1953/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1953 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1953/2022 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελά...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1953 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1953/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία - Ευθαλία Παπανικολάου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1010/2018 εν μέρει οριστική, 588/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1166/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 3-10-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Α. Χ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 3.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 7620/958/2021 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12.4.2022) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια αυτής στην αναιρεσίβλητη με θυροκόλληση στη διεύθυνση κατοικίας, την οποία η τελευταία έχει αναγράψει στα δικόγραφα της από 7.12.2017 (με αριθμό κατάθεσης 605207/3049/2017) αγωγής και των από 12.1.2021 προτάσεων που κατέθεσε στη δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 128 παρ. 4 και 498 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτής.
Με την από 3.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 7620/958/4.10.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1166/2.3.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών και με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 29.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 40028/2877/2020 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας -αναιρεσείουσας κατά των με αριθμούς 1010/2018 και 588/2020 (εν μέρει οριστικής και οριστικής αντίστοιχα) αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων επίσης κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών και με τις οποίες είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 7.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 605207/3049/2017 αγωγή της ενάγουσας - εφεσίβλητης -αναιρεσίβλητης και είχε επιδικασθεί σε αυτήν: α) με τη με αριθμό 1010/2018 πρωτόδικη απόφαση το ποσό των 9.176,63 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διαλαμβανόμενες στην ως άνω απόφαση διακρίσεις, ως αμοιβή για την πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία της στην εναγομένη κατά τη διάρκεια των εξαιρετέων ημερών - αργιών και για την εργασία που πραγματοποίησε σε νύκτες, αργίες, Σάββατα και Κυριακές μέσα στη χρονική περίοδο από 1.1.2012 μέχρι 30.11.2016 και β) με τη με αριθμό 588/2020 πρωτοβάθμια απόφαση το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης που προκλήθηκε από το εργατικό ατύχημα που συνέβη κατά τη χρονική περίοδο που εργαζόταν στην εναγομένη - εκκαλούσα - αναιρεσείουσα. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 4.10.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει γίνει επίδοση με επιμέλεια οποιασδήποτε των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 2.3.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη με αριθμό 1166/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων στην οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης: Η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη με την από 7.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 605207/3049/2017 αγωγή της ιστορούσε ότι τη χρονική περίοδο από 23.7.2007 μέχρι τις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου του 2016, οπότε και παραιτήθηκε, εργάσθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγομένη- αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ως πωλήτρια νωπών ειδών ζαχαροπλαστικής και αρτοποιίας, απασχολούμενη κατά την επιλογή της εργοδότριας σε ένα από τα καταστήματα που η τελευταία διατηρεί στην περιοχή της Αττικής, με μηνιαίο μισθό ανερχόμενο στο ποσό των 940 ευρώ, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και με ωράριο που ήταν μία εβδομάδα από την 7η πρωινή ώρα μέχρι την 15η μεσημβρινή ώρα και μία εβδομάδα από την 15η μεσημβρινή ώρα μέχρι την 23η νυκτερινή ώρα . Ότι κατά τη χρονική περίοδο από 1.10.2015 μέχρι και 30.11.2016, που απασχολήθηκε στο κατάστημα της αναιρεσείουσας στον ... Αθηνών, εργαζόταν επί έξι ημέρες την εβδομάδα, στις οποίες πάντοτε περιλαμβάνονταν το Σάββατο και η Κυριακή, χωρίς να λάβει επιπλέον αμοιβή για την εργασία της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, ότι τη χρονική περίοδο από 1.1.2012 έως 30.11.2016 δεν λάμβανε προσαύξηση της αμοιβής της λόγω της εργασίας της την Κυριακή, ότι την ίδια χρονική περίοδο από 1.1.2012 έως 30.11.2016 εργάσθηκε όλες τις κατά το νόμο αργίες επί δωδεκάωρο, χωρίς να λάβει προσαύξηση λόγω της εργασίας της σε αργία και λόγω της πέραν του νομίμου ωραρίου απασχόλησής της και ότι δεν έλαβε αμοιβή για τη νυκτερινή εργασία που πραγματοποίησε μέσα στην ίδια χρονική περίοδο και αφορούσε τις μισές εβδομάδες της περιόδου αυτής. Ότι η εναγομένη -αναιρεσείουσα κατά παράβαση του καθήκοντος πρόνοιας που όφειλε ως εργοδότρια, παρά τις επανειλημμένες της διαμαρτυρίες της ανέθετε τις εργασίες που περιγράφει, που δεν προσιδίαζαν στις σωματικές της δυνάμεις, με συνέπεια η ενάγουσα να υποστεί σωματική βλάβη που εκδηλώθηκε με μόνιμη απώλεια της κινητικότητας του καρπού του αριστερού της χεριού, το οποίο έχει χάσει σημαντικό μέρος της λειτουργικότητάς του και την εμποδίζει να δραστηριοποιηθεί σε οποιοδήποτε αντικείμενο που απαιτεί λεπτές χειρονακτικές εργασίες. Με βάση τους ισχυρισμούς της αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσείουσα να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.295,58 ευρώ για τη μη αμειφθείσα εργασία της κατά τα παραπάνω και το ποσό των 20.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ως άνω εργατικό ατύχημα, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη από το νόμο απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 1010/2018 εν μέρει οριστική του απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 9.176,83 ευρώ για μη αμειφθείσα εργασία της κατά τις ειδικότερες διαλαμβανόμενες στην απόφαση αιτίες και με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της απόφασης και κατά τα λοιπά διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η με αριθμό 588/2020 απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει και το κεφάλαιο της αγωγής, το οποίο αναφερόταν στην αξίωση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε το ένδικο εργατικό ατύχημα και υποχρέωσε την εναγομένη -αναιρεσείουσα να καταβάλει για την αιτία αυτή στην ενάγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά των ως άνω αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εναγομένη - αναιρεσείουσα άσκησε την από 29.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 40028/2877/2020 έφεσή της, με την οποία επικαλέσθηκε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνιση των πρωτόδικων αποφάσεων, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου της. Επί της ως άνω έφεσης το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που παραθέτει, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία (δηλαδή η αναιρεσείουσα), η οποία διαθέτει επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας προϊόντων ζαχαροπλαστικής, υπό τον διακριτικό τίτλο "..." και διατηρεί στην περιφέρεια Αττικής έξι υποκαταστήματα-ζαχαροπλαστεία, καθώς και εργαστήριο, προσέλαβε στις 23-07-2007 την ενάγουσα (δηλαδή την αναιρεσίβλητη) με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, για πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και 8 ώρες ημερησίως. Ο μηνιαίος μισθός της ορίστηκε στο ποσό των 940 ευρώ, ενώ προβλέφθηκε ότι οποιεσδήποτε επιπλέον καταβαλλόμενες χρηματικές παροχές, ακόμη και αν επαναλαμβάνονται τακτικά και μακροχρόνια, θα παρέχονται μόνο από ελευθεριότητα της εναγομένης και θα είναι δυνατόν να περικοπούν ή να διακοπούν οποτεδήποτε με μονομερή απόφαση της εναγομένης. Η ενάγουσα παρείχε κανονικά τις υπηρεσίες της, με την ως άνω ειδικότητά της, στην εναγόμενη και στα καταστήματα αυτής στον ... και τον ... Αττικής, έως τις 30-11-2016, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας της. Το κύριο αντικείμενο της εργασίας της συνίστατο στην πώληση προϊόντων της εναγομένης, στη συσκευασία αυτών, στην παράλληλη εκτέλεση καθηκόντων ταμία, στην επιμέλεια για την καθαριότητα του καταστήματος και σε συναφείς εργασίες. Κατά τον χρόνο της πρόσληψής της, η ενάγουσα ήταν άγαμη, ενώ είχε ήδη προϋπηρεσία 18 μηνών, όπως αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα ατομικού λογαριασμού ασφάλισης του ΙΚΑ και την προσκομισθείσα βεβαίωση αποδοχών, γεγονός που είχε γνωστοποιήσει προσηκόντως στην εναγόμενη, προσκομίζοντας τα πιστοποιητικά που την αποδείκνυαν. Από τον Οκτώβριο του 2011 μέχρι τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2014 και από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2015 μέχρι τις 30-11-2016, εργαζόταν στο υποκατάστημα της εναγομένης στον .... Το προσωπικό στο συγκεκριμένο υποκατάστημα ήταν αριθμητικά μειωμένο σε σχέση προς τις πραγματικές ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό, σε σημείο ώστε τις εβδομάδες που η ενάγουσα εργαζόταν στην πρωινή βάρδια, να είναι η μόνη υπάλληλος- πωλήτρια που παρείχε την εργασία της στον χώρο του καταστήματος. Για το λόγο αυτό, τις εβδομάδες που η ενάγουσα εργαζόταν κατά την πρωινή βάρδια, ήταν υποχρεωμένη, κατ' εντολή της εργοδότριάς της, να σηκώνει, να μεταφέρει από τον εσωτερικό στον κύριο χώρο του καταστήματος, να μετακινεί από ένα σημείο σε άλλο, αλλάζοντας τη θέση τους, και να τοποθετεί στις προθήκες (βιτρίνες), στα ψυγεία και στους πάγκους μεγάλα ή μικρότερα ταψιά ("λαμαρίνες" και "λαμαρινάκια") με διάφορα προϊόντα, τα οποία αφ' ενός ήταν υπερμεγέθη, αφ' ετέρου δε, είχαν μεγάλο βάρος. Η ως άνω ενασχόληση της ενάγουσας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι προέβαινε συνεχώς στις ως άνω ενέργειες, κατά τη διάρκεια της βάρδιάς της και για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική καταπόνηση των χεριών της, ειδικά στους καρπούς, με συνέπεια στις αρχές του έτους 2014 να νιώθει έντονες ενοχλήσεις και μουδιάσματα, γεγονός που την ανάγκασε να διαμαρτυρηθεί στους προϊσταμένους της για το ως άνω πρόβλημα που αντιμετώπιζε στο αριστερό της χέρι. Παρ' όλα αυτά όμως, και ενώ η κατάσταση της ενάγουσας επιδεινωνόταν, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης δεν φρόντισαν να λάβουν κάποιο μέτρο ώστε είτε να τοποθετηθεί σε άλλη θέση η ενάγουσα είτε να της παρέχεται συνδρομή από άλλον συνάδελφο ώστε να ελαφρυνθεί εκείνη (ενάγουσα) [...]. Ειδικότερα, η ενάγουσα υπέστη σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα στο αριστερό της χέρι, το οποίο διαπιστώθηκε για πρώτη φορά με το από 30-3-2015 ηλεκτρομυογράφημα αριστερού άνω άκρου. Η ενάγουσα έλαβε φαρμακευτική αγωγή και υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπείες, πλην όμως, η κατάστασή της όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλά επιδεινώθηκε (με φυσιολογικές τιμές έως 3,8, η τιμή από 5,14 στο ηλεκτρομυογράφημα της 30ης-3-2015 ανήλθε σε 5,97 σε αντίστοιχη εξέταση στις 28-6-2018), ενώ στη συνέχεια βελτιώθηκε ελαφρά (δείκτης 4,3 στο τελευταίο ηλεκτρομυογράφημα που έγινε στις 3-4-2019). Η βλάβη αυτή έως και την εξέτασή της από τον πραγματογνώμονα την 1η-4-2019 της προκαλούσε ενοχλήσεις στον καρπό και μούδιασμα του μέσου δακτύλου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την άρση σημαντικών βαρών η ενάγουσα υπέστη κήλη δίσκου Α4-Α5,Α5-Α6,Α6-Α7 με ήπια πιεστικά φαινόμενα επί του νωτιαίου σάκου, χωρίς πίεση στα μεσοσπονδύλια τρήματα, όπως εμφαίνεται στη μαγνητική τομογραφία ΑΜΣΣ, στην οποία υποβλήθηκε στις 13-3-2015 και στην αξονική τομογραφία ΑΜΣΣ, στην οποία υποβλήθηκε στις 3-4-2019 και αποτυπώνεται στα συμπεράσματα της πραγματογνωμοσύνης. Κατά την κλινική εξέταση της ενάγουσας από τον πραγματογνώμονα, στα πλαίσια της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η ενάγουσα ανέφερε πόνους στις κινήσεις του αυχένα, ιδίως στις στροφές και στην κάμψη. Σύμφωνα με την ιατρική πραγματογνωμοσύνη, στην κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα παρουσιάζει: α) Επικονδυλίτιδα αρ. αγκώνος, τενοντίτιδα εκτεινόντων αριστερού αντιβραχίου με πόνο στην πίεση της έκφυσής τους από την κερκίδα, β) Τενοντίτιδα υπερακανθίου του αριστερού ώμου με άλγος στη πίεση στο πέταλο των στροφέων και στις τελευταίες 20 μοίρες της πρόσθιας κάμψης έσω στροφής και απαγωγής, γ) καρπιαίο σύνδρομο αριστερά (μουδιάζει ο μέσος κατά την κλινική δοκιμασία) και ατροφία της αριστεράς άκρας χειρός των μυών του θέναρος σε σχέση με εκείνους της δεξιάς χειρός, δ) δεξιά επικονδυλίτιδα, τενοντίτιδα των εκτεινόντων του αντιβραχίου και ε) πόνο στις κινήσεις του αυχένος, ιδία στις στροφές και στην κάμψη. Δεν αποδείχθηκε δε, ότι οι ως άνω βλάβες προϋπήρχαν του επίδικου χρόνου, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, εφ' όσον δεν εμφανίζονται σχετικές εγγραφές στο βιβλιάριο υγείας της, που έλεγξε ο πραγματογνώμονας, με την επισήμανση ότι η ενάγουσα, όταν προσελήφθη από την εναγομένη, ήταν μόλις 25 ετών. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Ορθοπεδικός Χειρουργός Ν. Δ., δεδομένου ότι σε αυτήν εμπεριέχονται κυρίως θεωρητικές περιγραφές των παθήσεων που υπέστη η ενάγουσα και δεν υπάρχουν ασφαλή συμπεράσματα (ο ως άνω ιατρός αναφέρει χαρακτηριστικά στη σελίδα 3 της εκθέσεώς του "Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι για την κατάσταση της ασθενούς το 2015"). Άλλωστε και ο τεχνικός σύμβουλος κρίνει ότι η ενάγουσα το έτος 2019 πάσχει από ήπιο έως μέτριου βαθμού σύνδρομο καρπιαίου σωλήνος αριστερά, το οποίο, εάν δεν ανταποκρίνεται στην συντηρητική αγωγή, μπορεί να αντιμετωπιστεί με χειρουργική επέμβαση. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου οι βλάβες της ενάγουσας δεν μπορούν να χαρακτηριστούν επαγγελματικές νόσοι, δεδομένου ότι δεν προκλήθηκαν υπό κανονικές συνθήκες και λόγω της φύσης της εργασίας της ενάγουσας, ούτε εμφανίστηκαν μετά από μακροχρόνια εργασία, αλλά λόγω του ότι αυτή αναγκάστηκε να εργάζεται σε ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες, ενώ η εργοδότρια είχε τη δυνατότητα να λάβει τα αναγκαία μέτρα πρόνοιας, ώστε αυτές (σωματικές βλάβες) να αποφευχθούν. Οι συνέπειες των προπεριγραφόμενων βλαβών στην υγεία της ενάγουσας, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα, είναι μια ελαφρά λειτουργική έκπτωση της φυσιολογικής λειτουργίας της σπονδυλικής στήλης, που συνιστά μόνιμη μερική αναπηρία ποσοστού 10%, η ύπαρξη συχνών πόνων στον αυχένα και στο αριστερό άνω άκρο και, ως εκ τούτου, μυϊκή αδυναμία χρησιμοποίησης αυτού στην καθημερινότητα σε εργασίες που περιλαμβάνουν άρση βάρους ή λεπτές χειρωνακτικές εργασίες, καθώς και η εμφάνιση εύκολης κόπωσης κατά την εργασία, ιδίως σε περιόδους κρίσης. Σύμφωνα με τα ίδια συμπεράσματα, η αποκατάσταση του καρπιαίου συνδρόμου είναι δυνατή με χειρουργική επέμβαση (με απαιτούμενη χρονική διάρκεια αποκατάστασης ένα μήνα), ενώ οι κήλες στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης δεν χρήζουν χειρουργικής διάνοιξης, αλλά γι' αυτές πρέπει να ακολουθηθεί συντηρητική θεραπεία, με φυσικοθεραπείες δύο φορές το χρόνο και αντιφλεγμονώδη αγωγή την περίοδο των κρίσεων. Οι ανωτέρω περιγραφείσες παραλείψεις των αρμοδίων της εναγόμενης, συνιστούν [...] εξ αμελείας τους παράβαση του γενικού καθήκοντος πρόνοιας του μέσου συνετού εργοδότη ήτοι της υποχρεώσεώς του να εξασφαλίζει συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας, με βάση τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, ούτως ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στην υγεία της ενάγουσας, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών [...]. Τα ως άνω συναστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, η οποία είχε ως συνέπεια να προκληθεί βλάβη της υγείας της ενάγουσας, που συνιστά εργατικό ατύχημα, αφού δεν θα λάμβανε χώρα, χωρίς την παροχή της εξαρτημένης εργασίας της υπό τις δεδομένες συνθήκες. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι στις σωματικές βλάβες της ενάγουσας συνετέλεσε έτερη, παράλληλη, επαγγελματική της δραστηριότητα, δεδομένου ότι αφ' ενός δεν προέκυψε συγκεκριμένη εργασία της ενάγουσας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ορισμένες ώρες, αφ' ετέρου δε, κατά τα διδάγματα της πείρας, η άσκηση του επαγγέλματος της make up artist και μάλιστα για λίγες ώρες, λαμβάνοντας υπόψη τις ώρες που εργαζόταν στην εναγομένη, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει ή να επιτείνει τις ένδικες σωματικές βλάβες αυτής (ενάγουσας). Οι ως άνω σωματικές βλάβες που υπέστη η ενάγουσα, θα έχουν επίδραση στο μέλλον της, τόσο το επαγγελματικό όσο και το προσωπικό, δεδομένου ότι αφ' ενός δεν θα μπορεί να δραστηριοποιείται σε εργασίες που απαιτούν άρση βαρών ή λεπτούς χειρισμούς, αφ' ετέρου δε, θα έχει ενοχλήσεις όπως μουδιάσματα και πόνους και στην καθημερινότητά της. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, η ενάγουσα εξ αιτίας του ένδικου εργατικού ατυχήματος, υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο θεωρεί εύλογο και δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, το είδος της σωματικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα, τις επιπτώσεις που η βλάβη αυτή έχει στην επαγγελματική και προσωπική της ζωή, την ταλαιπωρία που θα υποστεί από μελλοντικά χειρουργεία, συνεκτιμωμένης και της ηλικίας της (γεννηθείσα το 1982), καθώς και το βαθμό υπαιτιότητας των οργάνων της εναγόμενης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε και οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν (πρώτος, δεύτερος και τρίτος). Με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η αγωγή ήταν αόριστη, ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε στο εργατικό ατύχημα. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι η αγωγή περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία της αδικοπραξίας, στην οποία στηρίζονται οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, [...], ήτοι περιέγραφε την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, συγκεκριμενοποιώντας την παράβαση του καθήκοντος πρόνοιας αυτής, τη ζημία την οποία αυτή υπέστη (σωματικές βλάβες), καθώς και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της εναγομένης και του επελθόντος αποτελέσματος. Με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της η εναγομένη ισχυρίζεται ότι α) η αγωγή είναι αόριστη διότι δεν αναφέρεται σε αυτήν η αιτία της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, όσον αφορά στις αξιώσεις της ενάγουσας για παροχή εργασίας το Σάββατο και την Κυριακή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι η ακυρότητα της εργασίας το Σάββατο και την Κυριακή είναι δεδομένη και δεν απαιτείται η αναφορά στην αγωγή οιασδήποτε μορφής ακυρότητας, ότι β) η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρει ποια συγκεκριμένα Σάββατα και ποιες Κυριακές εργάστηκε. Ο λόγος αυτός επίσης πρέπει να απορριφθεί διότι η ενάγουσα αναφέρει ότι εργαζόταν όλες τις Κυριακές και τα Σάββατα, οπότε δεν απαιτείτο να προσδιορίζει συγκεκριμένες ημέρες, οι οποίες προκύπτουν από το επίσημο ημερολόγιο και άλλωστε η εκκαλούσα δεν αμφισβητεί με συγκεκριμένο λόγο έφεσης την εργασία της ενάγουσας συγκεκριμένες ημέρες Κυριακής ή Σάββατου, γ) η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έγινε εσφαλμένος υπολογισμός του αριθμού των ημερών εργασίας της ενάγουσας κατά τις Κυριακές, δεδομένου ότι ενώ οι Κυριακές του διαστήματος από 1-1-2012 έως 31-12-2014 (επίδικο διάστημα) ήταν 157, το αιτούμενο κονδύλιο της ενάγουσας για αποζημίωση αφορά σε 154 Κυριακές. Και αληθής όμως υποτιθέμενος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας, αιτούμενη η ενάγουσα κονδύλιο μικρότερο από το πραγματικά οφειλόμενο, ουδέν θέμα τίθεται και δ) με τον ίδιο λόγο έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι αόριστη διότι δεν αναφέρει τις συγκεκριμένες αργίες που εργάστηκε η ενάγουσα και ότι δεν αναφέρονται στις αγωγή οι συνολικές ώρες που εργάστηκε κάθε εβδομάδα η ενάγουσα, ώστε να κριθεί εάν κατά τις Κυριακές και αργίες πραγματοποίησε υπερωριακή απασχόληση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος διότι, όσον αφορά μεν στις αργίες, αυτές προκύπτουν ευθέως εκ του νόμου, όσον αφορά δε, τις υπερωρίες τις Κυριακές, τα Σάββατα και τις αργίες, η εργασία κατά τις ημέρες αυτές δεν συναριθμείται με την απασχόληση των εργασίμων ημερών για τον προσδιορισμό της εβδομαδιαίας απασχολήσεως της ενάγουσας και δεν αποτελεί υπερεργασία, αλλά αποτελεί παράνομη υπερωρία κατά το μέρος που υπερβαίνει το ημερήσιο ωράριο των οκτώ ωρών (ΑΠ 615/2008, ΝΟΜΟΣ). Με τον έκτο λόγο της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε και αφορούσε το συμψηφισμό της αξιώσεως της ενάγουσας για εργασία της Κυριακές, αργίες και νυκτερινή εργασία με τις υπέρτερες των νομίμων αποδοχές της. Από τα αποδεικτικά μέσα που ήδη αναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε [...] ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία συμψηφισμού μεταξύ των διαδίκων, εφ' όσον ούτε στην έγγραφη σύμβαση εργασίας της υφίσταται τέτοιος όρος ούτε μεταγενέστερη συμφωνία αποδείχθηκε ότι υπήρξε. Με τον ίδιο λόγο η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας για πραγματοποίηση παράνομης υπερωρίας έχουν παραγραφεί. Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα, πρωτίστως ως αόριστη, εφ' όσον δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα ο χρόνος γέννησης της αξίωσης της ενάγουσας, με την επισήμανση ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις στηρίζονται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό όπου ισχύει παραγραφή είκοσι ετών όσον αφορά. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο υπολόγισε για την αποζημίωση της νυκτερινής εργασίας εκτός από το ωρομίσθιο και προσαύξηση ποσοστού 25%. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η αμοιβή για νυκτερινή εργασία, όπως προβλέπεται από το νόμο υπολογίζεται ανά ώρα και καταβάλλεται για κάθε ώρα εργασίας το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ποσοστό 25%. Τέλος, με τον έκτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα, κατά τις ημέρες αργίας που εργάστηκε, δεν πραγματοποίησε υπερωριακή απασχόληση. Από τα ήδη αναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 μέχρι 30-11-2016, η ενάγουσα εργαζόταν, κατ' εντολή της εργοδότριάς της και λόγω της αυξημένης πελατείας και του φόρτου εργασίας στο ζαχαροπλαστείο, και τις ακόλουθες ημέρες υποχρεωτικής αργίας Τη Δευτέρα του Πάσχα, τη Μ. Παρασκευή, τη 15η Αυγούστου και την ημέρα των Χριστουγέννων, ήτοι επί 4 ημέρες υποχρεωτικής αργίας ετησίως και συνολικά για το ως άνω χρονικό διάστημα επί 19 ημέρες υποχρεωτικής αργίας, ημερησίως επί 12 ώρες. Οι πρώτες 8 ώρες αφορούν στο νόμιμο ωράριό της, ενώ οι επόμενες 4 ώρες και συγκεκριμένα από την 9η έως τη 12η ώρα, αποτελούν κατ' εξαίρεση υπερωρία, καθώς η εναγόμενη δεν τήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις και προϋποθέσεις. Επομένως, ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε, τα ίδια δεν έσφαλε. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα δεν προσβάλλει με συγκεκριμένο λόγο έφεσης, το ύψος των αποδοχών της ενάγουσας, καθώς και την εργασία της ενάγουσας Σάββατο, Κυριακή, ότι πραγματοποιούσε νυκτερινή εργασία, καθώς και τον αριθμό των ωρών εργασίας της που αφορούν στις ένδικες αξιώσεις, εκτός τις υπερωρίες κατά τις επίσημες αργίες, λόγος ο οποίος εξετάσθηκε αμέσως ανωτέρω. Επίσης δεν αμφισβητεί με συγκεκριμένο λόγο έφεσης τον τρόπο υπολογισμού στον οποίο προέβη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά την επιδίκαση των αξιώσεων της ενάγουσας". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 1 και 16 του Ν. 551/1915 όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7./25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ, με το άρθρο 38 εδαφ. β του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων από αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1914 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 181/2016, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 888/2015). Πταίσμα, κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου", καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ., αδικοπραξία (ΑΠ 518/2017, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 1116/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 838/2017). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο βάσει του άρθρου 932 ΑΚ αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως (άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ), είτε εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ), για έλλειψη νόμιμης βάσης, είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1670/2006). Ελέγχεται μόνο κατά τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εάν η κρίση του δικαστηρίου κατά τον καθορισμό του ποσού, που επιδικάζεται, υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά παράβαση της καθιερούμενης με τα άρθρα 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος γενικής νομικής αρχής της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 840/2020, ΑΠ 142/2019). Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περιπτ. γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1278/2019, ΑΠ 1304/2014, ΑΠ 1486/97). Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1304/2014, ΑΠ 845/2009). Ειδικότερα, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 353/2020). Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 598/2019, ΑΠ 76/2016). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 34/2016). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1386/2015). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 195/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 317/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 176/2019, ΑΠ 86/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τις εξής παραδοχές της: "σύμφωνα με τα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα, ότι συνέπειες των προπεριγραφόμενων βλαβών είναι μια ελαφρά λειτουργική έκπτωση της φυσιολογικής λειτουργίας της σπονδυλικής στήλης που συνιστά μόνιμη μερική αναπηρία ποσοστού 10%, η ύπαρξη συχνών πόνων στον αυχένα και στο αριστερό άνω άκρο και ως εκ τούτου μυϊκή αδυναμία χρησιμοποίησης αυτού στην καθημερινότητα σε εργασίες που περιλαμβάνουν άρση βάρους ή λεπτές χειρωνακτικές εργασίες, καθώς και η εμφάνιση εύκολης κόπωσης κατά την εργασία ιδίως σε περιόδους κρίσης [...] οι περιγραφόμενες σε αυτή συνθήκες αποτελούν εργατικό ατύχημα εκ του οποίου υπέστη ηθική βλάβη (εννοείται η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη) προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικασθεί το ποσό των 15.000 ευρώ" το Εφετείο αφενός δεν αποφάνθηκε επί του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, τον οποίο είχε αναλύσει με την έφεσή της, καθώς και με τις προτάσεις της κατά τη δεύτερη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τον οποίο το ποσοστό αναπηρίας 10% στην έκθεση του πραγματογνώμονα, το οποίο είχε δεχθεί η πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια δέχθηκε και η αναιρεσιβαλλόμενη, έγινε με βάση το ισχύον το 2012 ΦΕΚ για τον προσδιορισμό ποσοστού αναπηρίας και όχι με βάση τον ισχύοντα από 31.1.2019 (ΦΕΚ Β 5987/31.12.2018) κατά τη σύνταξη αυτής Ενιαίο Πίνακα Προσδιορισμού Αναπηρίας, και αφετέρου εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τον τελευταίο αυτό πίνακα (δηλαδή τον ισχύοντα από 31.1.2019 Ενιαίο Πίνακα Προσδιορισμού Ποσοστού Αναπηρίας), στις σελίδες 70726-70727 του οποίου ρητά αναφέρεται ότι παθήσεις που αποκαθίστανται εύκολα με απλές χειρουργικές επεμβάσεις, όπως το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα, δεν περιγράφονται, γιατί δεν προκαλούν αναπηρία και εξ αυτού ουδεμία αιτιώδης συνάφεια υφίσταται μεταξύ του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα και της πρόκλησης αναπηρίας. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθότι στο ως άνω απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται μόνο τα συμπεράσματα του πραγματογνώμονα σχετικά με τις συνέπειες των σωματικών βλαβών της αναιρεσίβλητης- εργαζόμενης, τα οποία, κατά τις ήδη εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο συνεκτίμησε με τα λοιπά κριτήρια που δέχθηκε, προκειμένου να καθορίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη και δίκαιη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης, στο ποσόν των 15.000 ευρώ, το ύψος του οποίου, άλλωστε, δεν προσβάλλεται με το αναιρετήριο ως υπερβαίνον την αρχή της αναλογικότητας. Επισημαίνεται ότι, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη περίπτωσης ποσοστού αναπηρίας της τάξεως του 10%, η αναιρεσίβλητη έχει υποστεί σωματικές βλάβες, αφού με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, αφενός μεν δεν θα μπορεί να δραστηριοποιείται σε εργασίες που απαιτούν άρση βαρών ή λεπτούς χειρισμούς, αφετέρου δε θα έχει ενοχλήσεις, όπως μουδιάσματα και πόνους στην καθημερινότητά της, γεγονός που δικαιολογεί την από το άρθρο 932 του ΑΚ αξίωσή της για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, εφόσον κατά τις εν λόγω παραδοχές οι κατά τα άνω σωματικές βλάβες οφείλονταν στις δυσμενείς συνθήκες, υπό τις οποίες εργαζόταν η αναιρεσίβλητη από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, ως εργοδότη αυτής. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, καθότι, όπως ήδη αναπτύχθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης και δίκαιης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που οφείλεται στο δικαιούχο με βάση το άρθρο 932 ΑΚ έχει αφεθεί στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης, είτε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, υποστηρίζεται και ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον προαναφερθέντα λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο αντιμετώπισε εκ των πραγματων τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί των εφαρμοστέων Πινάκων Προσδιορισμού Ποσοστού Αναπηρίας με τις παραδοχές του ότι μόνο η ελαφρά λειτουργική έκπτωση της φυσιολογικής λειτουργίας της σπονδυλικής στήλης της αναιρεσίβλητης συνιστά μόνιμη μερική αναπηρία ποσοστού 10% (και όχι το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα), ενώ η αποκατάσταση του καρπιαίου συνδρόμου είναι δυνατή με χειρουργική επέμβαση.
Με το δεύτερο, από τους αριθμούς 8 (και όχι από τον αριθμό 9 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (4ο φύλλο αυτής) ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη υπέστη κήλες στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης εξαιτίας των συνθηκών παροχής της εργασίας της: α) έλαβε υπόψη της πράγματα μη προταθέντα με την ένδικη αγωγή, αφού σε αυτή δεν διαλαμβάνονται πόνος στον αυχένα της ενάγουσας και κήλες δίσκων, β) απέρριψε σιωπηρά το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο προσέβαλε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και γ) αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για την απόδειξη της ύπαρξης κηλών στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, καθώς απουσιάζουν αναγκαία ευρήματα τόσο στην κλινική εξέταση όσο και στο ηλεκτρομυογράφημα. Σχετικά με το πρώτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Από το ήδη συνοπτικά εκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που επισκοπήθηκε από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι εξαιτίας της παρατεταμένης, συνεχούς και καθημερινής καταπόνησης των χεριών και των καρπών της προς διεκπεραίωση των καθηκόντων που της ανέθετε η εναγομένη - αναιρεσείουσα που είχαν να κάνουν με τη φόρτωση και εκφόρτωση βαριών και υπερμεγέθων ταψιών ζαχαροπλαστικής από φορτηγά και με την ταξινόμησή τους, υπέστη πιεστική βλάβη στην περιοχή του αριστερού της καρπού, με αποτέλεσμα να παρατηρείται στο δεξιό μέσο νεύρο παρατεταμένος τελικός κινητικός χρόνος και ελαφρώς μειωμένο αισθητικό προκλητό δυναμικό και ότι από τη βλάβη αυτή το αριστερό της χέρι έχει χάσει σημαντικό μέρος της λειτουργικότητάς του, ώστε δεν μπορεί αυτή να εκτεθεί σε όλες τις εργασίες που θα επιθυμούσε ως νέα γυναίκα, η σημαντικότερη δε επίπτωση του ανωτέρω προβλήματος είναι πως αποτελεί εμπόδιο στην επαγγελματική της ανέλιξη, καθώς δεν μπορεί να εργασθεί σε οποιοδήποτε αντικείμενο, με συνέπεια να έχει υποστεί ηθική βλάβη για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας απαιτείται [...] το ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει η εναγομένη λόγω του αδικήματος (βλ. 9η και 10η σελίδες της αγωγής). Ότι ουσιαστικά αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από την εργασία της στην αναιρεσείουσα, καθώς έφθασε στο σημείο να μην μπορεί να εκτελέσει τις εργασίες της, χωρίς περαιτέρω συνέπειες σε βάρος της υγείας και του σώματός της, όπως ατονία του αριστερού της χεριού και αδυναμία της να σηκώνει βάρη (βλ. 4η σελίδα αγωγής). Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά το σχετικό της κεφάλαιο, δέχθηκε τα εξής: "Από την άρση σημαντικών βαρών η ενάγουσα υπέστη κήλη δίσκου Α4-Α5, Α5-Α6, Α6-Α7, με ήπια πιεστικά φαινόμενα επί του νωτιαίου σάκου χωρίς πίεση στα μεσοσπονδύλια τρήματα [...]. Κατά την κλινική εξέταση της ενάγουσας από τον πραγματογνώμονα, στα πλαίσια της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η ενάγουσα ανέφερε πόνους στις κινήσεις του αυχένα, ιδίως στις στροφές και στην κάμψη. Σύμφωνα με την ιατρική πραγματογνωμοσύνη, στην κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα παρουσιάζει: α) Επικονδυλίτιδα αρ. αγκώνος, τενοντίτιδα εκτεινόντων αριστερού αντιβραχίου με πόνο στην πίεση της έκφυσής τους από την κερκίδα, β) Τενοντίτιδα υπερακανθίου του αριστερού ώμου με άλγος στη πίεση στο πέταλο των στροφέων και στις τελευταίες 20 μοίρες της πρόσθιας κάμψης έσω στροφής και απαγωγής, γ) καρπιαίο σύνδρομο αριστερά (μουδιάζει ο μέσος κατά την κλινική δοκιμασία) και ατροφία της αριστεράς άκρας χειρός των μυών του θέναρος σε σχέση με εκείνους της δεξιάς χειρός, δ) δεξιά επικονδυλίτιδα, τενοντίτιδα των εκτεινόντων του αντιβραχίου και ε) πόνο στις κινήσεις του αυχένος, ιδία στις στροφές και στην κάμψη" (βλ. τελευταία σειρά της δεύτερης σελίδας του 3ου φύλλου και την πρώτη σελίδα του 4ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης). Από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, στο πλαίσιο αξιολόγησης του αποδεικτού υλικού, προέβη σε ακριβέστερο προσδιορισμό της περιγραφόμενης στην ένδικη αγωγή σωματικής βλάβης της ενάγουσας - αναιρεσίβητης, χωρίς, όμως, ο προσδιορισμός αυτός να επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή εργατικού ατυχήματος και της προκληθείσας κατ' αυτό σωματικής βλάβης της ενάγουσας, επί των οποίων, ως γενεσιουργού αιτίας, η τελευταία στήριξε το αίτημά της για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης ύψους 20.000 ευρώ.
Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν. Με τα δεδομένα αυτά δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο απέρριψε εκ του πράγματος τον ως άνω λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας με τις παρατεθείσες αιτιολογίες του. Τέλος, το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτο, διότι, υπό την επίφαση της από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί πραγματικών περιστατικών. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018). Περαιτέρω με τη διάταξη του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 1304/2014, ΑΠ 273/2011). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 574/2018). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν του όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 574/2018, ΑΠ 179/2003).
Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τις παραδοχές της: "δεν αποδείχθηκε ότι στις σωματικές βλάβες συνετέλεσε έτερη, παράλληλη επαγγελματική της δραστηριότητα, δεδομένου ότι αφ' ενός δεν προέκυψε συγκεκριμένη εργασία της ενάγουσας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ορισμένες ώρες, αφετέρου δε, κατά τα διδάγματα της πείρας, η άσκηση του επαγγέλματος της make up artist και μάλιστα για λίγες ώρες, λαμβάνοντας υπόψη τις ώρες που εργαζόταν στην εναγομένη, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει ή να επιτείνει τις ένδικες σωματικές βλάβες αυτής (ενάγουσας). Οι ως άνω σωματικές βλάβες που υπέστη η ενάγουσα θα έχουν επίδραση στο μέλλον της, τόσο το επαγγελματικό όσο και το προσωπικό, δεδομένου ότι αφενός δεν θα μπορεί να δραστηριοποιείται σε εργασίες που απαιτούν άρση βαρών ή λεπτούς χειρισμούς, αφετέρου δε θα έχει ενοχλήσεις, όπως μουδιάσματα και πόνους στην καθημερινότητά της" υπέπεσε στις από τους αριθμούς 10, 1 εδαφ. β και 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, καθότι: 1) δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η άσκηση του επαγγέλματος της make up artist (μακιγιέρ) δεν μπορεί να επηρεάσει την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, 2) δεν εφάρμοσε ορθά τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, τα οποία εάν εφάρμοζε θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι: α) η παράλληλη και ταυτόχρονη επαγγελματική ενασχόληση επιδεινώνει ένα πρόβλημα υγείας που παρουσιάζεται κατά την εργασία, β) η ύπαρξη αναπηρίας που επηρεάζει την επαγγελματική δραστηριότητα δεν μπορεί να συμβαδίζει με την μετέπειτα συνέχιση της επαγγελματικής δραστηριότητας είτε ως make up artist (μακιγιέρ), είτε σε αντικείμενο συναφές (ως μαγείρισσας) με αυτό που υποτίθεται ότι προκάλεσε τη βλάβη και το οποίο απαιτεί και την άρση βαρών (σκευών μαγειρικής με περιεχόμενο φαγητού) σε κάθε δε περίπτωση γ) όποιος πάσχει από 10% αναπηρία δεν μπορεί να λάβει πιστοποιητικό υγείας για πλήρη εργασία, και 3) δεν προκύπτει αδιάστικτα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη βεβαίωση πρόσληψης της αναιρεσίβλητης ως μαγείρισσας με εξάωρη απασχόληση σε βρεφονηπιακό και παιδικό σταθμό και το βιβλιάριο υγείας της, στην 8η σελίδα του οποίου έχει σημειωθεί ότι στις 15.9.2020 έλαβε πιστοποιητικό υγείας, τα οποία η αναιρεσίβλητη προσκόμισε με επίκλησή τους στις δευτεροβάθμιες προτάσεις της, αλλά τα επικαλέσθηκε και η αναιρεσείουσα με την προσθήκη στις προτάσεις που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί ανυπαρξίας αναπηρίας της αντιδίκου της, δυνάμενης να επηρεάσει το επαγγελματικό και το προσωπικό της μέλλον. Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έρευνα του πρώτου από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλους του τρίτου αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την ως άνω παρατεθείσα κρίση του, αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, καθώς και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με τη 1010/2018 εν μέρει οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς ρητά την μνημονεύει στις αιτιολογίες του. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτιμώντας τις αποδείξεις αυτές κατέληξε στο πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι στις σωματικές βλάβες της αναιρεσίβλητης συνετέλεσε άλλη, παράλληλη επαγγελματική της δραστηριότητα. Ως εκ τούτου το πρώτο, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμο. Περαιτέρω, το δεύτερο από τον αριθμό 1 εδαφ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτο, διότι με αυτό προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παράλειψή της να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα κοινής πείρας για να διαγνώσει τα κατά την αναιρεσείουσα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, και να εκτιμήσει τα αποδεικτικά μέσα. Η παράλειψη, όμως αυτή του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, το τρίτο από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμο. Ειδικότερα από τη βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και των εγγράφων που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι [...]" σε συνδυασμό με την σαφή και εμπεριστατωμένη κατά τα άνω αιτιολογία της, ουδεμία αμφιβολία γεννάται ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε (ως προς τη ουσιαστική βασιμότητα και των ως άνω ισχυρισμών της αναιρεσείουσας) με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα διαλαμβανόμενα στο τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου έγγραφα, δηλαδή, α) το ενιαίο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης της αναιρεσίβλητης από 4.9.2020 ως μαγείρισσας σε βρεφονηπιακό και παιδικό σταθμό με εξάωρη ημερήσια απασχόληση και επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και β) το ατομικό της βιβλιάριο υγείας, στην όγδοη σελίδα του οποίου έχει σημειωθεί με ημερομηνία 15.9.2020 η φράση "πιστοποιητικό υγείας". Με τον τέταρτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται ότι το Εφετείο με τις ακόλουθες παραδοχές του, που περιλαμβάνονται στο τρίτο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης: "Ειδικότερα η ενάγουσα υπέστη σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα στο αριστερό της χέρι, το οποίο διαπιστώθηκε για πρώτη φορά με το από 30.3.2015 ηλεκτρομυογράφημα αριστερού άκρου. Η ενάγουσα έλαβε φαρμακευτική αγωγή και υποβλήθηκε σε φυσικοθεραπείες, πλην, όμως, η κατάστασή της όχι μόνο δεν βελτιώθηκε, αλλά επιδεινώθηκε (με φυσιολογικές τιμές έως 3,8 η τιμή από 5,14 στο ηλεκτρομυογράφημα της 30.3.2015 ανήλθε σε 5,87 σε αντίστοιχη εξέταση στις 28.6.2018) ενώ στη συνέχεια βελτιώθηκε ελαφρά (δείκτης 4,3 στο τελευταίο ηλεκτρομυογράφημα που έγινε στις 3.4.2019)", εσφαλμένα και με ελλιπή αιτιολογία εκτίμησε τις αποδείξεις σχετικά με τα πορίσματα και τις μετρήσεις των Η/Μ, εσφαλμένα έκρινε ότι αιτία πρόκλησης της βλάβης της υγείας της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης ήταν αποκλειστικά η απασχόλησή της στην εναγομένη - αναιρεσείουσα υπό ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυριζόταν τα αντίθετα. Ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος αφ' ενός ως αβάσιμος, διότι η τυχόν ανεπάρκεια της αιτιολογίας του αποδεικτικού πορίσματος, ή οι τυχόν ελλείψεις στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, εφ' όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφ' ετέρου δε ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν και υπό την επίφαση της συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του κΠολΔ), προσβάλλεται, δηλαδή η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, χωρίς να καθορίζεται ότι με αυτά παραβιάσθηκαν συγκεκριμένοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου Με τους πέμπτο και έκτο, από τους αριθμούς 9 και 8 αντίστοιχα του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαίως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: α) δεν απάντησε στον ειδικό λόγο της έφεσής της με τον οποίο είχε προσβάλλει την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει τον ισχυρισμό της ότι είναι αντιφατικοί και ως εκ τούτου αόριστοι οι εκτιθέμενοι στην ένδικη αγωγή ισχυρισμοί της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης ότι η τελευταία εργαζόταν επί έξι ημέρες εβδομαδιαίως, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν το Σάββατο και η Κυριακή, αλλά για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2014, στο οποίο περιλαμβάνονται 157 Κυριακές, αιτείται προσαύξηση αμοιβής λόγω παρασχεθείσας εργασίας για 154 Κυριακές και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 μέχρι 30.11.2016, που περιλαμβάνει 100 Κυριακές, αιτείται προσαύξηση για 101 Κυριακές και β) και με την εσφαλμένη αιτιολογία "ότι δεν προσβάλλεται με ειδικό λόγο έφεσης η εργασία της ενάγουσας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές" απέρριψε τον λόγο της έφεσής της με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν τυγχάνει ακριβούς περιγραφής το αντικείμενο της διαφοράς όσον αφορά την περιγραφόμενη στην αγωγή απασχόληση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης κατά τις Κυριακές του διαστήματος από 1.1.2012 έως 30.11.2016. Ο ως άνω πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον κατά τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ως "αίτηση" που έμεινε αδίκαστη δεν νοείται και ο ως άνω λόγος έφεσης που αφορά στις, κατά την αναιρεσείουσα, πλημμέλειες της εκκαλουμένης απόφασης αναφορικά με το ζήτημα του ορισμένου ή μη του ως άνω κεφαλαίου της ένδικης αγωγής, το οποίο αναφερόταν στην απασχόληση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης κατά τις Κυριακές του ένδικου διαστήματος. Εξάλλου, ο ως άνω πέμπτος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθώς και ο συναφής έκτος, επίσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι, καθότι, όπως προκύπτει από τις ήδη παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον πέμπτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας με την αιτιολογία: "Ο λόγος αυτός [...] πρέπει να απορριφθεί διότι η ενάγουσα αναφέρει ότι εργαζόταν όλες τις Κυριακές και τα Σάββατα, οπότε δεν απαιτείτο να προσδιορίζει συγκεκριμένες ημέρες Κυριακής ή Σάββατου" (βλ. πρώτη σελίδα του πέμπτου φύλλου της 1166/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών). Επομένως, το Εφετείο απάντησε και απέρριψε τον προβληθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της εναγομένης-εκκαλούσας - αναιρεσείουσας περί αοριστίας του κεφαλαίου της ένδικης αγωγής που αναφερόταν στην απασχόληση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης κατά τις Κυριακές του ένδικου χρονικού διαστήματος. Επισημαίνεται ότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι κατά τα σε αυτή διαλαμβανόμενα, η αναφορά σε συνολικά 255 (154 + 101) Κυριακές του διαστήματος από 1.1.2012 έως 30.11.2016 αφορά την επιδίκαση της από 75% προσαύξησης για εργασία της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια Κυριακών, με παροχή της αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης συνήθως την επόμενη της Κυριακής Τετάρτη (ή άλλη εργάσιμη ημέρα από τις επόμενες), ενώ η αναφορά σε 60 Κυριακές του διαστήματος από 1.10.2015 έως 31.12.2016 αφορά την επιδίκαση αποζημίωσης για τη μη παροχή στην αναιρεσίβλητη ειδικά την περίοδο αυτή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, και κατά συνέπεια τα όσα διαλαμβάνονται στον έκτο λόγο αναίρεσης περί ανακριβούς για την αιτία αυτή περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ως προς την εργασία της αναιρεσίβλητης κατά τις Κυριακές, στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι αβάσιμα. Σύμφωνα με τη με αριθμό 18310/1946 (ΦΕΚ Β 15/1946) κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, όπως αυτή αυθεντικά ερμηνεύθηκε με τη με αριθμό 25825/1951 κοινή απόφαση επίσης των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 86/9.5.1951) "Εις τους πάσης φύσεως μισθωτούς (υπαλλήλους, υπηρέτας και εργατοτεχνίτας) των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει συνεχούς ή μη λειτουργίας, οσάκις απασχολώνται από 10 μ.μ μέχρις 6 π.μ., καταβάλλονται αι εκάστοτε κεκανονισμέναι νόμιμοι αποδοχαί ηυξημέναι κατά 25%". Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυκτερινές ώρες (δηλαδή από 10:00 μ.μ. μέχρι 6:00 π.μ.), άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύκτας ή μόνο σε μέρος αυτού, υπολογίζεται δε επί του νόμιμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από νυκτερινή εργασία, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της ο αριθμός των ωρών της νυκτερινής εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες κατά τις οποίες παρασχέθηκε η εργασία αυτή και ο αριθμός αυτών (ΑΠ 520/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι "δεν προσβάλλεται με συγκεκριμένο λόγο έφεσης το ότι η ενάγουσα πραγματοποιούσε νυκτερινή εργασία" και δεν ερεύνησε τον διαλαμβανόμενο στο δικόγραφο της έφεσής της, αλλά και στις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες προτάσεις της, ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγικής αξίωσης για καταβολή προσαύξησης στο ωρομίσθιο της αναιρεσίβλητης για τη νυκτερινή της απασχόληση μέσα στο ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2012 μέχρι 30.11.2016, σύμφωνα με τον οποίο (περί αοριστίας ισχυρισμό) η ως άνω αξίωση δεν περιγράφεται με σαφήνεια στο δικόγραφο της αγωγής, καθότι σε αυτό αναφέρεται ότι το διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2014 η ενάγουσα απασχολήθηκε 78 εβδομάδες και το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 30.11.2016 απασχολήθηκε 26 εβδομάδες, η δε νυκτερινή της απασχόληση ήταν τις μισές εβδομάδες, ενώ στην ίδια αγωγή διαλαμβάνεται και ότι η νυκτερινή απασχόληση της ενάγουσας ήταν τις μισές εβδομάδες κάθε μήνα, που, κατά την αναιρεσείουσα, αντιστοιχούν για την τριετία από 1.1.2012 έως 31.12.2014 σε 72 εβδομάδες και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 30.11.2014 σε 24 εβδομάδες. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι στην 8η σελίδα αυτής και υπό τον τίτλο "Εργασία τη νύκτα" εκτίθενται κατά λέξη τα εξής: "Καθ' όλο το χρόνο εργασίας μου στην εναγομένη στα καταστήματα αυτής, ήτοι από την 1/1/2012 ως την 30/11/2016 εργαζόμουν, όπως προανέφερα τις μισές εβδομάδες σε ωράριο 15:00 έως 23:00 μ.μ και τις υπόλοιπες μισές εβδομάδες σε ωράριο 07:00 ως 15:00. Η άνω νυκτερινή μου απασχόληση κατά τις εβδομάδες της απασχόλησής μου σε ωράριο 15:00 - 23:00 μετά τις 22:00 και ως τις 23:00, που ήταν εκτός της αρχικής μας συμφωνίας, έπρεπε να αμειφθεί με προσαύξηση κατά 25%. Ούτω η εναγομένη μου οφείλει για τη μια αυτή ώρα νυκτερινής απασχόλησης προσαύξηση κατά ποσοστό 25% επί του νομίμου ωρομισθίου, η οποία ανέρχεται για το διάστημα [...]", ζήτησε δε για την αιτία αυτή την αμοιβή της για συνολικά 104 (78 + 26) ώρες νυκτερινής απασχόλησης. Έχοντας αυτό το περιεχόμενο το δικόγραφο της αγωγής έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ νομική πληρότητα, διότι σε αυτό παρατίθενται ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας, την οποία παρείχε η ενάγουσα κάθε δεύτερη εβδομάδα μέσα στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (δηλαδή από 1.1.2012 έως 30.11.2016), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται ο ακριβής αριθμός των εβδομάδων που περιλαμβάνονται στο ως άνω διάστημα, αφού ο αριθμός αυτός προκύπτει από το ημερολόγιο. Επομένως είναι αβάσιμος ο διαλαμβανόμενος στην 21η σελίδα (και όχι όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο στην 24η σελίδα) της από 29.6.2020 έφεσης ειδικός λόγος έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή, ως προς το συγκεκριμένο της κεφάλαιο, είναι επαρκώς ορισμένη και ότι δεν είναι απαραίτητος ο ημερολογιακός προσδιορισμός των ημερών που η ενάγουσα εργάσθηκε κατά τη νύκτα. Εφόσον δε ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον αντίστοιχο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, μη απαντώντας σε αβάσιμο ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και το πρώτο σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 120/2017) και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 18/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 109/2020). Περαιτέρω, στα άρθρα 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της κατ` εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 εκδοθείσας 25825/1951 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας με την οποίαν αυθεντικά ερμηνεύθηκαν οι 8900/1946 και 18310/1946 Υπουργικές Αποφάσεις, που προβλέπουν την προσαύξηση των αποδοχών των κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και κατά τις νύκτες εργαζόμενων μισθωτών, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την ορθή έννοια των διατάξεων αυτών απαγορεύεται μόνον ο από τον εργοδότη συμψηφισμός (ακριβέστερα καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται δε και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνίας, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση. Η συμφωνία αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με τη συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (Ολ.ΑΠ 87/1971, ΑΠ 1645/2018, ΑΠ 1221/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλείται ότι οι εργαζόμενοι, οι οποίοι παρέχουν την εργασία τους τη νύχτα δικαιούνται προσαύξησης 25% επί του νόμιμου ωρομισθίου τους, όχι, όμως, και επιπλέον ωρομίσθιο πέραν εκείνου το οποίο λαμβάνουν ως μέρος του μηνιαίου μισθού ή του ημερομισθίου τους, βάσει δε της υπουργικής απόφασης Φ. 27019/59 "περί προσαυξήσεως λόγω νυκτερινής εργασίας" επιτρέπεται ο συμψηφισμός, αφού ορίζει ότι οι μισθωτοί που απασχολούνται κατά τις νυκτερινές ώρες ως εκ της φύσεως της εργασίας των δεν δικαιούνται της εξ 25% προσαυξήσεως, εφόσον οι καταβαλλόμενες αποδοχές τους καλύπτουν αυτό, και προσάπτει στο Εφετείο (κατ' ορθή εκτίμηση του συγκριμένου λόγου) την από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενη ότι αυτό εσφαλμένα απέρριψε τη με λόγο έφεσης επαναφερθείσα ένστασή της περί συμψηφισμού, την οποία, αν είχε δεχθεί, θα είχε καταλήξει σε διαφορετική απόφαση. Με το ως άνω περιεχόμενο το δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτο ως αόριστο, διότι: :α) δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ενάριθμα και κατά περιεχόμενο η ουσιαστικού δικαίου διάταξη της με αριθμό 18310/1946 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 και που αυθεντικά ερμηνεύτηκε με τη με αριθμό 25825/1951 Απόφαση των ιδίων ως άνω Υπουργών, με την οποία ορίζεται η καταβολή προσαύξησης 25% επί των εκάστοτε κανονικών αποδοχών των εργαζομένων για την απασχόλησή τους κατά τις νυκτερινές ώρες (ήτοι από 22:00 ώρα μέχρι 6:00 ώρα), ούτε γίνεται μνεία των ως άνω Υπουργικών Αποφάσεων, β) δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της ένστασης συμψηφισμού (ορθότερο καταλογισμού), όπως είχε περιληφθεί στον λόγο της ένδικης έφεσης (δηλαδή δεν παρατίθεται ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν) ούτε εάν ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί προφορικά προς αντίκρουση της αγωγής κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχε καταχωρηθεί στα οικεία πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 254/2016) και γ) δεν εκτίθενται οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και συγκεκριμένα δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και θεμελίωσαν την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη μη βασιμότητα της ένστασης συμψηφισμού (καταλογισμού), που η αναιρεσείουσα είχε προτείνει με λόγο έφεσης. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, δεν επιτρέπεται κατά νόμο ο μονομερής εκ μέρους του εργοδότη συμψηφισμός (καταλογισμός) στις από αυτόν καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές των απαιτήσεων του μισθωτού για την καταβολή προσαυξήσεων από την παροχή νυκτερινής εργασίας, παρά μόνο εάν τούτο είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, κατά δε τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης τέτοια συμφωνία συμψηφισμού (καταλογισμού) μεταξύ των διαδίκων δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η (αναγραφόμενη στο αναιρετήριο με εν μέρει εσφαλμένο αριθμό και χωρίς παράθεση περιεχομένου) με αριθμό Φ.27019/2/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 275/16.12.1953), σύμφωνα με την οποία: "Του υπό των υπ' αριθμ. 18310/1946 και 25825/1951 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας προβλεπόμενου επιδόματος νυκτερινής εργασίας δεν δικαιούνται οι εκ των μισθωτών παρέχοντες τας υπηρεσίας των αποκλειστικώς ως εκ της φύσεως της εργασίας των, κατά τας νυκτερινάς ώρας μόνον, εφόσον αι καταβαλλόμεναι εις τούτους αποδοχαί, εν σχέσει προς τα υπό των οικείων διατάξεων προβλεπόμενα ελάχιστα όρια, είναι ηυξημέναι τουλάχιστον κατά ποσοστόν 25%. Εάν η κατά τα ανωτέρω αύξησις είναι μικροτέρα του 25%, καταβάλλεται η προκύπτουσα επί έλαττον διαφορά", εφαρμόζεται στους μισθωτούς οι οποίοι, ως εκ της φύσεως της εργασίας τους, απασχολούνται αποκλειστικά και μόνο κατά τη νύκτα. Αυτοί ειδικά οι μισθωτοί δεν δικαιούνται την οριζόμενη από τις με αριθμούς 18310/1946 και 25825/1951 υπουργικές αποφάσεις προσαύξηση 25% επί των κανονικών τους αποδοχών για τη νυκτερινή τους εργασία, εφόσον οι καταβαλλόμενες αποδοχές τους είναι αυξημένες κατά ποσοστό 25% από τα ελάχιστα όρια που προβλέπουν οι οικείες νομοθετικές ή συλλογικές κανονιστικές διατάξεις. Επομένως, και εξ αυτού το δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου αναίρεσης είναι αβάσιμο, διότι το Εφετείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, ορθά δεν εφάρμοσε τη στο δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου διαλαμβανόμενη Φ 27019/2/1953 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, αφού η απόφαση αυτή αφενός δεν θεμελιώνει την περί συμψηφισμού (καταλογισμού) ένσταση της αναιρεσείουσας και αφετέρου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, ως εκ της φύσης της εργασίας, την οποία η αναιρεσίβλητη παρείχε στην αναιρεσείουσα. Με τον όγδοο, από τους αριθμούς 1 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 189 παρ. 1 εδαφ. δ του ΚΠολΔ, περιέλαβε στη δικαστική δαπάνη, ύψους 2.100 ευρώ, που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη και το ποσό των 1.500 ευρώ που η τελευταία είχε καταβάλει στον (ορισθέντα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) πραγματογνώμονα, αν και το ως άνω ποσό της είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως με βάση το αίτημά της και την με επίκληση στις πρωτόδικες προτάσεις της προσκόμιση της σχετικής απόδειξης πληρωμής, ενώ το ίδιο αίτημα δεν υποβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη στο Εφετείο. Από την από το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών με τον ως άνω αναιρετικό λόγο δικογράφων, προκύπτουν τα εξής: Με τις από 7.10.2019 προτάσεις, τις οποίες η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συζήτηση της αγωγής της μετά τη διεξαγωγή της ταχθείσας από το ίδιο Δικαστήριο ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αυτή ζήτησε την καταδίκη της εναγομένης - αναιρεσείουσας στη δικαστική της δαπάνη, περιλαμβανόμενης της αμοιβής του πραγματογνώμονα ύψους 1.500 ευρώ και για να αποδείξει την καταβολή της επικαλέσθηκε στις ίδιες προτάσεις και προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τη με αριθμό ... απόδειξη του πραγματογνώμονα Ι. Λ. (βλ. 10η και 11η σελίδα των από 7.10.2019 προτάσεων). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 588/2020 οριστική του απόφαση δέχθηκε ότι: "Τέλος, τα δικαστικά έξοδα θα κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας κάθε διαδίκου (άρθρα 106, 178, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 το ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό", και στη συνέχεια καταδίκασε την εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το οποίο όρισε στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Με τις από 12.1.2021 προτάσεις της, τις οποίες η ενάγουσα - εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη κατέθεσε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών επικαλέσθηκε εκ νέου τη με αριθμό ... απόδειξη του ως άνω πραγματογνώμονα για τη λήψη της αμοιβής του και ζήτησε και "την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική μου δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένης της αμοιβής του πραγματογνώμονος εξ ευρώ 1.500" (βλ. σχ. ιγ στην 22η σελίδα και αίτημα στην 23η - 24η σελίδες των από 12.1.2021 προτάσεων). Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του (βλ. 6ο φύλλο αυτής) δέχθηκε ότι "Εν προκειμένω αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη επιμελήθηκε για τη διενέργεια της προαναφερθείσης πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το Δικαστήριο και κατέβαλε στον πραγματογνώμονα το συνολικό ποσό των 1.500 ευρώ [...], το ποσό δε αυτό θα συμπεριληφθεί στο ποσό της δικαστικής δαπάνης. Πρέπει, επομένως, η δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων (εννοεί της εφεσίβλητης) για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας να επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό", με το οποίο ακολούθως "
Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζεται στο ποσό των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ". Από τα ως άνω δικόγραφα σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 189 παρ. 1 περ. δ του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 176 και 183 του ίδιου Κώδικα, ως προς τον προσδιορισμό των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, στην πληρωμή των οποίων καταδίκασε, λόγω της ήττας της, την αναιρεσείουσα και αποφάνθηκε επ' αυτού με βάση το υποβληθέν αίτημα της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, το Εφετείο συμπεριέλαβε στη δικαστική δαπάνη ύψους 2.100 ευρώ, που επιδίκασε στην ενάγουσα - εφεσίβλητη -αναιρεσίβλητη και την αμοιβή ύψους 1.500 ευρώ, την οποία αυτή κατέβαλε στον ορισθέντα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμονα για τη διενεργηθείσα από τον τελευταίο πραγματογνωμοσύνη, δεδομένου ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, είχε κατανείμει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας κάθε διαδίκου και είχε καταδικάσει την εναγομένη - αναιρεσείουσα σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, στο οποίο (μέρος), όμως, κατά το επισκοπηθέν περιεχόμενο της 558/2020 πρωτόδικης απόφασης, δεν είχε συμπεριλάβει και την ως άνω μερικότερη δαπάνη της αναιρεσίβλητης που αφορούσε την καταβολή της αμοιβής του πραγματογνώμονα. Επισημαίνεται ότι με την από 15.1.2021 προσθήκη στις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η τελευταία δεν προέβαλε ισχυρισμό περί επιδίκασης ήδη της αμοιβής του πραγματογνώμονα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε αντίκρουση του σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ) Επομένως, σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες και ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 379 και 380 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η παράλειψη συμμόρφωσης του πραγματογνώμονα προς τις οδηγίες του δικαστηρίου κατά τη σύνταξη της έκθεσής του, δεν επιφέρει ακυρότητα αυτής, ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, αφού το δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 ΚΠολΔ, εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα και, επομένως, έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα, ενώ επιπλέον έχει τη δυνατότητα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει, είτε με αίτηση των διαδίκων είτε αυτεπάγγελτα, νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωση της ήδη διεξαχθείσας από τον ίδιο ή άλλους πραγματογνώμονες (ΑΠ 535/2016, ΑΠ 900/2014, 297/2011). Η σχετική δε ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 535/2016, ΑΠ 87/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, αν και με το δικόγραφο της ένδικης έφεσής της προβλήθηκε ως λόγος, μεταξύ άλλων, στη σελίδα 9 αυτής η κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απόρριψη (εννοείται από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) της ένστασής της περί ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης, επικαλούμενη ότι αφενός ο πραγματογνώμονας όφειλε να ζητήσει άδεια από το Δικαστήριο για τη λήψη υπόψη εγγράφων που δεν αποτελούν στοιχείο της δικογραφίας και ότι δεν αρκεί η εκ των υστέρων έγκριση από το Δικαστήριο και αφετέρου ότι κατ' αυτόν τον τρόπο λήφθηκαν υπόψη στοιχεία, που η αναιρεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση και να αντικρούσει προσηκόντως, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των όπλων και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως το Εφετείο δεν απάντησε επ' αυτού. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, ως "αίτηση" δεν νοείται και ο ως άνω ειδικός λόγος έφεσης της αναιρεσείουσας, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αφορά πλημμέλειες σχετικά με το κύρος της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, εάν εκτιμηθεί από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενόψει της αναφοράς ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον ως άνω λόγο έφεσης, είναι και πάλι απαράδεκτος, καθότι, όπως επίσης αναφέρθηκε, δεν αποτελούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα, όπως η διαταχθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά. Τέλος, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εάν εκτιμηθεί ότι με αυτόν προτείνεται η από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ενόψει της αναφοράς ότι η πραγματογνωμοσύνη, ως άκυρη, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, είναι αβάσιμος, διότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η παράλειψη συμμόρφωσης του πραγματογνώμονα προς τις οδηγίες του δικαστηρίου κατά τη σύνταξη της έκθεσής του δεν επιφέρει ακυρότητα αυτής, ακόμη και αν υπάρχει βλάβη της αναιρεσείουσας, αφού το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 του ΚΠολΔ εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα και επομένως έχει εξουσία να της προσδώσει ή να μην της προσδώσει βαρύτητα, η δε περί αυτού εκτίμησή του είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη, από 3.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 7620/958/2021, αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1166/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη περί καταδίκης της αναιρεσείουσας, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, διότι η αναιρετική δίκη προχώρησε παρά την απουσία της τελευταίας, η οποία, συνεπώς, δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα για την αντίκρουση της αίτησης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.10.2021 και με αριθμό κατάθεσης 7620/958/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1166/2.3.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ