Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects contrary reasoning regarding common sense application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a second-instance court decision regarding inheritance value calculations. The court held that the lower court was not required to appear in absentia for the second defendant, as proper service was effected, and that the alleged contradiction in valuation figures did not constitute a legal error. Furthermore, the court ruled that the appeal regarding the application of common sense principles was inadmissible because it concerned the evaluation of evidence rather than the correct application of legal rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(6) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a defendant being tried in absentia is only valid if service was illegal, not if the defendant appeared counterclaiming; Contradictory reasoning in a judgment is not a ground for appeal if it concerns the evaluation of evidence rather than the application of legal rules or common sense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1954 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1954/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, με την ιδιότητά τους ως κληρονόμων της Ζ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευλαμπία Χατζηπαναγιώτου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο και 2. Ψ2, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-1993 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/1995 μη οριστική, 11/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2005 μη οριστική, 11-2007 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-6-2007 αίτησή τους και με τους από 5-9-2008 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 5-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 25-6-2007 αίτηση και οι από 5-9-2008 πρόσθετοι λόγοι των Χ1, κλπ, για αναίρεση της 11/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες 9395/3-12-2007 και 11805/11-9-2008 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών .... και ..., αντίστοιχα, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, με τις σ` αυτά πράξεις ορισμού της προκείμενης δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ` αυτήν, επιδόθηκε, με επίσπευση των αναιρεσειόντων, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Ψ2.Επομένως, εφόσον η εν λόγω διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρούσα (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.6 ΚΠολΔ. ιδρύεται αν κατά παράβαση του νόμου, και ιδίως κατά παράβαση των διατάξεων περί επίδοσης, ο διάδικος δικάστηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερήμην, όχι όμως και όταν δικάστηκε κατ` αντιμωλίαν. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης ούτε από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το ζήτημα του πότε επιτρέπεται αναίρεση στην περίπτωση που ο διάδικος δικάστηκε ή δεν δικάστηκε παράνομα ερήμην ρυθμίζεται ειδικά από τον αριθ.6 του ως άνω άρθρου.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κακώς η εφεσίβλητη και δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσειόντων, Ζ, δικάστηκε ερήμην με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος, διότι από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η εν λόγω διάδικος δικάστηκε κατ' αντιμωλίαν, κατ'άρθρ. 76 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για δίκη διανομής, ως αντιπροσωπευομένη από την παριστάμενη αναγκαία ομόδικό της Ψ2 Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από την 65/2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού ..., που διέταξε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και από όλα τα έγγραφα που προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα αναφερόμενα στους λόγους αναίρεσης, δεύτερο του κυρίου δικογράφου και πρώτο, πρώτο μέρος, του δικογράφου των προσθέτων, έγγραφα, ήτοι την 16524/4-8-1993 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Παλαμά, Γεωργίου Στυλιάρα, την από 12-4-1993 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση- διαμαρτυρία της πρώτης αναιρεσίβλητης , την από 20-10-1993, αγωγή της τελευταίας κατά της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 20-2-2001 επιστολή του προϊσταμένου τιμών της Τράπεζας Ελλάδος και την ανωτέρω αναφερόμενη έκθεση του πραγματογνώμονα .....
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ` αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ` ένα από αυτά.
Τα δημόσια έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη αν παράγουν πλήρη απόδειξη, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ, ήτοι ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν προσέδωσε στο προσκομισθέν από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων 5229/17-11-1967 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Παλαμά, Θρασύβουλου Βλάχου, την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημόσιων εγγράφων, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της αξίας του σ' αυτό αναφερόμενου διαμερίσματος, που συστάθηκε ως προίκα υπέρ της ανωτέρω από τον κληρονομηθέντα πατέρα της, η οποία, σύμφωνα με το συμβόλαιο αυτό ανέρχονταν σε 250.000 δραχμές, και όχι σε 500.000 δραχμές, όπως δέχθηκε το Εφετείο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν αποτελεί, ως προς το ανωτέρω ζήτημα της αξίας του ακινήτου, που αναφέρεται σ' αυτό, πλήρη απόδειξη, κατά τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, αφού η αξία αυτή δεν είναι από τα ανωτέρω αναφερόμενα περιστατικά ως προς τα οποία το έγγραφο αυτό παρέχει πλήρη απόδειξη, από δε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς το αποδεικτικό τούτο θέμα, εκτίμησε αυτό ελεύθερα κατά άρθρ. 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ` είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.
Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικά προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτήν είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος όπως εκτιμήθηκε προβάλλεται επικουρικώς, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προσκομισθέντος και στην προηγούμενη σκέψη αναφερόμενου 5229/17-11-1967 προικοσυμβολαίου, ως προς την αξία του αναφερόμενου σ' αυτό ακινήτου , η οποία, σύμφωνα με το εν λόγω συμβόλαιο, ανέρχονταν σε 250000 δραχμές, και όχι σε 500.000 δραχμές, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς την αξία του ακινήτου αυτού, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμησή του, η οποία συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως καταθέσεων μάρτυρα, διαδίκων, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία του εν λόγω εγγράφου για το αποδεικτέο αυτό θέμα.
Ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την αυτή ως άνω διάταξη, που επίσης προβάλλεται επικουρικώς και με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωση του περιεχομένου της αναφερόμενης στην προηγούμενη σκέψη από 23-11-2000 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ..., είναι απαράδεκτος, διότι, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.20ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ.
του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά μέσα, δεν είναι δε έγγραφα, με την έννοια αυτή, οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, κατ'άρθρ.390ΚΠολΔ, διαφορετικό από τα έγγραφα.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως το Δικαστήριο να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πέμπτο, πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια, η παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, του ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων, ότι η σχέση της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τους χρόνους των συνεισενεκτέων παροχών των κληρονόμων του κατά την 10-9-1991 αποβιώσαντος πατέρα των διαδίκων, ...., σε σύγκριση με την αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά τον χρόνο θανάτου αυτού είναι 1:1.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην παραδοχή των πιο πάνω περιστατικών, που έχουν ουσιώδη επίδραση για την εκτίμηση της αξίας των συνεσενακτέων παροχών των διαδίκων, συνακόλουθα για την έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, κ.λ.π., καθώς επίσης και των εγγράφων τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Συνεπώς, στις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.
Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην εκ του άρθρου 559 αριθ.11β ΚΠολΔ. πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ.
β του ΚΠολΔ., που απαλείφθηκε με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, αλλ' έχει διαχρονικώς εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση, συνάγεται ότι θεμελιώνεται ο προνοούμενος με αυτήν λόγος αναίρεσης, όταν από το δικαστήριο έγιναν δεκτά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να διαταχθεί απόδειξη γιαυτά, όπως συμβαίνει και όταν το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη ομολογίας από την εκτίμηση των προτάσεων ενώπιόν του, χωρίς να υπάρχει ομολογία.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, όπως εκτιμήθηκε, από τις ανωτέρω διατάξεις, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, ψέγεται το Εφετείο, διότι έκανε δεκτό ως αληθή τον αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη ισχυρισμό τής ενάγουσας, περί της αγοραστικής αξίας της χρυσής λίρας Αγγλίας, στηριζόμενο εσφαλμένως σε ομολογία της δικαιοπαρόχου μητέρας των αναιρεσειόντων, κατ' άρθρ. 261 ΚΠολΔ, χωρίς να διατάξει αποδείξεις για το ζήτημα αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της 7/1995 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που δίκασε την υπόθεση σε πρώτο βαθμό, καθώς και της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, για τον ισχυρισμό αυτό τάχθηκαν, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αποδείξεις εις βάρος της ενάγουσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, το δε Εφετείο το αποδεικτικό του πόρισμα για την αλήθεια τούτου συνήγαγε από την εκτίμηση των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη αποδεικτικών στοιχείων και όχι από ομολογία της ανωτέρω διαδίκου.
Ο ίδιος λόγος, αναφορικά με τις περαιτέρω αιτιάσεις, για εσφαλμένη εκτίμηση, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, της αξίας των συνεισενεκτέων παροχών των διαδίκων, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών περιστατικών(άρθρ.561 παρ.1ΚΠολΔ).
Επειδή, η αντιφατικότητα των αιτιολογιών, ως λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., ιδρύεται, όταν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης , εξαιτίας της οποίας δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο και όχι όταν η αντιφατικότητα αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι ενώ με αυτή έγινε δεκτό, ότι, κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου πατέρα των διαδίκων, η αξία της προικώας παροχής του προς τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, ήτοι ενός διαμερίσματος του Α ορόφου, επί της οδού ..., εμβαδού 110 τ.μ.
ανέρχονταν στο ποσό των 25.473.841 δραχμών, περαιτέρω, έγινε δεκτό, κατά αντιφατικό τρόπο, ότι η αξία του ισόγειου διαμερίσματος της ενάγουσας, εμβαδού 55 τ.μ, που βρίσκεται στην ίδια οικοδομή, ανέρχονταν σε 2.501.928 δραχμές. Η προβαλλόμενη όμως αντίφαση δεν αναφέρεται στις αιτιολογίες της απόφασης, αλλά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και του εξ αυτών συμπεράσματος του δικαστηρίου.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Επειδή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι όταν χρησίμευσαν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή προς εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, από το δικαστήριο της ουσίας, διότι αφενός δέχθηκε ότι η αξία του προικώου ακινήτου της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη, ανέρχονταν, κατά τον ανωτέρω χρόνο θανάτου τού κληρονομουμένου πατέρα των διαδίκων, σε 25.473.841 δραχμές, ενώ, σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, η αξία παρόμοιου νεόδμητου διαμερίσματος δεν υπερέβαινε τα 12.000.000 έως14.000.000 δραχμές, αφετέρου δεν έλαβε υπόψη, για τον υπολογισμό της αξίας των συνεισενεκτέων παροχών των διαδίκων, την αύξηση του τιμαρίθμου ζωής κατά το χρονικό διάστημα από τον χρόνο των παροχών αυτών έως τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, αλλά προέβη σε μετατροπή της αξίας αυτών σε χρυσές λίρες Αγγλίας και έτσι οδηγήθηκε σε υπολογισμούς που παρουσιάζουν μεγάλη και αδικαιολόγητη απόκλιση από αυτούς που θα είχε οδηγηθεί αν λάμβανε υπόψη μόνο την πρώτη, είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια αναφέρεται σε εσφαλμένη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς εκτίμηση των αποδείξεων και όχι για την ανεύρεση , με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2007 αίτηση και τους από 5-9-2008 πρόσθετους λόγος των Χ1, κλπ, για αναίρεση της 11/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης πρώτης των αναιρεσιβλήτων, Ψ1, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ