Legislator Case Law & Legislation
1954/2013 AI generated

Supreme Court remands appeal case for retrial on unexamined appeal grounds and dismisses inadmissible fourth ground.

Case Number 1954/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded the case for retrial because the Court of Appeals failed to examine six of the appellant's appeal grounds. The appellant argued that the lower court ignored specific evidence, while the respondent contested the admissibility of these new claims. The Court ruled that the fourth ground was inadmissible as it was not properly raised in the lower court, but the remaining grounds required full examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 535(1), 536(2) of the Code of Civil Procedure; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure: When an appeal is accepted, the appellate court must examine all grounds of the original appeal, including those not previously litigated, unless a ground is inadmissible for not having been properly raised in the lower court.

Keywords

AI generated
appeal grounds examination inadmissible appeal Code of Civil Procedure remand for retrial new evidence admissibility

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 535(1), 536(2) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 680(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 43/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1954 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1954/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Η., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευανθία Βαρούνη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Εγγλέζο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Νοεμβρίου 2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6061/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Μαΐου 2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 26 Οκτωβρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε του τετάρτου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Εφετείο όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου εφέσεως κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματά του το Πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει, όπως εκείνο και να λύσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Εάν η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής έχει περισσότερες βάσεις το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης οι οποίες έχουν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στους λόγους ανακοπής που δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η ανακοπή.

Επομένως το Εφετείο, εάν δεχθεί την έφεση, εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και απορρίψει αίτημα της ανακοπής στηριζόμενο σε ένα λόγο ανακοπής, ως προς τον οποίο είχε ασκηθεί έφεση, και το αίτημα αυτό στηρίζεται κατά την ανακοπή και σε άλλους λόγους, τους οποίους δεν είχε εξετάσει το πρωτόδικο δικαστήριο, διότι είχε δεχθεί το ίδιο αίτημα κατά τον γενόμενο δεκτό λόγο ανακοπής, πρέπει να δικάσει και χωρίς έφεση του ανακόπτοντος, ο οποίος είχε νικήσει πρωτοδίκως, το αίτημα τούτο και κατά τους λοιπούς λόγους της ανακοπής.

Η παράλειψη δε της έρευνας των νομίμων και παραδεκτών λόγων αυτής συνιστά την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης παραδεκτώς προταθέντων πραγμάτων υπόψη, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων-ανακόπτων με την ένδικη ανακοπή του, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς ελεγχόμενο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δικόγραφό της, ζήτησε να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 9663/2007 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τους αναφερόμενους στην ανακοπή επτά νόμιμους λόγους.

Πρωτοδίκως έγινε δεκτό το αίτημα για ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής κατ' αποδοχή του, περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την έκδοσή της, έκτου λόγου της ανακοπής. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6061/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης- καθ' ής η ανακοπή, εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και απορρίφθηκε η ανακοπή, ως προς τον έκτο λόγο αυτής χωρίς περαιτέρω έρευνα των λοιπών έξι λόγων αυτής.

Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής θεώρηση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο οικονομικός ή κοινωνικό σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός και μπορεί η παραβίαση να εντοπιστεί και στην ελάσσονα πρόταση, όταν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση., κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως για άλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Ο ανακόπτων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "CASCADE EDYTRRISSES IHC" η οποία εγκαταστάθηκε στην … σύμφωνα με τον Ν. 8967 δυνάμει της υπ' αριθ. 1241.2932/3/23235/1996 Υπουργικής απόφασης που είχε δημοσιευθεί νόμιμα στο υπ' αριθ. 179/1-8-1996 ΦΕΚ και ήταν διαχειρίστρια των υπό παναμαϊκή σημαία πλοίων ...

και ... Το έτος 2000 κατόπιν αίτησης της ως άνω εταιρίας με την υπ' αριθ. 31221/2932/7123235 κοινή Υ.Α. που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθ. 30/10-03-2000 ΦΕΚ, ανακλήθηκε η προαναφερόμενη Υ.Α. περί εγκατάστασης στην Ελλάδα της άνω εταιρίας και έκτοτε η τελευταία έπαυσε να λειτουργεί. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της η άνω εταιρία κατάρτισε με την καθής την υπ' αριθ. .../13-01-1999 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με την οποία η καθής εκμίσθωσε στην άνω μισθώτρια εταιρία δύο συστήματα τηλεπικοινωνιών GMDSS με τα εξαρτήματά τους που τοποθετήθηκαν στα προαναφερόμενα πλοία που διαχειρίζετο η μισθώτρια και για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση εγγυήθηκε ο ανακόπτων ως αυτοφειλέτης.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 της ως άνω σύμβασης "ο μισθωτής υποχρεούται με δικές του δαπάνες να διατηρεί τον εξοπλισμό ασφαλισμένο πλήρως και για τους κινδύνους που ορίζονται στους ειδικούς όρους μίσθωσης σε ασφαλιστική εταιρία, που θα έχει εγκριθεί εγγράφως από τον εκμισθωτή". Επίσης στο άρθρο ΙΥ παρ. 2 της άνω σύμβασης ορίζεται ότι "ο μισθωτής θα ενημερώνει τους ασφαλιστές, ότι ο εξοπλισμός ανήκει στην κυριότητα του εκμισθωτή και ότι όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια θα φέρουν ως δικαιούχο του ασφαλίσματος τον εκμισθωτή στον οποίο σε κάθε περίπτωση οι ασφαλιστές θα καταβάλουν οποιαδήποτε ασφαλιστική αποζημίωση".

Στον ειδικό δε όρο της πρόσθετης ασφαλιστικής πράξης δηλώνεται ρητά ότι "δικαιούχος του ασφαλίσματος ως κύριος του εξοπλισμού είναι η καθής". Στις 5 Αυγούστου 1999 το πλοίο ... προσάραξε σε ύφαλο στα ανοικτά του λιμένος port au Prince στην ..., γεγονός που θεωρήθηκε από τους ασφαλιστές του ως τεκμαρτή ολική απώλεια δηλαδή ότι είχε υποστεί τόσο μεγάλη ζημιά ώστε η επισκευή του να είναι οικονομικά ασύμφορη.

Για την είσπραξη του ασφαλίσματος και αν ακόμη η καθής έπρεπε να προβεί στις απαραίτητες συνεννοήσεις με τους ασφαλιστές εφόσον οι μόνοι αντισυμβαλλόμενοι των ασφαλιστών στην ασφαλιστική σύμβαση είναι οι πλοιοκτήτες, οι οποίοι εκχωρούν το ασφάλισμα στον δικαιούχο (βλ. κατάθεση μάρτυρα της καθής Τ. Μ.) θα έπρεπε αυτή να γνωρίζει στοιχεία περί της προσάραξης του άνω πλοίου, τη διαδικασία δε εκκαθάρισης των οφειλών και το διακανονισμό βαρών όφειλε να διεκπεραιώσει η μισθώτρια διά του ανακόπτοντος νομίμου εκπροσώπου της.

Ουδεμία ακριβή ενημέρωση απεδείχθη ότι είχε η καθής για την πορεία της είσπραξης ασφαλίσματος από τη μισθώτρια (βλ. κατάθεση μάρτυρα καθής Σ. Μ. "Υπήρχε επικοινωνία για το ναυάγιο αλλά μας έστειλαν απαραίτητα δικαιολογητικά"). Έσφαλε κατόπιν αυτών η εκκαλουμένη που δέχθηκε ως βάσιμο τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος ότι ενημέρωσε την καθής για την προσάραξη του άνω πλοίου, πλην όμως η τελευταία δεν εστράφη ως όφειλε κατ' άρθρο 281 ΑΚ κατ' αυτού εντός δύο ετών για την ικανοποίηση της αξίωσής της ως προς τα επίδικα μισθώματα που αφορούν την χρήση του εξοπλισμού του εν λόγω πλοίου.

Η επικαλούμενη από τον ανακόπτοντα ενημέρωση, περί των ανωτέρω, της Τράπεζας Κύπρου και αληθής υποτιθέμενη είναι αλυσιτελής αφού τυγχάνει διαφορετικό πρόσωπο από της καθής.

Συνεπώς, δεν απεδείχθη αδιαφορία της καθής που να απαλλάσσει τον ανακόπτοντα, ούτε άλλωστε είχε υποχρέωση αυτή να ενεργήσει εντός της αναφερόμενης στην εκκαλουμένη προθεσμίας με βάση τον όρο 25.1 της ένδικης σύμβασης. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι το έτερο πλοίο ... στις 04-10-1999 μεταβιβάστηκε από την πλοιοκτήτρια εταιρία με την επωνυμία "TITLON HLODING St", με τη συμφωνία της ενηπόθηκης δανείστριας Τράπεζας του πλοίου "BANK OF SCOTLAND" στη μαλτέζικη εταιρία με την επωνυμία FIRE SHIPPING L.T.D.T" και διαχειρίστρια του πλοίου αυτού έγινε η λιβεριανή εταιρία "OIA MARITIME".

Με τον όρο 17 του από 15-09-1999 προσυμφώνου πώλησης του άνω πλοίου συμφωνήθηκε ότι η αγοράστρια εταιρία αναλάμβανε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης για τον εξοπλισμό GMDSS, εφόσον επιβεβαιώνετο ότι αυτός βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Η επιβεβαίωση ότι ο εξοπλισμός βρέθηκε να λειτουργεί κανονικά έγινε από την άνω διαχειρίστρια του πλοίου.

Από σύμφωνο μεταβίβασης του πλοίου ... στο οποίο δεν συμμετείχε η καθής, δεν απεδείχθη ότι περί των ανωτέρω ενημερώθηκε αυτή σχετικά με την πρωτοφειλέτιδα ή τον ανακόπτοντα, ότι υπήρξε αποδοχή της και αντίστοιχα απαλλαγή του από τις συμβατικές του υποχρεώσεις και την υπεισέλευση των αγοραστών του πλοίου στη θέση του.

Μόνη η ενημέρωση της Τράπεζας Κύπρου (βλ. κατάθεση μάρτυρος ανακόπτοντος Μ. Σ.) δεν απαλλάσσει τον ανακόπτοντα, δοθέντος, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί διακεκριμένο νομικό πρόσωπο αυτού η καθής. Αλλά και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος της επί διετία αδράνειας της καθής κατά τρόπο αντιβαίνοντα στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

να ζητήσει ότι εδικαιούτο είναι contra του άρθρου 25.1 της ένδικης χρηματοδοτικής μίσθωσης και δεν μπορεί να κατισχύσει αυτού....>>. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκαλουμένη με την οποία είχε γίνει δεκτός ο έκτος εκ του άρθρου 281 του Α.Κ. λόγος της ανακοπής, απέρριψε δε στη συνέχεια την ανακοπή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ως προς την επιδειχθείσα της προηγηθείσης της έκδοσης της επίδικης διαταγής πληρωμής συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης (καθ' ής η ανακοπή), δεν συνιστούσαν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, που να δικαιολογεί καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτής (αναιρεσίβλητης) από την έκδοση της διαταγής πληρωμής εις βάρος του αναιρεσείοντος (ανακόπτοντος).

Ειδικότερα, δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή του κατ' άρθρον 281 του ΑΚ λόγου ανακοπής, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, α) ότι καμιά αδιαφορία δεν επέδειξε η αναιρεσίβλητη στην είσπραξη του ασφαλίσματος επί διετία, του ολοσχερώς καταστραφέντος, λόγω προσάραξης σε ύφαλο πλοίου ..., αφού κι αν ακόμη έπρεπε να προβεί στις απαραίτητες συνεννοήσεις με τους ασφαλιστές του πλοίου, θα έπρεπε να έχει γνώση του γεγονότος αυτού, εφόσον δε μόνη αντισυμβαλλόμενη των ασφαλιστών ήταν η πλοιοκτήτρια εταιρία, η οποία εκχώρησε το ασφάλισμα στη δικαιούχο (αναιρεσίβλητη), αυτή, διά του αναιρεσείοντος νομίμου εκπροσώπου της, που είχε εγγυηθεί για τις υποχρεώσις που απέρρεαν από την μεταξύ τους χρηματοδοτική μίσθωση, όφειλε να την ενημερώσει, παρέχοντας προς αυτήν τις σχετικές πληροφορίες περί του ανωτέρω συμβάντος και των γεγονότων που επακολούθησαν με τους ασφαλιστές, ενέργεια όμως στην οποία δεν προέβη, β) ότι οι ανωτέρω (πρωτοφειλέτρια και εγγυητής) δεν πληροφόρησαν την αναιρεσίβλητη για την μεταβίβαση του πλοίου ...

σε άλλη πλοιοκτήτρια εταιρία, η οποία και ανέλαβε τις υποχρεώσεις τους από την ένδικη χρηματοδοτική μίσθωση και υπεισήλθε συνεπεία τούτου στη θέση τους με αντίστοιχη απαλλαγή αυτών από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ώστε, ελλείψει της πληροφόρησης αυτής, να μην καθίσταται εφικτή η επιδίωξη από την αναιρεσίβλητη αυτών που εδικαιούτο από την μεταξύ τους χρηματοδοτική μίσθωση, από την αγοράστρια του άνω πλοίου εταιρία και γ) ότι πέραν των ανωτέρω, ο ισχυρισμός του ανακόπτοντος, της επί διετία αδράνειας της καθ' ής να ζητήσει ότι εδικαιούτο από την χρηματοδοτική μίσθωση και για τα δύο ως άνω πλοία, είναι αντίθετος προς τον όρο 25.1 αυτής, (κατά τον οποίο, "η παράλειψη ή καθυστέρηση του εκμισθωτή να ασκήσει τα νόμιμα και συμβατικά δικαιώματά του δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ερμηνευθεί ως παραίτηση από τα δικαιώματα αυτά") και δεν μπορεί να κατισχύσει αυτού.

Ανεξάρτητα πάντως από την τελευταία αυτή αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, οι προηγηθείσες αιτιολογίες αυτής, στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, ως προς το αποδεικτικό πόρισμά της αναφορικά με τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, ώστε η επάλληλη αυτή αιτιολογία να καθίσταται αλυσιτελής. Επομένως, ο αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. α'και β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί λήψεως υπόψη μη επιτρεπόμενων, ως και μη νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, ήτοι των αναφερομένων στον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως μαρτυρικής καταθέσεως του Σ. Μ., ως και της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Α. Μ., με αποτέλεσμα να απορρίψει τον εκ του άρθρου 281 Α.Κ., έκτο λόγο της ανακοπής είναι αόριστος, και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι οι ως άνω πλημμέλειες, οι οποίες δεν εμπίπτουν στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6061/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που δεν ερευνήθηκαν μ' αυτήν οι υπόλοιποι έξι (εκτός του έκτου) λόγοι της από 12-11-2007 ανακοπής του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6061/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό της παρούσης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ