Legislator Case Law & Legislation
1953/2024 AI generated

1953/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1953/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1953 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1953/2024

Legislator headnote

AI generated

1953/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1953 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1953/2024

Keywords

AI generated
permanent earning incapacity economic hardship lack of economic substance gainful inactivity psychiatric work incapacity financial circumstances
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1953 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1953/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "Ελεήμων Εταιρεία Αθηνών - Γηροκομείο - Πτωχοκομείο", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Γιολδάση, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Μ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Σεραφείμ, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3776/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 6-4-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Nόμιμα επαναφέρεται με την από 3-1-2024 με αριθ. κατ. 47/2024 κλήση η υπό κρίση από 6-4-2021 (1564/154/2021) αίτηση αναιρέσεως του καλούντος - αναιρεσείοντος, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 3776/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (εκδοθείσα στις 1-6-2020). Η παραπάνω αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 8-4-2021, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης, γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία εδίωκε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως που τον συνέδεε με την εναγομένη καθώς και την επιδίκαση αποδοχών για το διάστημα από 1-8-2014 έως τις 30-10-2016. Εξεδόθη αρχικώς η 218/2019 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από πλευράς ενάγοντος, εξεδόθη η παραπάνω 3776/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την παραπάνω αγωγή. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείoν, σωματείο με την κρινομένη αίτηση του. 1) Από τη διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά. Όμως το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ.

Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού μεταξύ άλλων και όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 368/2024, ΑΠ 771/2018).

2α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω δε λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 3/2024, ΑΠ 58/2015). 2β) Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/2012, ΑΠ 104/2012). Aντιφατικές δε αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα περιστατικά που δέχεται η απόφαση και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομική περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 368/2024, AΠ 74/2016). Με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο τον (γενόμενο δεκτό πρωτοδίκως) ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής εκ μέρους του ενάγοντος άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου (δηλαδή με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες), την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Εν προκειμένω από την προεπισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθ. 561 παρ. 2 ΚπολΔ) κατά τις ενδιαφέρουσες τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: [10ο - 15ο φύλλο] "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο ενάγων προσλήφθηκε στις 2-6-2008, από το εναγόμενο προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως γραφέας δακτυλογράφος. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής εξαρτημένης εργασίας και με την ανωτέρω ειδικότητά του ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, απασχολούμενος με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και με βάση σχετικό πρόγραμμα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και επί οκτώ ώρες ημερησίως, αντί των καθοριζομένων από τις εκάστοτε ΕΣΣΕ μηνιαίων αποδοχών. Ο ενάγων, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, παρείχε τις υπηρεσίες του με ζήλο και εργατικότητα εκτελώντας τις απορρέουσες από τη σύμβαση και το νόμο υποχρεώσεις του με επιμέλεια, χωρίς μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2010 να υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή των νομίμων αποδοχών του και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι δεν υπήρξε διαμαρτυρία εκ μέρους του (ενάγοντος). Ωστόσο, από το Σεπτέμβριο του έτους 2010 το εναγόμενο έπαυσε να καταβάλει στον ενάγοντα τακτικά τις μηνιαίες αποδοχές του. Αποτέλεσμα της πρακτικής αυτής που συνεχίσθηκε μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2014, ήταν να περιέλθει ο ενάγων σε οικονομικό αδιέξοδο οπότε και ο ενάγων κατόπιν της εκ μέρους του εναγομένου εργοδότη του καθυστέρησης της πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών του ποσού 34.506, 90 ευρώ, με την από 21-7-2014 εξώδικη δήλωση η οποία νομίμως κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο στις 21-7-2014, ..., άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του από της κοινοποιήσεως της ανωτέρω εξώδικης δήλωσής του, ήτοι από 21-7-2014, αρνούμενος έκτοτε να παρέχει την εργασία του έως ότου εκπληρώσει το εναγόμενο ως εργοδότης του τις ως άνω καθυστερούμενες ληξιπρόθεσμες αποδοχές του. Η ανωτέρω πολύ μεγάλη χρονική καθυστέρηση καταβολής των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος από το Σεπτέμβριο του έτους 2010 μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2014 αν και ο ίδιος μέχρι το χρόνο της επίσχεσης της εργασίας του προσέφερε ανελλιπώς την εργασία του, περιέφερε τον ενάγοντα σε δεινή οικονομική κατάσταση δεδομένου ότι η εργασία του ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού του, με τη στέρηση δε για το ως άνω, μεγάλο χρονικό διάστημα του μισθού του τον οποίο είχε απόλυτη ανάγκη, αδυνατούσε να ανταπεξέλθει πλέον στις οικονομικές υποχρεώσεις του αφού δεν είχε άλλους πόρους ώστε και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να καθίσταται προβληματική η κάλυψη των βασικών βιοτικών του αναγκών, ενώ στις σχετικές οχλήσεις του προς το εναγόμενο, το τελευταίο που γνώριζε την οικονομική του κατάσταση, δεν προέβαινε σε κανενός είδους διαβεβαίωση ή έστω απλή υπόσχεση ότι θα του καταβληθεί έστω ένα μέρος των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών του αλλά αξίωνε την παροχή της εργασίας του χωρίς αμοιβή. Έτσι ο ενάγων προκειμένου να εξασφαλίσει τις ως άνω ληξιπρόθεσμες μισθολογικές του απαιτήσεις για το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2010 έως 21-7-2014 από την παροχή της εργασίας του νόμιμα αρνήθηκε την εκπλήρωση της δικής του παροχής και προέβη κατά τα προεκτεθέντα σε επίσχεση εργασίας απέχοντας από την εργασία του, μέχρι το εναγόμενο να εκπληρώσει την υποχρέωση που το βάρυνε με την καταβολή των οφειλομένων σε αυτό ποσών. Το εναγόμενο και κατ'ορθή εκτίμηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου νομότυπα και παραδεκτά προβαλλόμενων ισχυρισμών του, ισχυρισμούς τους οποίους επαναφέρει και με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αναφερόμενο και στις προτάσεις του στον πρώτο βαθμό, προς απόκρουση της έφεσης για την περίπτωση εξαφάνισης της εκκαλουμένης, και στα πλαίσια της υποβαλλόμενης εκ μέρους του παραδεκτά υποβληθείσης ένστασης καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους του ενάγοντος δικαιώματος επισχέσεως, ισχυρίζεται ότι το ασκηθέν δικαίωμα επίσχεσης ασκήθηκε από τον ενάγοντα καταχρηστικά και επομένως δεν περιήλθε αυτό σε υπερημερία διότι η μη καταβολή των αποδοχών του ενάγοντος οφείλεται όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία του αλλά αδυνατεί να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι του ενάγοντος λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η Χώρα κατά τον κρίσιμο χρόνο, τη δραματική μείωση των εσόδων από μισθώματα και δωρεές τρίτων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είναι κερδοσκοπική επιχείρηση και δεν θα μπορούσε με επιχειρηματικές κινήσεις να εξασφαλίσει οικονομικούς πόρους προκειμένου να πληρώσει τους μισθούς των εργαζομένων του η δε περιουσία του δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα είτε λόγω προσωρινών διοικήσεων με περιορισμένες αρμοδιότητες είτε λόγω έλλειψης ασφαλιστικών και φορολογικών ενημεροτήτων που καθιστούσαν τη μεταβίβαση αδύνατη και ότι αυτές οι συνθήκες εξακολουθούσαν να ισχύουν τουλάχιστον μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, καθόσον λειτουργεί ως φιλανθρωπικό σωματείο και οι μόνες πρόσοδοι προέρχονται από την εκμετάλλευση - αξιοποίηση της περιουσίας του και συνεπώς αδυνατεί από λόγους αντικειμενικούς να καλύψει τη μισθοδοσία των εργαζομένων του. Ο ισχυρισμός όμως αυτός περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος προς επίσχεση της εργασίας του κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο, διότι η κατά τον κρίσιμο χρόνο πασίδηλη γενικότερη κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας, η μείωση των εσόδων του εναγομένου από μισθώματα και δωρεές τρίτων προσώπων, καθώς και η μεγάλη ακίνητη περιουσία που, κατά τους ισχυρισμούς του, διαθέτει και δεν μπορεί να αξιοποιήσει, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης του ενάγοντος καταχρηστική, καθώς το εναγόμενο, ως εργοδότης όφειλε να έχει εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, ώστε να είναι σε θέση να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων του, δεδομένου ότι, χωρίς τη δική τους εργασία και συμπαράσταση την οποία αποδεχόταν μέχρι και τον χρόνο επίσχεσης της εργασίας, χωρίς όμως να καταβάλει συγχρόνως και τις συμφωνηθείσες αποδοχές τους, δεν θα μπορούσε να εκτελέσει το τόσο σημαντικό έργο που έχει αναλάβει αναφορικά με την φροντίδα των ηλικιωμένων, που φιλοξενεί και χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι σε αυτό μεταξύ των οποίων και ο ενάγων εργάζονται σκληρά υπό δύσκολες συνθήκες και είναι άτομα χαμηλών, κυρίως, οικονομικών εισοδημάτων, έχοντες απόλυτη ανάγκη του μισθού τους για να επιβιώσουν και συντηρήσουν τις οικογένειές τους, αλλά και να είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους προς τους ηλικιωμένους.

Εξάλλου, το εναγόμενο αντιμετώπιζε μεν οικονομικά προβλήματα κατά την ως άνω επίδικη χρονική περίοδο, που όμως δεν κρίνονται ικανά να άρουν την υπαιτιότητά του για την μη εκπλήρωση των ένδικων υποχρεώσεών του προς τον ενάγοντα, αφού τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να αποδοθούν ούτε σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες, ούτε σε πρόσκαιρη δυσπραγία του, ούτε σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτό περιστάσεις. Ειδικότερα η επικαλούμενη από το εναγόμενο οικονομική κρίση της Χώρας, είχε αρχίσει να εκδηλώνεται αρκετά πριν από τον ως άνω επίδικο χρόνο και δη από τα τέλη του έτους 2008 με αρχές του έτους 2009 και ως εκ τούτου το εναγόμενο, ενόψει και του ευαίσθητου τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται, της φροντίδας αναξιοπαθούντων, απόρων και ηλικιωμένων προσώπων, όφειλε πολύ περισσότερο να λάβει τα αναγκαία μέτρα έγκαιρης αντιμετώπισης των επερχόμενων οικονομικών δυσκολιών, με την εντατικότερη και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του, έτσι ώστε με την κατά το δυνατόν επωφελέστερη εκμετάλλευση και διαχείριση των άνω περιουσιακών του στοιχείων, να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των βασικών του υποχρεώσεων του προς τον εργαζόμενό του ενάγοντα , όπως και ως προς τους λοιπούς εργαζομένους του, πλην όμως από υπαιτιότητά του δεν προέβη στις αναγκαίες ενέργειες, προκειμένου να αντιστρέψει την αρνητική πορεία των οικονομικών του δεδομένων, ενώ εξάλλου από την μακρόχρονη λειτουργία του από το έτος 1864, και την αξιοποίηση ικανών περιουσιακών του στοιχείων της ακίνητης περιουσίας του όφειλε να έχει δημιουργήσει ισχυρά αποθεματικά για την αντιμετώπιση οικονομικών δυσκολιών, όπως στην ένδικη περίπτωση, ώστε να εξασφαλίσει κατά δυνατόν τις βασικές του λειτουργικές υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και οι αποδοχές του προσωπικού του, πλην όμως δεν είχε λάβει την αναγκαία μέριμνα για το σκοπό αυτό, ενώ επιπροσθέτως από τη μη κατά τα ανωτέρω, έγκαιρη και δη από την αρχή της οικονομικής κρίσης, αντιμετώπιση των επερχομένων οικονομικών δυσκολιών και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ικανών του περιουσιακών του στοιχείων, κατέστη μη αξιόπιστος και αξιόχρεος εργοδότης. Ο δε ενάγων πριν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης εξάντλησε τα όρια της υπομονής του, αφού ανέμενε μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 2010, όπως αναφέρεται στην από 21-7-2014 εξώδικη δήλωσή του και παρείχε την εργασία του χωρίς πληρωμή, ήταν δε γνωστή στο εναγόμενο η οικονομική του κατάσταση, αφού η εργασία του ήταν η μόνη πηγή βιοπορισμού του, ενώ αντίθετα η απαίτηση του εργοδότη - εναγομένου να εξακολουθεί ο ενάγων, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, να παρέχει την εργασία του χωρίς να πληρώνεται, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες του σε εργατικό προσωπικό, ώστε να μπορεί αυτό να συνεχίζει τη δραστηριότητά του, έστω και φιλανθρωπικό, αντίκειται γενικότερα στις αρχές της καλής πίστης το περιεχόμενο της οποίας ειδικά στο χώρο των εργασιακών σχέσεων πρέπει να είναι αντίστοιχο προς την απαίτηση αφενός της προστασίας του εργαζομένου ως αντιστάθμισμα στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη και αφετέρου σεβασμού του δικαιώματος εργασίας του σύγχρονου πολίτη ενός κοινωνικού κράτους και του δικαιώματος του κατόχου των μέσων παραγωγής να απολαμβάνει τον σεβασμό της ατομικής του ιδιοκτησίας και των ανάλογων υπηρεσιών από τους μισθωτούς του προς την αμοιβή που τους καταβάλλει, ενώ θα πρέπει να συνεκτιμά και την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του καθενός εργαζομένου, όπως επιβάλλεται από το καθήκον προνοίας (που αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης) που βαρύνει τον εργοδότη κατά τα άρθρα ΑΚ 651, 657, 658, 660 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 200 και 281. Το εναγόμενο δεν αποδείχθηκε ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να είναι συνεπές προς τον ενάγοντα αλλά και τους άλλους εργαζομένους, και για το λόγο ότι αν και ευχερώς θα ηδύνατο μέρος των μισθωμάτων τα οποία όπως συνομολογεί εισπράττει από την αξιοποίηση των ανωτέρω ακινήτων του να εκχωρήσει προς τον εργαζόμενο του ενάγοντα προς κάλυψη των δικών του απαιτήσεων, ενέργεια στην οποία όμως δεν προέβη. Έτσι με βάση τα παραπάνω δεδομένα η καθυστέρηση εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων του εναγομένου εργοδότη προς τον ενάγοντα - εργαζόμενό του κρίνεται χρονικά αξιόλογη αλλά και εύλογα σημαντική γι' αυτόν συνεπεία της οποίας εξαντλήθηκαν τα όρια της οικονομικής του αντοχής. Άλλωστε το εναγόμενο δεν επικαλείται ούτε σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε ότι η επίσχεση εργασίας του ενάγοντος του προξένησε κάποια ζημία. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα το δικαίωμα επισχέσεως του ενάγοντος ασκήθηκε νόμιμα εύλογα και δικαιολογημένα και όπως αποδείχθηκε η άσκησή του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική διότι δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ο ενάγων δε άσκησε νομότυπα το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας του με δήλωση προς το εναγόμενο και συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκησή του, αφού έγινε προς εξασφάλιση της ικανοποίησης ληξιπρόθεσμων αξιώσεων του κατ' αυτού, και συγκεκριμένα για την πληρωμή των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών του, δεδομένου ότι το εναγόμενο ως εργοδότης του καθυστερούσε την καταβολή τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποτέλεσμα της δηλωθείσας από τον ενάγοντα επίσχεσης της εργασίας του ήταν να περιέλθει το εναγόμενο σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την καταβολή των αποδοχών του ενάγοντος από 21-7-2014". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι με το να δεχθεί α) ότι ο ενάγων, προκειμένου να εξασφαλίσει τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, νόμιμα προέβη στις 21-7-2014 σε επίσχεση εργασίας, β) ότι η κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας και η μείωση των εσόδων του εναγομένου από μισθώματα ακινήτων και δωρεές, δεν καθιστούν την εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης καταχρηστική, διότι το εναγόμενο, διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία και ως εργοδότης όφειλε να έχει εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, ώστε να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων του, που, όπως ο ενάγων, είναι άτομα χαμηλών εισοδημάτων και έχουν απόλυτη ανάγκη τον μισθό τους, προκειμένου να επιβιώσουν και να συντηρήσουν τις οικογένειες τους, αλλά και να είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους προς τους ηλικιωμένους που φιλοξενεί το εναγόμενο, γ) ότι ο ενάγων, προτού ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης, επέδειξε καλόπιστη συμπεριφορά, παρέχοντας χωρίς πληρωμή τις υπηρεσίες του επί σχεδόν τέσσερα έτη (9ος/2010 - 7ος/2014), εξαντλώντας τα όρια της οικονομικής του αντοχής, και δ) ότι δεν είναι ανεκτή η απαίτηση του εναγομένου να εξακολουθεί ο ενάγων, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, να παρέχει επί μακρόν αμισθί τις υπηρεσίες του, καλύπτοντας αζημίως με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες του σε εργατικό δυναμικό, δεν παραβίασε (το Εφετείο) ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και έκρινε μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Κατά συνέπεια, αμφότεροι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

3) Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το Ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία της αποχής, τη χρονική διάρκεια της και την υπαιτιότητα η συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, αν η αποχή αυτή πρέπει, κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σχέση, να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βουλήσεως του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης. Η βούληση αυτή του μισθωτού, περί καταγγελίας δηλαδή εκ μέρους του της σύμβασης εργασίας, πρέπει να προκύπτει σαφώς από την όλη του συμπεριφορά, η δε σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αφορώσα σε αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 32/1988, ΑΠ 166/2019).

Στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από το μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολύ δε περισσότερο αν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών για τις οποίες προέβη σε επίσχεση. Μάλιστα αν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και αν, λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία (ΑΠ 771/2018).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, κρίνοντας ότι η αποχή του ενάγοντος από την εργασία του (κατά την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης), δεν δύναται να θεωρηθεί ως οικειοθελής αποχώρηση αυτού, αναγνωρίζοντας έτσι την ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως, δια της αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος, την οποία υπέβαλε το εναγόμενο Σωματείο στον ΟΑΕΔ στις 7-8-2015.

Κατά τις ενδιαφέρουσες για την εξέταση του παραπάνω αναιρετικού λόγου παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε κατά την ουσιαστικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: [18ο - 20ο φύλλο] "το εναγόμενο στις 7-8-2015 ένα έτος σχεδόν μετά την ως άνω εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος και ενώ μέχρι τότε ουδέποτε είχε προβεί σε ρητή καταγγελία της εργασιακής σχέση προέβη προς τον ΟΑΕΔ σε αναγγελία δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος και ενώ μέχρι τότε ουδέποτε είχε προβεί σε ρητή καταγγελία της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος, αλλά και ουδέποτε τον προσκάλεσε να προσέλθει στην εργασία του, προσφέροντας σε αυτόν τις οφειλόμενες ή έστω ένα μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών του, προέβη προς τον ΟΑΕΔ σε αναγγελία δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησής του. Η συνεχιζόμενη όμως αποχή του ενάγοντος από την εργασία του μετά την κοινοποίηση της δήλωσης επίσχεσης της εργασίας του αλλά και στη συνέχεια, μέχρι να του καταβληθούν οι προαναφερόμενες και οφειλόμενες πράγματι από το εναγόμενο αποδοχές του τόσο αυτές που του επιδικάσθηκαν με την ως άνω διαταγή πληρωμής του, αλλά και αυτές που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα λόγω της συνεχιζόμενης υπερημερίας του, αποτελούσε όπως αποδείχθηκε, νόμιμη άσκηση δικαιώματος, γενόμενη εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που απέβλεπε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε, και συγκεκριμένα απέβλεπε στην καταβολή των αποδοχών του, οπότε εσφαλμένα και αδικαιολόγητα το εναγόμενο εξέλαβε την έστω και μακρόχρονη αποχή από την εργασία του ως πρόθεση του ενάγοντος να λύσει τη σύμβαση εργασίας, ή ότι εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση εργασίας του και συνακόλουθα αποχώρησε οικειοθελώς από αυτήν δεδομένου ότι το εναγόμενο ασφαλώς και γνώριζε ότι ο ενάγων από 21-7-2014 τελούσε σε συνεχή επίσχεση της εργασίας του, ενώ το ίδιο δεν είχε μέχρι και την ως άνω αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής του ικανοποιήσει πλήρως τις βαρύνουσες αυτό υποχρεώσεις καταβολής των οφειλόμενων αποδοχών του. Και είναι αληθές ότι ο ενάγων για την ικανοποίηση της απαίτησής του από τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2014, αμέσως μετά την ως άνω δήλωση επίσχεσης εργασίας του πέτυχε κατόπιν της από 12-11-2014 αιτήσεως του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την έκδοση της υπ' αρ. ... διαταγής πληρωμής του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε το εναγόμενο να του καταβάλλει για την ως άνω αιτία το ποσό των 34.892,87 ευρώ, στο περιεχόμενο της οποίας όμως μέχρι και τον ως άνω χρόνο (5-8-2015) δήλωσης της οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος, το εναγόμενο ουδέποτε συμμορφώθηκε εκούσια, αλλά επιτάχθηκε στην καταβολή του ανωτέρω ποσού (μετά προσαυξήσεων) σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο ήτοι στις 10-2-2016 με την κοινοποίηση σε αυτόν της με ίδια ημερομηνίας επιταγής προς εκτέλεση με την οποία ο ενάγων επιδίωξε μέσω της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης να ικανοποιήσει την επιδικασθείσα αξίωσή του.

Συνεπώς το εναγόμενο αντί να προβεί ως όφειλε στην καταβολή των αποδοχών του ενάγοντος προτίμησε να εμφανίσει ως λυθείσα την εργασιακή σχέση του δια αναγγελίας της δήθεν και μάλιστα ανυπόγραφης οικειοθελούς αποχωρήσεως του, στην οποία ο ίδιος (ενάγων) ουδέποτε προέβη ούτε αποδείχθηκε ότι είχε εκφράσει με οιονδήποτε τρόπο την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την εργασία του, πολλώ δε μάλλον όταν όπως αποδείχθηκε πολλάκις με ρητή δήλωσή του είχε γνωστοποιήσει στο εναγόμενο ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών, για τις οποίες προέβη σε επίσχεση, όπως με σαφήνεια κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλειά του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ενδιαφερόμενο πραγματικά για την εργασιακή αποκατάσταση του ενάγοντος, όντας το ίδιο υπερήμερο μέχρι 5-8-2015 για μεγάλο χρονικό διάστημα ως προς την καταβολή των αποδοχών του πρότεινε σε αυτόν τρόπους εναλλακτικής μορφής εργασίας, όπως μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση, προκειμένου να διασφαλίσει τη θέση εργασίας του και τους οποίους ο ενάγων αρνήθηκε να αποδεχθεί. Συνακόλουθα... η αποχή του ενάγοντος από 21-7-2014 μέχρι και 5-8-2015 από την εργασία του λόγω της κατά τα ανωτέρω αποδειχθείσης νόμιμης επίσχεσης της εργασίας του και αφού εκτιμηθούν γενικά οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά κρίση αντικειμενική, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησής του ως εργαζομένου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, απορριπτομένου ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του εναγομένου με τον οποίο διατείνεται ότι ο ενάγων απείχε αδικαιολόγητα από την εργασία του για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και συνεπώς ο ίδιος με αυτό τον τρόπο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του οπότε και το εναγόμενο εξέλαβε την ως άνω συμπεριφορά του ως οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία του. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι με την ως άνω και μάλιστα ανυπόγραφη δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος την οποία το εναγόμενο κοινοποίησε στον ΟΑΕΔ, ήταν το εναγόμενο το οποίο προέβη σε σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεδομένου ότι από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο και σαφή η βούλησή του ως εργοδότη για λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, υπό την επίκληση οικειοθελούς παραιτήσεώς του, αρνούμενο από 5-8-2015 να αποδεχθεί την προσφερόμενη από αυτόν εργασία (...). Από τα ίδια δε ως άνω αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η απόλυση του ενάγοντος κατά τη διάρκεια μάλιστα που ο τελευταίος τελούσε σε κατάσταση επίσχεσης εργασίας, επιδιώκοντας νόμιμα την καταβολή των αναγκαίων για την επιβίωσή του δεδουλευμένων αποδοχών του, οφείλεται σε εμπάθεια και εκδικητικότητα εκ μέρους του εναγομένου προς το πρόσωπό του, απορρέουσα από νόμιμη, αλλά μη αρεστή στο εναγόμενο συμπεριφορά της, ήτοι λόγω της προηγηθείσας και μη αρεστής στο εναγόμενο δήλωσης επίσχεσης της εργασίας του και της δικαστικής διεκδίκησης των οφειλομένων αποδοχών του καθώς και της συνέχισης αυτής μέχρι και τον ανωτέρω χρόνο καταγγελίας και προκειμένου το εναγόμενο να αποφύγει τις νόμιμες υποχρεώσεις του όπως την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης που όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα αν είχε προβεί σε νομότυπη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, καθίσταται δε καταχρηστική, υπαγορευόμενη από τα ως άνω από ταπεινά ελατήρια και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος του εναγομένου προς καταγγελία της σύμβασης, και ως εκ τούτου, βάσει των άρθρων 174, 180 και 281 του ΑΚ, είναι άκυρη".

Από τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δεχόμενο, εκτός από τα ανωτέρω υπό στοιχεία α' έως δ' εκτεθέντων (κατά την εξέταση των δύο πρώτων λόγων της κρινομένης αιτήσεως), ότι επιπλέον το εναγόμενο Σωματείο, το οποίο υπέβαλε στις 7-8-2015 στον ΟΑΕΔ αναγγελία περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του, δεν εδικαιούτο να θεωρήσει τη μη παροχή των υπηρεσιών του τελευταίου ως οικειοθελή αποχώρηση του (σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην υπ' αρ 3 νομική σκέψη), η δε ενέργεια αυτή του εναγομένου υποκινήθηκε από εκδικητικότητα, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματος επίσχεσης από πλευράς του ενάγοντος δεν παραβίασε (το Εφετείο) ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη.

Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ερειδόμενος στο άρθρο 559, αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματος, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, δοθέντος ότι κατετέθη κατά την άσκηση της αναιρέσεως το με κωδικό πληρωμής ... παράβολο ποσού 450 ευρώ, αν και αυτό δεν απαιτείται στις εργατικές υποθέσεις (άρθρο 614 αρ. 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ, θα διαταχθεί η επιστροφή του στο αναιρεσείον, ανεξαρτήτως της ήττας αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3776/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ύψους χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ

Διατάσσει την επιστροφή του ... παραβόλου στο καταθέσαν τούτο αναιρεσείον.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ