Supreme Court remands case for retrial due to appellate court's failure to apply contract interpretation rules under Articles 173 and 200 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision and remanded the case for retrial. The appellants argued the lower court erred by accepting the lessors' claim without properly applying the rules of contract interpretation found in Articles 173 and 200 of the Civil Code. The Court found the appellate court failed to ascertain the true intent of the parties or address ambiguities in the lease agreement regarding the property's status as a school, thereby violating mandatory statutory interpretation principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When a court of first instance detects ambiguity in a contract but fails to apply the rules of interpretation to ascertain the true intent of the parties, the decision is subject to appeal for violation of these articles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1954 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1954/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "..... " (θεατρική ομάδα) , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντίνα Κατσίφα, ο οποίος δήλωσε ότι οι ως άνω αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης ως προς τον 2ο λόγο αυτής.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... , 2. .... , 3. .... και 4. .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοδόσιο Καμπανέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουνίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 952/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8723/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3 Μαϊου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πλαστήρας Αναστασάκης, ανέγνωσε την από 14 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθής βούληση των δικαιοπρακτούντων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Το δικαστήριο δε της ουσίας όταν διαγιγνώσκει έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην ερμηνευόμενη σύμβαση και εν γένει δικαιοπραξία, δεν υπόκειται μεν κατά τούτο στον ακυρωτικό έλεγχο, παραλείποντας όμως να προσφύγει στους ανωτέρω κανόνες για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων ή να παραθέσει τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή του, ελέγχεται για την παράβαση των ανωτέρω άρθρων του ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Κατά τις διαπραγματεύσεις που έγιναν πριν από την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης του αναφερομένου σ' αυτήν μισθίου ακινήτου (παλαιάς ξυλαποθήκης) από τσιμεντόπλινθους και κεραμοσκεπή με ισόγειο 300 τετρ.
μέτρων και υπόγειο ίδιας επιφάνειας, κειμένης στην Αθήνα επί των οδών ... ) το οποίο εκμισθώθηκε από τους αναιρεσίβλητους στους αναιρεσείοντες προκειμένου μετά την εκτέλεση των αναγκαίων προς τούτο εργασιών, να χρησιμοποιηθεί ως θέατρο, οι αναιρεσίβλητοι ενημέρωσαν το δεύτερο από τους αναιρεσείοντες ατομικώς και ως εκπρόσωπο της πρώτης από αυτούς για την έκδοση της υπ' αριθ. 1334/1990 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων (ΦΕΚ 668/30.11.1990 τεύχος Δ') με την οποία αποφασίσθηκε η τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Αθηνών στην περ. ...
με χαρακτηρισμό του τμήματος Ο.Τ. ....(όπου το μίσθιο ακίνητο) και τμήματος του Ο.Τ. ως χώρων σχολείων, πλην όμως οι αναιρεσείοντες, μη δυνάμενοι να εξεύρουν άλλον πρόσφορο χώρο για τη στέγαση του θεάτρου τους στο κέντρο των Αθηνών, μετά την αποβολή τους από το ... που απαλλοτριώθηκε, αφού διερεύνησαν τα χρονικά περιθώρια υλοποίησης της άνω απόφασης, ενόψει της πενταετούς αδρανοποίησής της, αποφάσισαν τη μίσθωση του συγκεκριμένου ακινήτου, αποδεχόμενος την ενδεχόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση του για τον προαναφερόμενο σκοπό.
Ετσι οι αναιρεσείοντες κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης μίσθωσης και παραλαβής του μισθίου στις 28.7.1995 γνώριζαν επακριβώς την πραγματική και νομική κατάσταση τούτου, το οποίο αφού διαμόρφωσαν με δικές τους δαπάνες για το σκοπό που το προόριζαν (θέατρο) χρησιμοποίησαν έκτοτε συνεχώς, κατά τα συμφωνηθέντα επί μίαν οκταετία περίπου, παρακολουθώντας επιμελώς την εξέλιξη της διαδικασίας υλοποίησης της ως άνω απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων.
Περαιτέρω το Εφετείο εκτιμώντας τις αποδείξεις δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι αναιρεσίβλητοι με την από 12.1.2001 εξώδικη δήλωση τους, την οποία κοινοποίησαν στους αναιρεσείοντες στις 17.1.2001, τους ενημέρωσαν για την άσκηση της από 8.9.2000 αίτησης του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων (Ο.Σ.Κ.) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του προς απαλλοτρίωση ακινήτου επισημαίνοντας την πρόθεση του υπέρ ου η απαλλοτρίωση (ΟΣΚ) να συνεχίσει τη σχετική διαδικασία και ότι οι αναιρεσείοντες με την από 29.3.2001 εξώδικη απάντησή της, όπως και με την επακολουθήσασα από 18.4.2001 όμοια, επικαλούνται άγνοια του ως άνω χαρακτηρισμού του μισθίου και δόλια απόκρυψη τούτου από τους εκμισθωτές κατά τη συνομολόγηση της επίδικης μίσθωσης, πλην όμως ότι οι ισχυρισμοί τους αυτοί ελέγχονται αβάσιμοι.
Η παραδοχή δε αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι εξακολούθησαν την επένδυση κεφαλαίων στην επιχείρησή τους ακόμη και μετά την επίδοση της από 12.1.2001 εξώδικης δήλωσης των αναιρεσιβλήτων, με την προετοιμασία της παράστασης "...." κατά την περίοδο 2002 - 2003, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο της ενδεχόμενης ματαίωσής της από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ δεν αναιρείται από την έλλειψη αναφοράς στο από 28.7.1995 συμφωνητικό της ενδεχόμενης απαλλοτριώσεως του μισθίου, αφού η παράλειψη αυτή έγινε προς ικανοποίηση σχετικής αίτησης των εφεσιβλήτων, προκειμένου αυτοί να μην έχουν προβλήματα κατά την έκδοση της αδείας εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών αλλά και την περαιτέρω νόμιμη λειτουργία του μισθίου ως θεάτρου, οι δε εκκαλούντες έχοντας πλήρως εξασφαλισθεί με την περιεχόμενη στον υπ' αριθ. 10 όρο αυτού συμφωνία απαλλαγής τους από κάθε ευθύνη σε περίπτωση μη έκδοσης αδείας λειτουργίας του μισθίου, που ήταν αναμενόμενη με δεδομένο τον ως άνω χαρακτηρισμό του, δεν είχαν λόγο να αρνηθούν την προβαλλόμενη απαίτηση των εφεσιβλήτων μισθωτών.
Από τις αιτιολογίες αυτές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο συνήγαγε ερμηνευτικώς την κρίση του σχετικά με το κρίσιμο εν προκειμένω θέμα αν οι αναιρεσίβλητοι εκμισθωτές απέκρυψαν δολίως κατά την κατάρτιση της συμβάσεως ότι το μίσθιο είχε χαρακτηρισθεί ως χώρος σχολείου και ότι ήταν ενδεχόμενη η απαλλοτρίωσή του κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, εμμέσως δεχθέν την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, αφού προς ενίσχυση της κρίσεώς του αναφέρεται στην ενημέρωση που έκαναν οι αναιρεσίβλητοι - εκμισθωτές στους αναιρεσείοντες - μισθωτές (για την ύπαρξη της ως άνω αποφάσεως του Δημοτικού Συμβουλίου) κατά τις διαπραγματεύσεις προς σύναψη της ένδικης μίσθωσης και, περαιτέρω, αντλεί επιχείρημα από το αναφερόμενο γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες εξακολούθησαν την επένδυση κεφαλαίων στην επιχείρησή τους και μετά την επίδοση της από 12.1.2001 εξώδικης δήλωσης των αναιρεσιβλήτων και προβαίνει σε ερμηνεία της έλλειψης αναφοράς στο από 28-7-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως της ενδεχόμενης (μελλοντικώς) απαλλοτρίωσης του μισθίου με περιστατικά εκτός αυτού κείμενα (ικανοποίηση σχετικής αίτησης των αναιρεσειόντων για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν), χωρίς όμως να προσφύγει, ως όφειλε, κατά τα προεκτεθέντα, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Ετσι κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του κατά το άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ και το βάσιμο πρώτο λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 8723/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ