Legislator Case Law & Legislation
1954/2022 AI generated

Supreme Court quites lower court ruling on public land status and remands case for retrial.

Case Number 1954/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the lower court's dismissal of the State's appeal regarding public land ownership. The appellate court erred by declaring the disputed property private church land without examining specific Ottoman and post-war succession laws governing public lands in the Dodecanese. Consequently, the court accepted the State's arguments, quashed the previous decision, and remanded the case for a new trial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78, 103 of the Ottoman Law on Lands of 7th Ramazan 1274 (1856); Articles 1, 2, 3, 4, 65 of the Cadastral Regulations; Article 4 of AN 1539/1938; Article 1 of Annex XIV of the Paris Peace Treaty of 1947: A lower court ruling that dismisses a claim based on public land status without examining specific statutory provisions regarding the nature and succession of public lands constitutes a procedural error requiring remand.

Keywords

AI generated
public land status Ottoman land law Paris Peace Treaty cadastral regulations remand for retrial church property procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78, 103 of the Ottoman Law on Lands of 7th Ramazan 1274 (1856)
Articles 1, 2, 3, 4, 65 of the Cadastral Regulations
Article 4 of AN 1539/1938
Article 1 of Annex XIV of the Paris Peace Treaty of 1947
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1954 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1954/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Κ. του Μ., κατοίκου Λέρου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία-Πηνελόπη Λιακόγκονα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην Πάτμο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 12-3-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη β' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2018 του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 4.100/6-7-2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι επιδόθηκε, κατά το άρθρο 6Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πλην όμως η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

γ' Κ.Πολ.Δικ. Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 24-3- 2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 25/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 23-5-2011 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, το Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε ν' αναγνωριστεί η κυριότητα του επί του επιδίκου ακινήτου που βρίσκεται στη νήσο Αρκιοί ως δημόσια γαία, που περιήλθε σ' αυτό δυνάμει της από 10-2-1947 Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και το οποίο (ακίνητο) στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάτμου είχε καταχωρηθεί στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος εν συνεχεία το μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη και να διορθωθεί η ανακριβής εγγραφή στο πιο πάνω Κτηματολογικό Γραφείο.

Μετά την άσκηση της πιο πάνω αγωγής η δεύτερη εναγόμενη άσκησε σε βάρος του πρώτου εναγόμενου την από 22-3-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία ζητούσε, σε περίπτωση που η κύρια αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου γινόταν δεκτή, να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος αυτής να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 122.731,34 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η ζημία της από την αγορά του επιδίκου ακινήτου.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων τις αγωγές αυτές, απέρριψε την κύρια αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και την παρεμπίπτουσα ως άνευ αντικειμένου. Κατά της παραπάνω αποφάσεως το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω), την από 1-12-2015 έφεση, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την αποδοχή της αγωγής.

Επ' αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η 251/2018 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Δυνάμει του άρθρου 15 της από 23-6-1923 Συνθήκης της Λωζάνης, επικυρωθείσας από την Ιταλία με το με αριθμ. ... Βασιλικό Διάταγμα, η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι της Αστυπάλαιας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσου, Τήλου, Νισύρου, Κάλυμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψών, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των εξ αυτών εξαρτομένων, ως και της νήσου Καστελόριζου.

Κατά το άρθρο 60 της ίδιας Συνθήκης τα κράτη υπέρ ων απεσπάσθη ή αποσπάται έδαφος εκ της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είτε συνεπεία των Βαλκανικών πολέμων, είτε δυνάμει της παρούσης Συνθήκης, θα αποκτήσωσι άνευ ανταλλάγματος, πάσαν ιδιοκτησίαν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κείμενη εν των εδάφει τούτο. Επίσης, με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 10.02.1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 423/1947, το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού κράτους στη Δωδεκάνησο.

Περαιτέρω, με το άρθρ. 2 §1 στοιχείο α' του ν. 510/1947, που ίσχυσε από τη δημοσίευση του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο, το οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.

Επίσης, η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το υπ' αριθμ. ... διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ίδιου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε:

α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ), οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.

Στην κατηγορία των δημοσίων-γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 227/2017). Στην κατηγορία "μουλκ", ανήκουν εξ αντιδιαστολής, μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, ως άνω, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017).

Οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπίου) και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο, ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξούσιαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ".

Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως, δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν' αποκτηθεί μόνο δια ταπίου (ΑΠ 192/2019,ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016).

Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία και εκείνης της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και, μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μουλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.

Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30-12-1947 ισχύοντος νόμου 510/1947, διατηρείται κατ' αρχήν η διάκριση των γαιών, όπως οριζόταν από το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο οθωμανικό δίκαιο (άρθρο 1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 91- 102 και 103-105) (ΑΠ 693/2018).

Ειδικότερα στο άρθρο 2 προβλέπεται ότι: Τα δημόσια κτήματα ανήκουσιν εις την Κυβέρνησιν της Κτήσεως και υποδιαιρούνται εις κτήματα κοινής χρήσεως και εις κτήματα περιουσιακά (ιδιόκτητα του Δημοσίου). Μάλιστα οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και, επομένως, και στη νήσο Πάτμο και νησίδα Αρκιοί, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων (ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1814/2012).

Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του ΙταλΑΚ/1865 με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 685,686,2105,2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη, δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).

Η κτητική αυτή παραγραφή εφαρμόζεται και στα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το αρθρ. 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865. Η παραπάνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν εφαρμόζεται στη νήσο Πάτμο και τη νησίδα Αρκιοί κλπ (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογίου Κανονισμού, πλην των άρθρων 1-8 αυτού), αφού ουδέποτε καταρτίσθηκε εκεί κτηματολόγιο (ΑΠ 192/2019, Α.Π 693/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1814/2012).

Ακόμη, ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21.4.1942 με το υπ' αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942, από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στην φυσική εξουσία του από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί σ' αυτό διανοία κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.

Εξάλλου, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30-12-1947 (άρθρο 2 παρ.1 στοιχ. α' ν. 510/1947), εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 1051 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει την φυσική εξουσία επί του πράγματος διάνοια κυρίου (νομή) και έχει ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.

Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ 1942 και Ελληνικού ΑΚ, διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στην Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουάριου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται, σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στη νομή του πράγματος.

Είναι όμως δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ' όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10.1.1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρ. 4 παρ 2 αν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης.

Περαιτέρω, με το αρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α' ν. 2100/1952 που ισχύει από 26.4.1952, ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβέννυται, οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι καλλιεργούντες δημοσίας γαίας στις νήσους Αρκιοί, Πάτμος, Κάρπαθος κλπ (εκτός της περιφέρειας Κτηματολογίου Ρόδου και Κω) για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του α.ν. 1539/1938, ήτοι πριν την 10-1 -1949, έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ.

α' του ν.2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 20-2-1947 Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 423/1947 (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1817/2011).

Εξάλλου, οι γαίες τις οποίες κατείχαν, εξουσίαζαν και ενέμοντο οι κάτοικοι των νήσων της Δωδεκανήσου, οι οποίες δεν ήσαν δορυάλωτες, δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με όπλα από τον Τούρκο Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή (1522 μχ) (πλην της Ρόδου και της Κω) ανήκαν στις ιδιοκτησίες τους, ως γαίες "μουλκ", αφού ο παραπάνω Σουλτάνος όχι μόνο δεν δήμευσε τη γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στις ιδιοκτησίες τους.

Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές και ανήκαν στην παραπάνω κατηγορία των μουλκίων, ήτοι των ακινήτων καθαράς ιδιοκτησίας, τα οποία εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους τους και μάλιστα κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο βέβαια της καταβολής εγγείου φόρου.

Τούτο όμως δεν αφορούσε αδιακρίτως όλες τις γαίες μιας περιοχής ή μιας νήσου αλλά μόνον εκείνες που οι κάτοικοί τους είχαν τη δυνατότητα να τις κατέχουν, νέμονται και να τις εξουσιάζουν. Επομένως, δεν επρόκειτο για εκτάσεις που αφορούσαν σε δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα και εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, οι οποίες παρέμειναν προσδιορισμένες υπό την απόλυτη εξουσία του Οθωμανικού Κράτους, περιήλθαν δε μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου με τη Συνθήκη της Λωζάνης στο Ιταλικό Κράτος και στη συνέχεια στο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων.

Τα ανωτέρω δε ισχύουν και για ακίνητα περιοχών της Δωδεκανήσου (πλην της Ρόδου και της Κω) που ανήκαν σε μοναστηριακή περιουσία, η οποία είχε αποκτηθεί νόμιμα κατά τη βυζαντινή περίοδο, μεταξύ των οποίων και αυτά της Ιεράς Μονής Πάτμου, στη νήσο Πάτμο και τη νησίδα Αρκιοί. Έτσι, και τα ακίνητα της νησίδας Αρκοί, δεν ήσαν όλα ανεξαιρέτως καθαράς ιδιοκτησίας (μούλκια) με τις πιο πάνω αναφερόμενες συνέπειες, αλλά μόνο αυτά που κατά το χρόνο της ως άνω περιέλευσής τους στο Οθωμανικό Κράτους κατείχαν, νέμονταν και εξούσιαζαν οι κάτοικοί τους ή οι μοναχοί της ως άνω I.

Μονής, ενώ τα λοιπά ως άνω ακίνητα και της νησίδας αυτής (δάση, αιγιαλοί, κοινόχρηστα και εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα) δεν αποτελούν κτήματα καθαρός ιδιοκτησίας και έχει εφαρμογή επ' αυτών ο περί γαιών νόμος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν αυτά να θεωρηθούν ως δημόσιες γαίες και ως εκ τούτου να περιέλθουν κατά τα ως άνω τελικά στο Ελληνικό Δημόσιο.

Άλλωστε στην ύπαρξη δημόσιων γαιών και στα μη δορυάλωτα νησιά της Δωδεκανήσου συνηγορεί και η διάταξη του άρθρου 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου (κ.δ. 132/1929), που αναφέρεται στα δημόσια κτήματα ως ανήκοντα στην "Κυβέρνησιν της Κτήσεως" και στις διακρίσεις αυτών, καθώς και του άρθρου 9 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 2100/1952, με το οποίο σκοπήθηκε η μετατροπή του αποκτηθέντος επί δημοσίων γαιών δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, αλλά και τα άρθρα 5 παρ. 1 και 3 του ν. 719/1977 και 17 παρ. 1 του ν. 2443/1996 δια των οποίων ρυθμίζονται θέματα περιέλευσης της κυριότητας δημοσίων γαιών στα μη δορυάλωτα νησιά της Δωδεκανήσου Αγαθονήσιο, Αρκιοί, Μαράνθη, Μεγίστη, Ψέριμο και Σαρία σε κατοικούντες (αυθαιρέτους κατόχους) σε αυτές, υπό τις προβλεπόμενες στους ως άνω νόμους προϋποθέσεις.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι παρόμοιοι λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς και σε άλλες μη δορυάλωτες από τους Οθωμανούς περιοχές της Ελλάδας, όπως στις Κυκλάδες νήσους (βλ. Ολ ΑΠ 1/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 1156/2021, ΑΠ 148/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), το Εφετείο δέχθηκε μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο κτηματολογικό γραφείο Πάτμου και με αριθμό ... είναι καταχωρημένο ένα ακίνητο εμβαδού 10.000 τ.μ.

στη θέση "Κάβος Φράγκου" στις νησίδες Αρκιοί Δωδεκάνησου, όπως αυτό περιγράφεται τόσο στο προσκομιζόμενο κτηματολογικό διάγραμμα, όσο και στο από μηνός Μαΐου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Μ., εξ αρχικής εγγραφής, στο όνομα του πρώτου εναγόμενου, Σ. Κ. του Μ., με τίτλο κτήσης την κληρονομιά.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου δυνάμει της ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πάτμου Α. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του ως άνω κτηματολογίου γραφείου. Με την παραπάνω πράξη, ο Σ. Κ. αποδέχθηκε την κληρονομιά που του επήχθη με την από ...

ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του Μ. Κ., που απεβίωσε στις 14-2- 1991, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 37/22- 5-2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ αριθμ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Π.-Π., που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, η δεύτερη εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ..., απέκτησε την κυριότητα του παραπάνω ακινήτου λόγω αγοράς από τον Σ.

Κ. του Μ.. Το ενάγον ελληνικό δημόσιο, ισχυρίζεται στην αγωγή που άσκησε κατά των ανωτέρω, ήτοι κατά του αρχικού εγγεγραμμένου τιτλούχου Σ. Κ. καθώς και ως άνω ειδικής διαδόχου του, ότι το ίδιο έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου δυνάμει της Συνθήκης των Παρισίων, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το Ν. 510/1947 (άρθρο 8).

Με αφετηρία την παραπάνω θέση, καθώς και την εκ μέρους του θέση ότι το ακίνητο αυτό αποτελούσε ανέκαθεν δημόσια γαία, ισχυρίζεται ότι με βάση το διαχρονικό δίκαιο που ίσχυσε στην περιοχή, ουδέποτε ήταν δυνατή η κτήση της κυριότητας του ακινήτου αυτού με χρησικτησία, από τον πρώτο εναγόμενο ή τους δικαιοπαρόχους του.

Επί των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 8 παρ. 2 του από 30- 12-1947 ισχύοντος νόμου 510/1947, διατηρείται κατ' αρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες:

α) δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ, μιρί κλπ.), β) ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ), γ) αφιερωμένων σε ευαγή σκοπό (βακουφιών), δ) προοριζόμενων για την κοινή και δημόσια χρήση όλων των κατοίκων ενός μόνο χωριού (μετρουκέ) και ε) μη ανηκουσών στην κυριότητα ιδιοκτητών, νεκρών γαιών (μεβάτ), λόγω του αδυνάτου από τη φύση τους προς καλλιέργεια και εξουσίαση, όπως πετρώδεις εκτάσεις, βράχια κλπ, οι οποίες είναι δημόσιες, όπως οριζόταν από το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο (άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 91-102 και 103-105).

Ως δημόσια κτήματα (γαίαι) της κατηγορίας "εραζί- εμιριέ" θεωρούνται οι γαίες που είχαν παραχωρηθεί κάποτε σε ιδιώτες με παραχωρητήρια (ταπιά) μόνο για την ωφέλιμη κυριότητα "τεσσαρούφ", καθώς και εκείνες οι οποίες λόγω ελλείψεως τίτλου, θέλουν αναγνωρισθεί και ταξινομηθεί από τα όργανα του Κτηματολογίου κατά την ενέργεια της βεβαιώσεως στην ανωτέρω κατηγορία, οπότε η καταγραφή αυτή, μετά την παρέλευση των προθεσμιών του άρθρου 37 και 39, καθίσταται αμετάκλητη (άρθ. 61 εδ.

β'). Όπως ήδη δέχεται η -κρατούσα πλέον- νομολογία, γαίες φύσης "εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί", δηλαδή δημόσιες γαίες, όπως και το δικαίωμα διαρκούς εξουσίασης επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ), από της εποχής του Τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μ.χ.) μέχρι την ισχύ του ν. 2100/1952, δεν υπήρξαν ποτέ στα Δωδεκάνησα, εκτός της Ρόδου και της Κω, που ο τούρκος κατακτητής τις είχε κυριεύσει με τη "σπάθη και το δόρυ".

Στα άλλα νησιά της Δωδεκάνησου (όπως είναι η Σύμη, Κάρπαθος, Πάτμος, Χάλκη, Μεγίστη κλπ), που δεν ήταν "δορυάλωτα", δηλαδή δεν είχαν κατακτηθεί με τα όπλα, ο τούρκος κατακτητής Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, όχι μόνο δεν δήμευσε γη, αλλά παραχώρησε δικαιώματα, με αποτέλεσμα όλα ανεξαιρέτως τα κτήματα που κατείχαν, νέμονταν και εξουσίαζαν από τότε οι κάτοικοι των νησιών αυτών να ανήκουν στους ιδιοκτήτες τους (στις ιδιοκτησίες τους) ως γαίες μούλκ......

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι αυτή η λογική για το ιδιοκτησιακό καθεστώς ακολουθείται και για άλλες μη δορυάλωτες από τους Οθωμανούς περιοχές της Ελλάδος, όπως οι Κυκλάδες κλπ. ... κατά την οποία οι διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3-22/1-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16- 6-1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 7- 7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν εφαρμόζονται επί των κειμένων στα νησιά των Κυκλάδων γαιών, διότι είναι πασίγνωστο ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολο τους από ιδιωτικές γαίες καθαράς ιδιοκτησίας.

Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου αλλά ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης....

Η θέση του ελληνικού δημοσίου σύμφωνα με την οποία σε ό,τι ο ιδιώτης δεν μπορεί να αποδείξει νόμιμα ότι έχει ιδιοκτησία, τεκμαίρεται ότι αυτή είναι ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου, στηρίζεται, όπως και στην ένδικη περίπτωση, στην εκ μέρους του ερμηνεία της Συνθήκης των Παρισίων, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. 423/1947, στο άρθρο 14 της οποίας ορίζεται ότι (παρ. 1): "Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τας νήσους της Δωδεκανήσου τας κατωτέρω απαριθμουμένας, ήτοι:

Αστυπάλαιαν, ...Καστελλόριζον, ως και τας παρακείμενος νησίδας". Είναι όμως σαφές, με βάση και τις ιδιάζουσες συνθήκες (πρόκειται για διακρατική συνθήκη με την οποία μεταβάλλεται το κυριαρχικό καθεστώς σε συγκεκριμένα εδάφη), ότι η "πλήρης κυριαρχία" στο ανωτέρω κείμενο, δεν μπορεί να ταυτισθεί εννοιολογικά με την "ιδιοκτησία".

Η κυριαρχία ενός κράτους επί συγκεκριμένων εδαφών σηματοδοτεί την εξουσία του, το απόλυτο δηλαδή δικαίωμα μιας πολιτείας να είναι εξωτερικά ανεξάρτητη και εσωτερικά κυρίαρχη, χωρίς αυτό κατ' ανάγκη να σημαίνει ότι για να υπάρχει κυριαρχία, πρέπει να υφίσταται και το εμπράγματο δικαίωμα της ιδιοκτησίας (κυριότητας) επί των εδαφών.

Κατά συνέπεια, το ελληνικό δημόσιο με την παραπάνω συνθήκη απέκτησε μεν την κυριαρχία, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν απέκτησε όμως αναγκαστικά και την κυριότητα επί ολοκλήρου του νησιού της Πάτμου και των Αρκιών ειδικότερα, αλλά απέκτησε την κυριότητα σε συγκεκριμένα ακίνητα που αποτελούν την δημόσια και ιδιωτική του περιουσία, όπως αυτά αναφέρονται στο Παράρτημα της εν λόγω Συνθήκης, χωρίς τα παραπάνω να αλλοιώνουν, το εμπράγματο δικαίωμα της ιδιοκτησίας που υπήρχε και διατηρήθηκε υπέρ ιδιωτών στα υπόλοιπα ακίνητα.

Διαφορετική θεώρηση της σχέσης μεταξύ των εννοιών "κυριαρχία" και "ιδιοκτησία" (και απόπειρα ταύτισής τους), θα είχε ως αποτέλεσμα το άτοπο (εκτός του αυτονοήτως αβάσιμο αποτέλεσμα ήτοι της μη ύπαρξης ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας), να καθίσταται ανενεργός (στην ουσία να χάνεται) η κυριαρχία του ελληνικού κρότους, σε περίπτωση που κάποιος αλλοδαπός αποκτήσει με νόμιμο τρόπο ακίνητο σε ελληνικό έδαφος, στη συνέχεια δε, επικαλούμενος την ιδιοκτησία του, να μπορεί να ισχυριστεί ότι, ελλείπουσας της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στο ακίνητό του (αφού ελλείπει πλέον η ιδιοκτησία, δεν υφίσταται και κυριαρχία, σύμφωνα με την αποκρουόμενη εδώ θεώρηση), δεν θα δεσμεύεται λ.χ.

από τις πολεοδομικές διατάξεις και θα μπορεί να οικοδομήσει κατά το δοκούν. Η ερμηνεία συνεπώς της ανωτέρω Συνθήκης δεν μπορεί, κατά την άποψη του δικαστηρίου τούτου, να είναι ότι με την υπογραφή της, το ελληνικό δημόσιο κατέστη ιδιοκτήτης των νήσων που αναφέρονται σε αυτή, στην πραγματικότητα δε, όταν τίθεται ζήτημα κυριότητας στη μη δορυάλωτη Δωδεκάνησο, δεν θα πρέπει να θεωρείται υφιστάμενο άνευ ετέρου το τεκμήριο κυριότητας του ελληνικού δημοσίου, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, αλλά πρέπει να ερευνάται κατά περίπτωση κατά πόσο υφίστατο προηγουμένως ιδιωτική ιδιοκτησία.

Πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, ότι η θέση αυτή της νομολογίας, όσον αφορά ειδικότερα στην Πάτμο και στις πέριξ αυτής νησίδες, μεταξύ των οποίων και οι Αρκιοί, ανταποκρίνεται και θεμελιώνεται και σε ιστορικά δεδομένα. Πιο συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι, αρνούμενοι αιτιολογημένα την εναντίον τους αγωγή, υποστηρίζουν ότι το ελληνικό δημόσιο ουδέποτε κατέστη κύριο (με την έννοια του ιδιοκτήτη) του επιδίκου ακινήτου, καθώς η κυριότητα των Αρκιών ανήκει στην Ιερά Μονή Πάτμου, ήτοι στην "Εν Πάτμω Ιερά Βασιλική Πατριαρχική Σταυροπηγιακή και Κοινοβιακή Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού".

Επ' αυτού, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Η νήσος Πάτμος, κατά τον χρόνο που ήταν Βυζαντινή κτήση, περιήλθε στην ιδιοκτησία της Ιερής Βασιλικής Σταυροπηγιακής και Πατριαρχικής Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού, κατόπιν δωρεάς, κατά πλήρη κυριότητα, προς τον μοναχό Χριστόδουλο τον Λατρηνό, ιδρυτή της ανωτέρω Μονής, με "χρυσόβουλο λόγο", το έτος 1088 (11-4-1088), από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Α' Κομνηνό, για την παράδοση δε της νήσου στο μοναχό Χριστόδουλο, συντάχθηκε σχετικό πρακτικό.

Περαιτέρω, ο ιδρυτής και κτήτορας της I. Μονής Όσιος Χριστόδουλος, στην από 8-5-1091 διάταξή του, αναφέρει ότι οι νησίδες Αρκιοί δωρήθηκαν και αυτές στη Μονή από τον ως άνω αυτοκράτορα, ενώ σύμφωνα με φιρμάνι του Σουλτάν Μαχμούτ του Α', (οι νησίδες Αγαθονήσι, Αρκιοί, Μαράθι και Στρογγυλή αποτελούν ιδιοκτησία της Μονής από προ της αλώσεως (1453) χρόνων (βλ.

σχετ. και την υπ' αριθμ. 1/3-6*-1878 απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου της Καϊμακαμίας Πάτμου, αντίγραφο της οποίας προσκομίζει με επίκληση ο πρώτος εφεσίβλητος). Οι ανωτέρω κτήσεις της Μονής επικυρώθηκαν και ανανεώθηκαν το 1292 με χρυσόβουλο του Ανδρονίκου Β' Κομνηνού και το 1329 με χρυσόβουλο του Ανδρονίκου Γ' του Παλαιολόγου.

Από το παραπάνω χρυσόβουλο, δεν προκύπτει καμία ασάφεια και ως προς το δικαίωμα (κυριότητος) που μεταβιβάζεται και ως προς την εδαφική έκταση (ολόκληρο το νησί και οι περί αυτό ερημικοί νήσοι). Το δικαίωμα της Μονής και η έκτασή του, προκύπτει αβίαστα από το κείμενο του χρυσόβουλου λόγου, όπως επαναλαμβάνεται και στην υπ' αριθ. 22/1955 απόφαση του Εφετείου Δωδεκάνησου, στο σκεπτικό της οποίας αναφέρεται: "...

Επειδή δια χρυσοβούλλου του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Αλεξίου Κομνηνού εδωρήθη προς τον μοναχόν Χριστόδουλον η νήσος Πάτμος μετά πάσης αυτής περιοχής και διακρατήσεως, ού καιρικώς, ουδέ χρόνοις αριθμητοίς, αλ' επ' αναφαιρέτω και διηνεκεί δεσποτεία και κυριότητι και άχρις αν ο παρών διαρκοίη αιών.. Καθέξει ουν την τοιαύτην νήσον αυτός τε ο πολλάκις μνημονευθείς ευλαβέστατος ανήρ μετά των υπ' αυτόν μοναχών, των τε νυν όντων και των ες ύστερον εσομένων, και συν τούτοις η παρά τούτου ανεγερθησομένη εν τη νήσω Πάτμω Ιερά Μονή ατελώς, αβαρώς, κυρίως και αυθεντώς, αναφαιρέτως τε και αιωνίως.

Η Ιερά λοιπόν Μονή Πάτμου, με βάση τον (παγκοίνως γνωστό) ως άνω χρυσόβουλλο λόγο του αυτοκράτορα Αλέξιου Α' του Κομνηνού προς τον όσιο Χριστόδουλο (το 1088), απέκτησε την κυριότητα ολόκληρου του δωρηθέντος νησιού (και των πέριξ αυτού ερημικών νήσων, μεταξύ των οποίων και οι Αρκιοί). Στη συνέχεια η κυριότητα της ανωτέρω Μονής αναγνωρίσθηκε και επετράπη η συνέχιση της ασκήσεως αυτής με τα παραχωρηθέντα προνόμια στην Εκκλησία από τον Μωάμεθ τον Πορθητή και τους μετέπεια Σουλτάνους, οι οποίοι με βεράτια παραχωρούμενα στον Πατριάρχη ανεγνώριζαν τα αρχικά παραχωρηθέντα προνόμια στην Εκκλησία και τα δικαιώματα κυριότητος της Εκκλησίας και των καθιδρυμάτων της.

Αλλά και μετά την έκδοση του Χάτι - Χουμαγιούν του 1886 από την Υψηλή Πύλη, με το οποίο κηρύχθηκε, μεταξύ άλλων, και ο σεβασμός των προνομίων της Εκκλησίας, επακολούθησε η έκδοση βερατίων από τους Σουλτάνους προς τους Πατριάρχες, που αναγνώριζαν και τα υφιστάμενα δικαιώματα της Εκκλησίας επί της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Επομένως, τα ακίνητα της νήσου Πάτμου, τα οποία δωρήθηκαν αρχικά από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό και παρέμειναν μετά την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας στην κυριότητα της Μονής Πάτμου, είναι κτήματα καθαρός ιδιοκτησίας (μουλκ) και δεν είχε εφαρμογή επ' αυτών ο περί γαιών νόμος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το σκεπτικό της απόφασης αυτής του Εφετείου Δωδεκάνησου, απεικονίζει την πραγματικά ισχύουσα κατάσταση, καθώς με την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας, η Ιερά Μονή διατήρησε την κυριότητα της επί των ακινήτων που είχαν δωρηθεί σε αυτή, με βάση και τον ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Στο νόμο αυτό, γίνεται διάκριση μεταξύ των κατακτηθέντων λαών που έχουν θεόπεμπτο βιβλίο (όπως είναι η Βίβλος) και πολυθεϊστών.

Μόνο των τελευταίων δημευόταν η περιουσία, ενώ ως προς τους Χριστιανούς γινόταν διάκριση με κριτήριο εάν η κατάκτηση έγινε με πόλεμο ή με συνθήκη, στην τελευταία δε περίπτωση, οι κάτοικοι (και οι μονές) διατηρούσαν την ακίνητη περιουσία τους, καταβάλλοντας μόνον φόρο υποτέλειας. Το καθεστώς δε αυτό, έγινε σεβαστό και από τους νεώτερους οθωμανικούς νόμους, καθώς με το άρθρο 122 του Νόμου περί Γαιών εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του οι εκτάσεις που ανήκαν στα μοναστήρια και κηρύχθηκαν αναπαλλοτρίωτες.

Με την ίδια δε διάταξη, ορίστηκε ότι οι γαίες που ανήκαν από παλαιά σε μονές, δεν εξουσιάζονται με "ταπίον" (παραχωρητήριο), αλλά μόνον όσες εκτάσεις αποκτήθηκαν μεταγενέστερα, υπάγονται στη γενική κατηγορία των λοιπών δημοσίων γαιών. Δεδομένου επομένως ότι η Ιερά Μονή διατήρησε την αρχική κυριότητά της, την οποία απέκτησε όπως προαναφέρθηκε με παράγωγο τρόπο (λόγω δωρεάς), δεν υπήρχε λόγος να γίνει νέα παραχώρηση από το Σουλτάνο ή άλλη αρμόδια αρχή, ούτε να εκδοθεί νέος τίτλος.

Η περιουσία της Ιερός Μονής Πάτμου ουδέποτε δημεύθηκε, ούτε καταλύθηκε η κυριότητα της με την έναρξη της Οθωμανικής Κυριαρχίας, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού η Πάτμος δεν κατακτήθηκε με τα όπλα. Η νομική φύση των ακινήτων της Πάτμου ως μουλκ πηγάζει από τον ίδιο τον ιερό μουσουλμανικό νόμο (όπως πηγάζει η νομική φύση ενός αστικού ακινήτου από τον ίδιο τον Οθωμανικό νόμο περί γαιών), ο δε τίτλος κτήσεως που συνδέει τον κάθε "ιδιώτη" με το ακίνητο μουλκ, είναι ο τίτλος κτήσεως του ακινήτου με βάση το ισχύον κατά την κτήση του δίκαιο.

Λόγω δε αυτού του ιδιαίτερου καθεστώτος, στην μη δορυάλωτη περιοχή της Δωδεκάνησου, δεν ίσχυαν και δεν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, οι οποίες προέβλεπαν το ταπίο (και προϋπέθεταν γαία δημόσια), αλλά αυτές του ιερού μουσουλμανικού δικαίου. Οι Οθωμανικές αρχές, μη έχουσες δικαιώματα στις περιοχές αυτές επί των ακινήτων μουλκ, σύμφωνα με τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, δεν υπήρχε λόγος να εκδώσουν τίτλους εφόσον οι κάτοικοί τους μπορούσαν να διαθέσουν ελεύθερα τα κτήματα τους.

Ούτε ο υπάρχον νόμιμος και έγκυρος τίτλος για αυτού του είδους τα κτήματα (όπως ο σύμφωνα με το β.ρ.δ., τίτλος της αγοράς, της δωρεάς, της χρησικτησίας κ,τ.λ) με τον οποίο είχε κτηθεί νομίμως η κυριότητα, θα μπορούσε να αξιωθεί να υποκατασταθεί μόνο με την ύπαρξη τοπίου (είτε αυτό το αξίωνε το Οθωμανικό κράτος, είτε το Ελληνικό).

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, η μοναστηριακή περιουσία που είχε αποκτηθεί νόμιμα κατά τη βυζαντινή εποχή με αυτοκρατορική δωρεά με χρυσόβουλο, στην οποία (περιουσία) περιλαμβάνονταν μεταξύ άλλων και οι νησίδες Αρκιοί, όχι μόνο παρέμεινε στην κυριότητα της Ιεράς Μονής Πάτμου και μετά την τουρκική κατάκτηση, αλλά εξαιρέθηκε και από την εφαρμογή των διατάξεων του κοινού δικαίου περί των ακινήτων, όντας ελεύθερης ιδιοκτησίας.

Έτσι, δεν αποτέλεσε αντικείμενο της διαδοχής του Οθωμανικού δημοσίου με το ιταλικό, και του τελευταίου με το Ελληνικόν... Έναντι των παραπάνω, το ενάγον δεν αντιπαραθέτει κανένα στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται η, επικαλούμενη από το ίδιο, κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο. Συγκεκριμένα, πέραν του γενικού ισχυρισμού του, ότι η προαναφερόμενη θέση της νομολογίας είναι λανθασμένη, ισχυρίζεται ότι η κυριότητα του προκύπτει από το με αριθμό 3/1303/1887 έγγραφο του αυτοκρατορικού κτηματολογίου (το οποίο προσκομίζεται από τους εφεσίβλητους), στο οποίο το επίδικο εμφανίζεται ως δημόσια γαία.

Στο εν λόγω έγγραφο όμως, είναι σαφές ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος του πρώτου εναγόμενου, Μάρκος Καμπόσος, αναφέρεται ως "νυν ιδιοκτήτης", ενώ αναγράφεται και το αντίτιμο της "μεταβιβάσεως", ποσό χιλίων (1.000) γροσίων, το οποίο, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόμενων, που δεν αντικρούστηκε από κανένα στοιχείο, ήταν ιδιαίτερα υψηλό για την εποχή, επομένως απέκλειε την πιθανότητα ύπαρξης άλλης σχέσης με το ακίνητο (π.χ.

μίσθωσης), πλην αυτής της αγοράς, χωρίς τα παραπάνω να αναιρούνται από τη χρήση των λέξεων "άδεια κατοχής", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, αφού από τα υπόλοιπα στοιχεία του εγγράφου προκύπτει ότι δεν επρόκειτο για άδεια απλής κατοχής, καθώς, εάν αυτό ήταν ακριβές, ο Μάρκος Καμπόσος δεν θα αναγραφόταν ως "νυν ιδιοκτήτης", αλλά ως "κάτοχος".

Επομένως, και από το στοιχείο αυτό, προκύπτει ότι επρόκειτο για ακίνητο ελεύθερης ιδιοκτησίας, έστω και αν στο επάνω μέρος του εγγράφου αναφέρονται οι λέξεις "δημόσιαι γαίαι", καθώς σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ήταν δυνατή η πώλησή του. Κατά συνέπεια, το ελληνικό δημόσιο δεν απέδειξε το ως άνω, θεμελιωτικό στοιχείο της βάσης της αγωγής του, η οποία είναι για το λόγο αυτό απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατόπιν τούτου δε, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας εκ μέρους των εναγόμενων.....

Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή, έστω και διαφορετική αιτιολογία (δεχόμενο συγκεκριμένα, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε μεν δημόσια γαία, πλην όμως η κυριότητα του ενάγοντος καταλύθηκε με χρησικτησία στα πρόσωπα του πρώτου εναγομένου και των δικαιοπαρόχων του), η οποία (αιτιολογία) αντικαθίσταται με την παρούσα (534 Κ.

Πολ.Δ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν ενώπιον του. Γι' αυτό, οι λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της. Να σημειωθεί ειδικότερα ότι, μετά τις παραπάνω παραδοχές, ως προς την απόρριψη της αγωγής λόγω μη απόδειξης της κυριότητας του ενάγοντος εκ μέρους του τελευταίου, καθίστανται ως άνευ αντικειμένου οι 2ος και 3ος των λόγων έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν παραπονείται ότι κακώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγόμενων, καθώς και την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος".

Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αντικαθιστώντας την αιτιολογία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κρίνοντας ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε μεν δημόσια γαία, πλην όμως η κυριότητα του ενάγοντος καταλύθηκε με χρησικτησία στα πρόσωπα του πρώτου εναγομένου και των δικαιοπαρόχων του, δεδομένου ότι (κατά το Εφετείο) το επίδικο δεν αποτελούσε δημόσια γαία, αλλά κτήμα καθαράς ιδιοκτησίας (μουλκ) και δεν απετέλεσε αντικείμενο της διαδοχής του Οθωμανικού Δημοσίου με το Ιταλικό και του τελευταίου με το Ελληνικό.

Ειδικότερα δε, το Εφετείο δέχθηκε ότι ολόκληρη η νήσος Αρκιοί αποτελούσε ιδιοκτησία "μουλκ" της Ιερός Μονής της Πάτμου, στην κυριότητα της οποίας περιήλθε κατά τη βυζαντινή εποχή, και στην οποία, ως μη δορυάλωτη, δεν υπήρξαν γαίες "εραζί- εμιριέ ή αρζί μιρί", δηλαδή δημόσιες γαίες καθώς και το δικαίωμα εξουσιάσεως επί δημοσίων γαιών (τεσσαρούφ), από της εποχής του τούρκου κατακτητή Σουλτάνου Σουλεϊμάν (1522 μ.χ) μέχρι την ισχύ του Ν. 2100/1952, παρά μόνο γαίες "μουλκ", όπως και στις λοιπές νήσους των Δωδεκανήσων, πλην της Ρόδου και της Κω, τις οποίες ενέμοντο, κατείχαν και εξουσίαζαν οι κάτοικοι των νησιών αυτών.

Με το να αποφανθεί όμως έτσι το Εφετείο, στηρίζοντας την απορριπτική του κρίση ότι το επίδικο δεν είναι δημόσιο κτήμα, διότι αποτελούσε καθαρά ιδιοκτησία "γαία μουλκ" ανήκουσα κατά κυριότητα στην Ιερά Μονή της Πάτμου, στην οποία ανήκε ολόκληρο το νησί (Αρκιοί) και επομένως δεν απετέλεσε αντικείμενο διαδοχής από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ιταλικό και από το τελευταίο στο Ελληνικό, χωρίς περαιτέρω να διαλαμβάνει παραδοχές για τις συγκεκριμένες πράξεις νομής, κατοχής και εξουσίασης της Ιεράς Μονής στο επίδικο ακίνητο από την Βυζαντινή εποχή καθώς και για τη φύση, τη μορφή και το χαρακτήρα αυτού, ώστε να δικαιολογούνται οι πράξεις αυτές, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78, 103 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3 και 4 εδ.α' και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, των διατάξεων του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του ΑΝ 1539/1938, των διατάξεων του άρθρου 1 του Παραρτήματος XIV της Συνθήκης των Παρισίων της 10ης Φεβρουάριου 1947, όπως κυρώθηκε με το Ν.Δ 423/1947.

Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τα στη νομική σκέψη διαλαμβανόμενα, και στη νήσο Αρκιοί καθώς και στα λοιπά μη δορυάλωτα νησιά της Δωδεκανήσου, υπήρχαν και δημόσιες γαίες, όπως τα δάση, οι αιγιαλοί, τα κοινόχρηστα και οι εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα και απετέλεσαν αντικείμενο διαδοχής από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ιταλικό και από το τελευταίο στο Ελληνικό.

Έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, που προβάλλεται από το αναιρεσείον με τους σχετικούς τρεις πρώτους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, αιτία για την οποία παρέλκει και η έρευνα του τελευταίου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η από 24-3-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, μετά από σχετικό αίτημά του που υπέβαλε με την αίτηση αναιρέσεως και τις προτάσεις του (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ., άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ'αριθμ. 251/2018 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Εφετείο Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος εις βάρος των αναιρεσειβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ