστον 4% επί του εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου της και θα είναι διαχειριστής της είτε αυτός, είτε η σύζυγός του, είτε τα τέκνα του, καθώς επίσης και να μετατραπεί σε ατομική επιχείρηση του εγγυητή και των μελών της οικογένειάς του.

Η νέα μορφή επιχειρήσεως θα υπεισέλθει στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της παρούσας μισθώσεως. Η σύσταση της νέας επιχειρηματικής μορφής και η υπεισέλευση της πρέπει να γνωστοποιηθεί εγγράφως και αμέσως, και δη εντός 15 ημερών να παραδοθεί αντίγραφο πράξεως τροποποιήσεως στον εκμισθωτή από τη μισθώτρια και τον εγγυητή, οι οποίοι συνεχίζουν να παραμένουν υπόχρεοι έναντι του εκμισθωτή ατομικώς, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον.

Από τον όρο αυτό προκύπτει ότι η πραγματική βούληση των μερών ήταν να τροποποιήσουν τον 14ο όρο της αρχικής συμβάσεως μισθώσεως, με τον οποίο απαγορευόταν ρητώς και κατηγορηματικώς η παραχώρηση της χρήσεως ή συστέγαση άλλης εταιρείας ή τρίτου προσώπου στο μίσθιο χωρίς την έγγραφη συναίνεση των εκμισθωτών.

Με το νέο αυτό συμφωνητικό δεν τροποποιήθηκε ο 13ος όρος της αρχικής συμβάσεως, που αφορά την αποκλειστική χρήση του μισθίου για την πώληση των ενδυμάτων από τη μισθώτρια, η οποία είχε αντικείμενο εμπορίας της την πώληση ανδρικών ενδυμάτων. Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τους εναγομένους 14330/21-7-2000 συμβολαιογραφικό έγγραφο συστάσεως εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ο δεύτερος εναγόμενος και αρχικός εγγυητής Χ , ο γιός του .....

και ο ..... , ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΙΟΥΤΙ Α.Ε. ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "ΚΙΟΥΤΙ ΑΕ", σύστησαν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ ΕΠΕ" με το διακριτικό τίτλο "TRN KIDS", με έδρα τον Κορυδαλλό και διεύθυνση αυτή του μισθίου.

Σκοπός της εταιρείας αυτής, στην οποία συμμετέχει ο Χ με 40 εταιρικά μερίδια, ο γιός του ..... , ο οποίος είναι και διαχειριστής, με 360 και με 600 εταιρικά μερίδια η "ΚΙΟΥΤΙ ΕΠΕ", είναι η κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων και υποδημάτων κάθε είδους, η εισαγωγή και εξαγωγή ενδυμάτων και υποδημάτων κάθε είδους και κάθε εργασία συναφής προς τον σκοπό αυτό.

Και ναι μεν στην εταιρεία αυτή δεν συμβάλλεται, ούτε συμμετέχει η πρώτη εναγομένη, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν συνιστά παράβαση των όρων της μισθώσεως, αφού με τον όρο 7 του πρόσθετου μισθωτηρίου η μισθώτρια εταιρεία, όπως προαναφέρθηκε, δικαιούται έξι φορές κατά τη διάρκεια της μισθώσεως να αλλάξει τη μορφή της εταιρείας, ή να προσλάβει συνέταιρο, με τον όρο ότι στη νέα εταιρεία θα συμμετέχει ο εγγυητής με ποσοστό τουλάχιστον 4% επί του εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου της, πράγμα το οποίο και έγινε, και θα είναι διαχειριστής είτε αυτός, είτε η σύζυγός του, είτε τα τέκνα του (στη νέα εταιρεία συμμετέχει ο γιός του .....

με 360 εταιρικά μερίδια και είναι και διαχειριστής). Το γεγονός ότι στη νέα εταιρεία δεν συμμετέχει η πρώτη εναγομένη, κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποτελεί παράβαση των όρων της συμβάσεως της μισθώσεως, διότι, σύμφωνα με τον ίδιο όρο (7) της πρόσθετης συμβάσεως, παρέχεται η δυνατότητα να μετατραπεί η μισθώτρια εταιρεία και σε ατομική επιχείρηση του εγγυητή και των μελών της οικογένειάς του, δηλαδή επιτρέπεται ακόμη η πλήρης αποχώρηση της πρώτης εναγομένης.

Αλλά και το αντικείμενο της εμπορίας της νέας εταιρείας δεν είναι διαφορετικό από το αρχικό, το οποίο ήταν η πώληση έτοιμων ενδυμάτων (όρος 13 αρχικού μισθωτηρίου), της δε νέας εταιρείας είναι η κατασκευή και εμπορία ενδυμάτων και υποδημάτων παντός τύπου, καθώς και η αντιπροσώπευση στην Ελλάδα οίκων του εξωτερικού που κατασκευάζουν και εμπορεύονται ενδύματα και υποδήματα κάθε είδους, καθώς και η εισαγωγή και εξαγωγή ενδυμάτων και υποδημάτων κάθε είδους.

Δηλαδή και το νέο αντικείμενο είναι συναφές με το προηγούμενο, η δε προσθήκη στα ενδύματα και υποδημάτων και η αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού, καθώς και η εισαγωγή και εξαγωγή ενδυμάτων και υποδημάτων, συνιστά διεύρυνση του αρχικού αντικειμένου της εμπορίας της πρώτης εναγομένης και όχι αλλαγή του αντικειμένου της εμπορίας και μάλιστα τέτοια που να δικαιολογεί καταγγελία της συμβάσεως.

Επίσης η μισθώτρια, πρώτη εναγομένη, μέσα σε 15 ημέρες από τη δημοσίευση της νέας εταιρείας στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Πειραιώς (αριθμ.1188/24-8-2000) γνωστοποίησε, όπως είχε υποχρέωση από τον όρο 7 του πρόσθετου μισθωτηρίου, με την από 5-9-2000 εξώδικη γνωστοποίηση στον πρώτο ενάγοντα με την προεκτεθείσα ιδιότητά του, τη σύσταση της νέας εταιρείας.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, σύμφωνα με τον όρο 18 του αρχικού συμφωνητικού, "απαγορεύεται στη μισθώτρια να ενεργήσει οποιαδήποτε αλλαγή διαμόρφωσης, μετατροπή διαρρύθμισης και γενικώς οποιαδήποτε αλλοίωση -εξωτερική ή εσωτερική- της ιδιοσυστασίας του μισθίου, χωρίς την έγγραφη συναίνεση του εκμισθωτή".

Αμέσως μετά την σύσταση και γνωστοποίηση στον εκμισθωτή της νέας εταιρείας, οι εναγόμενοι προέβησαν σε εκτεταμένες επισκευές και βελτιώσεις εντός του μισθίου, για να καταστήσουν τούτο ένα σύγχρονο κατάστημα, πολυτελές, όπως προκύπτει κυρίως από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, από τις οποίες φαίνεται τούτο όπως είναι και λειτουργεί μετά τις επισκευές και βελτιώσεις, κατάλληλο για πώληση ενδυμάτων.

Οι επισκευές αυτές δεν συνιστούν παράβαση του όρου 18 του αρχικού μισθωτηρίου, γιατί δεν συνιστούν ούτε μετατροπή διαρρυθμίσεως ούτε αλλοίωση της ιδιοσυστασίας του μισθίου, αλλά επισκευές που είχαν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση και αύξηση της αξίας του. Κατά συνέπεια, η διαμαρτυρία των εναγόντων με την από 14-9-2000 εξώδικη διαμαρτυρία κλπ και η μ' αυτή καταγγελία της μισθώσεως είναι καταχρηστική και δεν επιφέρει τις συνέπειες της καταγγελίας, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως των εναγομένων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν παραβίασαν τους όρους της συμβάσεως, ώστε να δικαιολογείται η ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες καταγγελία αυτής. Με τον δεύτερο, υπό στοιχείο δ', λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στερείται νόμιμης βάσεως ένεκα αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικώς με το ζήτημα της μη αλλαγής της συμφωνημένης χρήσεως του μισθίου από την εγκατασταθείσα σ' αυτό νέα εταιρία και την μη βασιμότητα της καταγγελίας της μισθωτικής συμβάσεως, που στηρίζεται στη συνδρομή τέτοιας αλλαγής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος όσον αφορά μεν την πρώτη αιτίαση, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης η αναφερόμενη στο αναιρετήριο αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της περί της συμφωνημένης χρήσεως του μισθίου και των παραδοχών της για το αντικείμενο εμπορίας της νέας εταιρίας, που ασκείται σ' αυτό όσον αφορά δε τη δεύτερη αιτίαση ως απαράδεκτος, διότι η έλλειψη της αιτιολογίας που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αναφέρεται στην ανάλυση του σαφώς εκτιθέμενου αποδεικτικού πορίσματος.

Εξάλλου, εφόσον το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία δέχεται, ότι η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως για παραβίαση του όρου αυτής με τον οποίο απαγορεύεται στη μισθώτρια να ενεργήσει οποιαδήποτε αλλαγή διαμορφώσεως, μετατροπή διαρρυθμίσεως κλπ του μισθίου χωρίς την έγγραφη συναίνεση των εκμισθωτών, είναι καταχρηστική, ο ίδιος άνω δεύτερος υπό στοιχείο ε' λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται αντιφατικότητα και ανεπάρκεια στην άλλη αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία γίνεται δεκτό, ότι οι επίμαχες επισκευές στο μισθιο δεν συνιστούν ούτε μετατροπή διαρρυθμίσεως ούτε αλλοίωση της ιδιοσυστασίας του μισθίου και έτσι δεν αποτελούν παραβίαση του σχετικού συμβατικού όρου, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η πιο πάνω πρώτη αιτιολογία, της αναιρεσιβαλλομένης δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως.

Περαιτέρω, δεν είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικώς με το ζήτημα της αντισυμβατικής υπεισελεύσεως της νέας εταιρίας στη μισθωτική σχέση ως μισθώτριας και τη βασιμότητας της καταγγελίας της συμβάσεως, που στηρίζεται στην υπεισέλευση αυτή. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο των σχετικών παραδοχών της, ορθώς εκτιμώμενο από νοηματική άποψη, το Εφετείο δέχεται, ότι η νέα εταιρία που υποκατέστησε την αρχική μισθώτρια, είναι δημιούργημα της επιτρεπομένης από τη μισθωτική σύμβαση μετατροπής της τελευταίας σε ατομική επιχείρηση του εγγυητή της συμβάσεως και του μέλους της οικογενείας του και της επιτρεπομένης επίσης από την ίδια σύμβαση προσλήψεως ως συναιτέρου της τρίτης εταιρίας, η οποία, κατά παρεχόμενη από όρο της συμβάσεως μισθώσεως δυνατότητα, υπεισήλθε στη θέση της αρχικής μισθώτριας.

Κατά συνέπεια, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχείο στ' μέρος του, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τελευταίο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης η αναιρετική πλημμέλεια της διατάξεως του αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι δεν έχει καμιά αιτιολογία επί της προβληθείσης από τους αναιρεσείοντες ενστάσεως αοριστίας των λόγων της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν τους προαναφερθέντες λόγους της καταγγελίας της μισθωτικής συμβάσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί η έλλειψη αυτή αφορά σε διάταξη όχι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου και δη του άρθρου 520 παρ.1 του ΚΠολΔ.

ΙΙΙ.- Επειδή κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα ως προς τη διάταξη, με την οποία απορρίφθηκαν οι βάσεις της αγωγής για απόδοση της χρήσεως του μισθίου λόγω καταγγελίας της μισθώσεως για αντισυμβατική συμπεριφορά της μισθώτριας πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας και του συμβληθέντος ως εγγυητή δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που αφορά στην καθυστέρηση μισθωμάτων και σε μη συνάδουσα σε συνετό και χρηστό επαγγελματία συμπεριφορά απέναντι στους εκμισθωτές αναιρεείοντες, αλλά και λόγω καθυστερήσεως μισθωμάτων από δυστροπία, και τα αναγκαίως με τις βάσεις αυτές συνεχόμενα κεφάλαια της αγωγής, καθώς και ως προς τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 494/2002 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ