Supreme Court allows partial appeal against eviction, ordering tenant to pay damages for illegal possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's eviction order, overturning the lower court's dismissal of the tenant's claim. The tenant argued that the landlord's illegal acquisition of the property created a duty to compensate for damages incurred during the period of unlawful possession. The court ruled that since the lower court lacked jurisdiction to re-examine the merits after the appeal, it must itself adjudicate the case, resulting in a partial victory for the tenant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914 et seq., 297, 298, and 984 of the Civil Code; When a possessor acquires property through an illegal act, they are liable for damages to the owner, and the Supreme Court may directly rule on the merits if the lower court lacks jurisdiction to re-examine the case following an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1954 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1954/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Π.-Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Ανώνυμη Εταιρεία", που εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ι. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ποντικάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολύβιο Λαγουδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2013 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-8-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 166/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της με αριθμό 14/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου και, αφού τον αναγνώρισε κύριο της κάθετης ιδιοκτησίας που περιγράφεται στο διατακτικό της και υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσείουσα να την αποδώσει σ'αυτόν, στη συνέχεια υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον τον καθένα, να του καταβάλουν το ποσό των 54.040 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552,553,556,558,564,566§ 1 ΚΠολΔικ) είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ.577 § 1 ΚΠολΔικ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
2.Κατά το άρθρο 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ., 297, 298 ΑΚ). Επομένως για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αγωγικής ευθύνης απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγομένου νομέα, κτήση δε της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθρο 984 παρ.1 ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα αν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια με την οποία συντελέσθηκε η παράνομη κτήση αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη.
Η παρεχόμενη από την εν λόγω διάταξη αγωγή δεν έχει ως θεμέλιο την βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά απορρέει από το δικαίωμα της κυριότητάς του (ΑΠ 1350/2002). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 247,251,298,914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΟλΑΠ 24/2003).
Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου, δεν έλαβε χώραν άπαξ, αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που αυτός απέκτησε την νομή πράγματος έναντι του κυρίου με παράνομη πράξη που διαρκεί εξακολουθητικά, όσο ο δράστης, υπαιτίως παραλείπει να άρει τη δημιουργηθείσα απ'αυτόν επιζήμια κατάσταση, από την διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία στον κύριο του πράγματος.
Τούτο δε, καθόσον στη περίπτωση αυτή η ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό της ζημίας κατάσταση [δηλαδή να αποδώσει την νομή στον κύριο του πράγματος], δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσας και ολοκληρωθείσας πράξεως του δράστη με
την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατηρήσεως και μη άρσεως της ζημιογόνου αυτής καταστάσεως. Γεννάται δε όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή και όχι άπαξ με την τέλεση της πράξεως με την οποία η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε. Επομένως η κατά το άρθρο 937 ΑΚ πενταετής ως άνω παραγραφή της αξιώσεως του ζημιωθέντος κυρίου προς αποζημίωση για την ζημία που υφίσταται από τη διατήρηση της καταστάσεως αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από τον χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να του προκαλεί ζημία [ΑΠ 1730/2010].
3. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε κατ'ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται [ΑΠ 1708/2008].
Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση την νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως [ΑΠ 1603/2008].
4. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Ο ενάγων όπως συνομολογείται από τους εναγόμενους, είναι κύριος μιας κάθετης ιδιοκτησίας που βρίσκεται στον ... ....... Επί της ιδιοκτησίας του αυτής ο ενάγων δεν έχει ανεγείρει οικοδόμημα. Η πρώτη εναγομένη, κυρία της όμορης από νότο δεύτερης κάθετης ιδιοκτησίας έχει ανεγείρει επί αυτής οικοδόμημα το οποίο εκμεταλλεύεται ως τουριστικό κατάλυμα (ενοικιαζόμενα διαμερίσματα) κατά την τουριστική περίοδο από Απρίλιο έως και Οκτώβριο κάθε έτους.
Οι κάθετες αυτές ιδιοκτησίες συνεστήθησαν ... Τον Απρίλιο του έτους 2000 ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος κατέλαβε την ως άνω κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος αποβάλλοντας αυτόν από την νομή του ακινήτου του και τοποθέτησε σε αυτή χλοοτάπητα (γκαζόν), τραπεζοκαθίσματα, ξαπλώστρες, παγκάκια και ομπρέλες κήπου, ενώ παράλληλα κατασκεύασε πλακόστρωτο διάδρομο, ψησταριά και φύτεψε διάφορα δένδρα (φοίνικες, πορτοκαλιές κλπ) και καλοπιστικά φυτά, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως υπαίθριος χώρος για τις ανάγκες των ενοίκων του ξενοδοχείου της πρώτης εναγομένης και το έμπροσθεν στο δρόμο τμήμα του χρησιμοποιούσε ως χώρο για την στάθμευση των οχημάτων των επισκεπτών του ξενοδοχείου.
Ο ενάγων προκειμένου να παρεμποδίσει την άσκηση διακατοχικών πράξεων στο ακίνητο του από την πρώτη εναγομένη, ζήτησε τον Νοέμβριο του έτους 2005 από την Διεύθυνση Πολεοδομίας Χανίων, την περιτοίχηση του ακινήτου του ,πλην όμως δεν πέτυχε την έκδοση σχετικής αδείας και χωρίς να παραιτείται του μέχρι τότε δικαιώματος αποζημιώσεώς του από την αυθαίρετη χρήση του ακινήτου του διαπραγματεύθηκε ακόμα και την πώλησή του στο μέλλον στην πρώτη εναγομένη αλλά δεν επιτεύχθηκε τούτο, αντιθέτως συνεχίσθηκε η κατακράτηση του ακινήτου από αυτή μέχρι και τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής .Από την αφαίρεση της νομής του ακινήτου του ενάγοντος από τον δεύτερο εναγόμενο, που συνδεόταν με σχέση προστήσεως με την πρώτη εναγομένη, ο ενάγων στερήθηκε την χρήση αυτού και απώλεσε εισοδήματα που με πιθανότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε αν εκμίσθωνε το πιο πάνω ακίνητο του κατά τις τουριστικές περιόδους των ετών 2000-2008 ...Ενόψει των ανωτέρω στοιχείων που αξιολογούνται από το Δικαστήριο, κρίνεται ότι λαμβανομένης υπόψη και της περιοχής όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, η οποία αποτελεί την περιοχή των Χανίων που παρουσιάζει την μεγαλύτερη τουριστική κίνηση της έκτασης του, της τοποθεσίας του, καθώς βρίσκεται σε κεντρικό σημείο του ανωτέρω οικισμού με πρόσοψη 13,60 μέτρων σε δημοτικό δρόμο και σύμφωνα με τις συναλλακτικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή, η μισθωτική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως το έτος 2000 με ετήσια προσαύξηση 5% για κάθε ένα από τα επόμενα έτη και συγκεκριμένα στο ποσό των 735 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2001, στο ποσό των 770 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2002,στο ποσό των 810 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2003, στο ποσό των 850 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2004, στο ποσό των 895 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2005, στο ποσό των 940 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2006, στο ποσό των 985 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2007 και στο ποσό των 1035 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2008. 'Ετσι ο ενάγων απώλεσε εισοδήματα ύψους 4.900 (7 μήνες Χ 700 ευρώ) ευρώ κατά την τουριστική περίοδο 2000, 5.145 (7 μήνες Χ 735 ευρώ) ευρώ κατά την τουριστική περίοδο 2001, 5.390 (7 μήνες Χ 770 ευρώ) ευρώ κατά την τουριστική περίοδο 2002, 5.670 (7 μήνες Χ 810 ευρώ) ευρώ κατά την τουριστική περίοδο 2003, 5.950 (7μήνες Χ 850 ευρώ) ευρώ κατά την τουριστική περίοδο 2004, 6.265 (7μήνες Χ 895 ευρώ) ευρώ κατά την τουριστική περίοδο 2005, 6.580 (7 μήνες Χ 940 ευρώ) ευρώ κατά την τουριστική περίοδο 2006, 6.895 (7 μήνες Χ 985 ευρώ) ευρώ κατά την τουριστική περίοδο 2007 και 7.245 (7 μήνες Χ 1.035 ευρώ) ευρώ κατά την τουριστική περίοδο 2008, δηλαδή απώλεσε εισοδήματα συνολικού ύψους 54.040 ευρώ, από την αφαίρεση της νομής του κατά τους προαναφερόμενους αιτούμενους χρόνους από τους εναγόμενους και είναι εκείνα τα εισοδήματα τα οποία θα αποκόμιζε αν είχε εκμισθώσει το επίδικο ακίνητο στην πρώτη εναγομένη (ή και σε τρίτο) για τις προαναφερθείσες χρήσεις που το χρησιμοποίησε, ώστε πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό αυτό.
Οι εναγόμενοι είχαν προβάλλει τον ισχυρισμό, που επαναφέρουν και με την έφεσή τους, ότι στην ανωτέρω ζημία του συντέλεσε ο ενάγων αφού δεν περιέφραξε το επίδικο ακίνητο του ώστε να εμποδίσει τους ενοίκους του ξενοδοχείου της πρώτης εναγομένης που κάποιες φορές το χρησιμοποιούσαν. Ο ισχυρισμός όμως αυτός με τον οποίο οι εναγόμενοι επεχείρησαν να θεμελιώσουν ένσταση του άρθρου 300 παρ1 ΑΚ, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η επικαλούμενη από αυτούς υπαίτια συμπεριφορά του ενάγοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ιστορούμενη στην αγωγή και αποδειχθείσα κατά τα ανωτέρω, ως γενεσιουργό αιτία της ζημίας του, αποβολή του από το επίδικο ακίνητο, αλλά με διατάραξη της κυριότητας του ενάγοντος, ως ζημιογόνο κατάσταση.
Περαιτέρω, η ένσταση παραγραφής που οι εναγόμενοι πρόβαλλαν νομίμως (άρθρο 937 ΑΚ) και επαναφέρουν με την έφεσή τους, ισχυριζόμενοι ότι η αξίωση του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα 2000 έως 19-2-2004 έχει παραγραφεί, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, διότι, εφόσον η ζημία που υπέστη ο ενάγων, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, οφείλεται στην παράλειψη των προσβολέων (εναγομένων), η οποία διήρκεσε από τον Απρίλιο 2000 μέχρι και την συζήτηση της αγωγής, να άρουν την παράνομη κατάσταση της κατάληψης του επιδίκου, που δημιούργησε ο προστηθείς της πρώτης εναγομένης, δεύτερος εναγόμενος, η παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος εμποδίζεται και δεν έχει αρχίσει η διαδρομή του χρόνου της σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη που προεκτέθηκε.
Επίσης οι εναγόμενοι πρόβαλαν ένσταση κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι ο ενάγων δεν είχε σκοπό να εκμεταλλευτεί το ακίνητο του κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου καμμία πρόσοδο δεν θα είχε ,ενώ σε κάθε περίπτωση, με την άσκηση της αγωγής του, επιδιώκει να ασκήσει πίεση στην πρώτη εναγομένη για να το αγοράσει και δεν επιδιώκει καταψήφιση αποζημιώσεως.
Ο ισχυρισμός αυτός, που επαναφέρεται με την δεύτερη έφεση, προβλήθηκε με τις προτάσεις των εναγομένων στον πρώτο βαθμό, χωρίς να διατυπώνεται ταυτόχρονα αίτημα απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικώς ασκούμενης και εκ τούτου, ήταν πρωτίστως απαράδεκτος ....
Είναι όμως και μη νόμιμος διότι τα επικαλούμενα από τους εναγόμενους πραγματικά περιστατικά, ακόμα και αν υποτεθούν αληθινά, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και δεν αρκούν για την θεμελίωση του άρθρου 281 ΑΚ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα αυτά με τα ανωτέρω κριθέντα από το παρόν Δικαστήριο, κατά το μέρος που αφορούσε την σωρευόμενη στο δικόγραφο της από 19-1-2009 αγωγής, αγωγή αποζημιώσεως, κατά την οποία και μόνον πλήττεται η κρίση του και απορριπτομένων των ενστάσεων των εναγομένων με την αυτή αιτιολογία, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 54.040 ευρώ νομιμοτόκως, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τις υπό κρίση εφέσεις είναι ουσιαστικά αβάσιμα.
Τέλος, με τον τελευταίο λόγο της δεύτερης ανωτέρω εφέσεως, που προτείνεται παραδεκτώς εφόσον πλήττεται και η ουσία της υποθέσεως, οι εκκαλούντες παραπονούνται για τη διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως περί επιβολής σε βάρος τους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ύψους 3.350 ευρώ, ισχυριζόμενοι ότι έπρεπε να τους καταλογισθεί το ποσό των 1.621,20 (54.040X3%) ευρώ, στο οποίο υπολογίζεται η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 100 επ του Κώδικα Δικηγόρων.
Όμως ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι τα οριζόμενα στα άρθρα 100 επ. του ν. δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο...".
5. Ενόψει των παραδοχών αυτών του Εφετείου: Α] είναι αβάσιμοι: α] ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο εννέα [9] έγγραφα, τα οποία αυτοί νομίμως είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει.
Τούτο δε καθόσον, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικώς με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, ως συγκριτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, και κατέληξε απλώς σε διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό που οι αναιρεσίβλητοι θεωρούν σωστό, β] ο τρίτος λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔικ [κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου] ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθείσα, άλλως ως μη νόμιμη, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που αυτοί είχαν προβάλει.
Τούτο δε διότι δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου τα περιστατικά που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες για την θεμελίωσή της σχετικής ενστάσεως (αληθή υποτιθέμενα) και τα οποία έχουν ως εξής: "Από τους έτους 2000 ... παρά το γεγονός ότι ο αντίδικος έβλεπε ότι η πρώτη εξ ημών χρησιμοποιεί το επίδικο, ουδέποτε αξίωσε μίσθωμα ή αποζημίωση ...
Οι προβληθείσες .... υπέρογκες αξιώσεις ... είχαν κι έχουν ως αποκλειστικό σκοπό να πείσουν την πρώτη εξ ημών να αγοράσει το ακίνητό του ...". Β] 1) Είναι απαράδεκτοι ο τέταρτος λόγος κατά το μέρος, με το οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι οι σχετικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης [που παρατίθενται στο αναιρετήριο αυτούσιες] ως προς το ζήτημα της κατάληψης του ομόρου ακινήτου του αναιρεσίβλητου εκ μέρους τους, στερούνται νομίμου βάσεως.
Κατά λέξιν ο λόγος αυτός έχει ως εξής: " ...i) Αναφέρεται ως τουριστική περίοδος εκάστου έτους από Απρίλιο έως Οκτώβριο χωρίς να αναφέρεται εάν η τουριστική περίοδος ξεκινά την 1η Απριλίου ή την 15η Απριλίου κλπ και χωρίς να αναφέρεται εάν η τουριστική περίοδος λήγει την 1η Οκτωβρίου ή την 15η Οκτωβρίου εκάστου έτους.
Είναι γνωστό σε όλους που ασχολούνται με τον τουρισμό ότι η τουριστική περίοδος εκάστου έτους ξεκινά αμέσως μετά το Πάσχα και όχι νωρίτερα της 15-04 εκάστου έτους και λήγει συνήθως στις 30-09 εκάστου έτους ή το αργότερο έως 15/10 εκάστου έτους και ότι με τις ως άνω παραδοχές της η αναιρεσειόμενη απόφαση επέφερε σ' εμάς βλάβη ως προς τα επιδικασθέντα ποσά, με αποτέλεσμα να δεχτεί ότι η πρώτη εξ' ημών έκανε χρήση του ακινήτου του αντιδίκου για 7 μήνες το χρόνο, ενώ η χρήση της 1ης εξ ημών δεν υπερέβη ποτέ τους 5-5 1/2 μήνες το χρόνο, ii) Δεν αιτιολογείται στην αναιρεσειόμενη απόφαση ποιος έκανε χρήση του ακινήτου του αντιδίκου τους υπολοίπους μήνες του χρόνου, δηλαδή τους χειμερινούς μήνες εκτός της τουριστικής περιόδου ...".
Τούτο δε, καθόσον οι εν λόγω αιτιάσεις, δεν αποτελούν "ζητήματα" ήτοι ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά πραγματικά επιχειρήματα. 2) Είναι απαράδεκτος ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 περ.1 ΚΠολΔικ, ισχυριζόμενοι ειδικότερα ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 100 επ. "Κώδικα Δικηγόρων", με εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία, απέρριψε το λόγο της εφέσεώς τους με τον οποίο παραπονέθηκαν για τον μη υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης στα κατώτατα όρια που προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα, με μερικό συμψηφισμό αυτής και με βάση το επιδικασθέν ποσό σε σχέση με το αιτηθέν.
Τούτο δε, καθόσον η κρίση του δικαστηρίου για την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ενώ δεν απαιτείται να γίνεται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν συμψηφισμό των εξόδων [εν όλω ή εν μέρει], αφού αυτός σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικός με βάση τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔικ [ΑΠ 947/2012).
Αντιθέτως, το Εφετείο, ενόψει των παραπάνω παραδοχών του και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1099,914,247,251 και 937 ΑΚ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, αφού τα πραγματικά περιστατικά που [ανελέγκτως] δέχθηκε, καθόσον αφορά την προβληθείσα ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου, αρκούσαν για την εφαρμογή τους.
Υπάρχει δηλαδή νομική ανακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Συγκεκριμένα, ενώ (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι η παράνομη και υπαίτια κατάληψη του ακινήτου του αναιρεσίβλητου διήρκεσε εξακολουθητικώς από του μηνός Απριλίου 2000 μέχρι και του χρόνου άσκησης της αγωγής [19-2-2009], στη συνέχεια δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου, δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή για το χρονικό διάστημα από του μηνός Απριλίου 2000 και μέχρι την 19-2-2004, [απορρίπτοντας την σχετική ένσταση των αναιρεσειόντων και επιδικάζοντας αποζημίωση και για τα έτη 2000,2001,2002 και 2003], παρά το γεγονός ότι είχε παρέλθει για το χρονικό αυτό διάστημα, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής, που αφετηριάζεται, κατά τα προδιαληφθέντα, όχι από τον χρόνο που ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολούθησε να υφίσταται η πιο πάνω κατάσταση και να του προκαλεί ζημία.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, είναι βάσιμος.
6. Κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ: "Αν ο Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως? προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας, δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο [ΟλΑΠ 25/2001,ΑΠ 448/2005].Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση.
Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και αφού κρατηθεί και δικασθεί η έφεση των αναιρεσειόντων από το παρόν δικαστήριο, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, κατά το μέρος που την απέρριψε, ακολούθως δε να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος της η αγωγή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον καθένας το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα πέντε [ 32.935] ευρώ ως αποζημίωση για τα έτη 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008 [5950+6265+6580+6895+7245], με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Τέλος οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, ως εν μέρει ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν σε ανάλογο μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας αλλά και για την παρούσα διαδικασία, [άρθρα 176,178,183 ΚΠολΔικ] και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ) σ' αυτόν που το κατέθεσε, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 166/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης κατά ένα μέρος της.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου σ'αυτόν που το κατέθεσε. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει επί της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της 14/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτήν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την πιο πάνω εκκαλουμένη κατά ένα μέρος της.
ΔΕΧΕΤΑΙ μερικώς την από 19-1-2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου-ενάγοντα. ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους αναιρεσείοντες-εναγόμενους να καταβάλουν σ' αυτόν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό τριάντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα πέντε [32.935] ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες-εναγόμενους στην μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου-ενάγοντα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ