Legislator Case Law & Legislation
1954/2007 AI generated

1954/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1954/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8749/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/5/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 10/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 8749/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1954/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξαίρεση από την απαγόρευση προβλέπεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό και με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, στις αναφερόμενες περιοριστικώς στα άρθρα αυτά περιπτώσεις. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη "πραγμάτων", δηλαδή αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης κ.λ.π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1954 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1954/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κότσιρα.

Του αναιρεσίβλητου: ....., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8749/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/5/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 10/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 8749/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μέσα επιθέσεως και άμυνας, δηλαδή πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που χαρακτηρίζονται από αυτοτέλεια, όπως είναι και εκείνοι που τείνουν στην κατάλυση του καταγόμενου σε δίκη δικαιώματος με τη μορφή της ένστασης κατά της αγωγής, πρέπει, με ποινή το απαράδεκτο να προτείνονται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι το πέρας της ενώπιον αυτού συζήτησης, που αποτελεί το έσχατο όριο προβολής των επί της ουσίας αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων.

Από τις ρυθμίσεις αυτές σε συνδυασμό και με την παράγραφο 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η ένσταση πρέπει να έχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση, συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ότι η ένσταση προβλήθηκε εμπρόθεσμα, πρέπει να έχουν προταθεί έγκαιρα όλα τ΄αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια και εάν έχουν προταθεί αορίστως κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοδικείου και επαναληφθούν στο Εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται για πρώτη φορά τότε και υπόκεινται, καταρχήν, στην απαγόρευση.

Εξαίρεση από την απαγόρευση προβλέπεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό και με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, στις αναφερόμενες περιοριστικώς στα άρθρα αυτά περιπτώσεις. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ, για να ιδρυθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη "πραγμάτων", δηλαδή αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης κ.λ.π.

θα πρέπει τα πράγματα να έχουν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμα και ν΄ ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989). Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δε μπορεί να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Στην προκείμενη υπόθεση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, κατ΄ εκτίμηση, από τον αρ. 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της που προέβαλε με την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης, ότι η αξίωση του αναιρεσιβλήτου παραγράφηκε και ο τελευταίος ασκεί καταχρηστικώς το δικαίωμά του.

Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με αυτά που αναφέρονται στη μείζονα πρόταση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τους ανωτέρω ισχυρισμούς (ενστάσεις) προέβαλε και μάλιστα νόμιμα ενώπιον του Πρωτοδικείου. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345 εδ.

α΄, 346 του ΑΚ, 215 παρ. 1α και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης, δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και χαρακτήρα οχλήσεως, που ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της, ως στοιχείου άσκησης της αγωγής και μέσου έναρξης της δίκης, ώστε, ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη, να συνεπάγεται, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους, χωρίς υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη.

Επομένως, η αγωγή αυτή καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, υπό την επιφύλαξη της ένστασης του άρθρου 342 ΑΚ, υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της άσκησης της αγωγής, η οποία τέτοια συνέπεια δεν έχει, αλλά της όχλησης, που όταν ασκείται με την αγωγή, της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει.

Περαιτέρω η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που συνιστά ανάκληση της ενυπάρχουσας σ΄ αυτή συγκεκριμένης αίτησης, για παροχή δικαστικής προστασίας υπό την έννοια της παραίτησης μόνο από την έναντι της πολιτείας αξίωση για έκδοση απόφασης επί συγκεκριμένης δίκης, έχοντας ως αποτελέσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, συνεπάγεται την ανατροπή εξυπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκησή της.

Γιατί το ανωτέρω από την παραίτηση αποτέλεσμα αφορά μεν, την άσκηση της αγωγής ως σύνθετης διαδικαστικής πράξης (κατάθεση και επίδοση αντιγράφου), δεν αφορά όμως και την επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης, κατά το μέρος που η επίδοσή του έχει χαρακτήρα όχλησης, ανεξάρτητης από την επίδοση ως διαδικαστικής πράξης, παρά την υλική σύμπτωσή τους.

Συνεπώς, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, που καταλύει αναδρομικώς την επίδοση ως διαδικαστικής πράξης, έχει ως συνέπεια να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ (δικονομικοί τόκοι) δεν επηρεάζει όμως το κύρος της επίδοσης κατά το μέρος που συνιστά απλή όχληση και επομένως δε συνεπάγεται άρση αναδρομική ή μη των κατά το άρθρο 345 ΑΚ έννομων συνεπειών της υπερημερίας του εναγόμενου οφειλέτη, η οποία έχει ήδη, μετά την όχληση, ως όρος της, τυχόν επέλθει.

Έτσι, αν ο ενάγων ασκήσει κατά του εναγομένου καταψηφιστική αγωγή με την οποία ζητεί να του καταβάλει χρηματικό ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της και επιδόσει αντίγραφο της αγωγής αυτής στον οφειλέτη, κατά δε τη συζήτηση της αγωγής περιορίσει κατά τα άρθρα 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, ο εναγόμενος οφείλει τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, η οποία έχει τον προαναφερόμενο χαρακτήρα της όχλησης και συνεπάγεται την οφειλή τόκων υπερημερίας, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, ο ανωτέρω περιορισμός του αιτήματος θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία, ως εκ τούτου, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε κατά το αίτημα που περιορίστηκε.

Κατόπιν τούτων ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ΄ εκτίμηση, τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ, αναγνώρισε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οφείλει το αναφερόμενο σ΄ αυτή χρηματικό ποσό με τόκους από την επίδοση της αγωγής, μολονότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.5.2006 αίτηση της ..... για αναίρεση της 8749/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ