1953/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1953 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1953/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκρι...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1953 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1953/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Μαρία Κουβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ. Π. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μανωλόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ.ΑΤ5267/2018 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Μαΐου 2019 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6 Μαΐου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5320/2019, και οι από 27.08.2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 797/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον κατά το μέρος που αφορά στις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α Π Κ και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η από 3-5-2019 δήλωση αναιρέσεως (επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-5-2019) της Χ. Π. του Γ., κατοίκου ... και οι επ'αυτής από 27-8-2019 πρόσθετοι λόγοι της ιδίας, που κατετέθησαν αρμοδίως στις 29 Αυγούστου 2019, για αναίρεση της με αριθμό ΑΤ 5267/2018 δευτεροβάθμιας αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του ΠΚ και 590 παρ.1 του ΚΠοινΔ, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρίς σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Έτσι, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού των ένδικων μέσων κρίνονται με βάση το νόμο, ο οποίος ισχύει κατά το χρόνο της άσκησης αυτών. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 509 παρ.2 εδ.α' του ισχύσαντος μέχρι την 30η - 6-2019 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (από την 1η -7-2019 ισχύει ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Ν.4620/2019) "εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για αναίρεση (άρθρα 473 παρ.2 και 474 παρ.2), μπορεί να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη για τη συζήτηση της αναίρεσης ημέρα στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και συντάσσεται ατελώς σχετική έκθεση επάνω στα έγγραφα που κατατίθενται...." όμοια ακριβώς διάταξη, περιέχεται στο άρθρο 509 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, οι προμνημονευόμενοι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν με έγγραφο που κατατέθηκε στις 29-8-2019 για την δικάσιμο που είχε προσδιοριστεί για το κυρίως δικόγραφο της αναίρεσης (18-9-2019), ήτοι ασκήθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν με το κυρίως αναιρετήριο.
Κατά το άρθρο 42 του Ν.2696/1999, όπως ισχύει μετά τις επελθούσες τροποποιήσεις του, ορίζεται στην παράγραφο 1 ότι, "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 95/1) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.....".
Κατά την παράγραφο 5 του αυτού άρθρου ορίζεται, ότι "Στους τροχονομικούς ελέγχους στο δρόμο ή σε τροχαία ατυχήματα χωρίς σωματικές βλάβες, ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου..", ενώ κατά την παράγραφο 7 του αυτού άρθρου, "όποιος οδηγεί όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος τιμωρείται ως εξής: ..... "οι αναφερόμενες στην περίπτωση γ'της παραγράφου 7 παραβάσεις τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ, καθώς και με αφαίρεση επιτόπου της άδειας ικανότητας οδήγησης για έξι (6) μήνες" (αρθ. 37 παρ.8 περ.α'Ν.4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2-4-2012). Τέλος, οι μέθοδοι διαπίστωσης χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών και φαρμάκων από οδηγούς κατά την οδήγηση οχημάτων, καθώς και από πεζούς που εμπλέκονται σε τροχαία ατυχήματα, ορίζεται από τον ΥΑ 43.500/5691/2002 (ΦΕΚ Β 1055/12-8-2002), που εξεδόθη κατ'εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρ.42 παρ.1 εδαφ.τελευταίο Ν.2696/1999.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή σκοπό επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, με αριθμό ΑΤ 5267/2018, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος σ'αυτή, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Στον … την 17-11-2013 η κατηγορούμενη κατελήφθη να οδηγεί το υπ'αριθμ.κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, επί της οδού ..., ευρισκόμενη υπό την επίδραση οινοπνεύματος ενώ τούτο απαγορεύεται και ειδικότερα η περιεκτικότητα του εκπνεόμενου αέρα σε οινόπνευμα ήταν 0,94 και 0,85 χιλιοστά του γραμμαρίου, αντίστοιχα, ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σε αυτήν αξιόποινης πράξης..." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την ανωτέρω πράξη της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος και επέβαλε σ'αυτήν ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και χρηματική ποινή χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ, καθώς και αφαίρεση κρατικών πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας για χρονικό διάστημα δέκα ημερών, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει ένοχη την εκκαλούσα - κατ/νη Π. Χ. του ότι, στον … την 17-11-2013 κατελήφθη να οδηγεί το υπ'αριθμ.... ΙΧΕ επί της οδού ... ευρισκόμενη υπό την επίδραση οινοπνεύματος ενώ τούτο απαγορεύεται και ειδικότερα η περιεκτικότητα του αίματός της σε οινόπνευμα ήταν 0,94 και 0,85 χιλιοστά του γραμμαρίου αντίστοιχα, ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον συνδυασμό των, αλληλοσυμπληρούμενων και αποτελούντων ενιαίο σύνολο, σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης ως άνω πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε, την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 ΠΚ και άρθρ. 42 παρ.1 - 7γ Ν.2696/1999, ως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 παρ.8 Ν.4055/2012. Τις διατάξεις αυτές ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή κατά πλάγιο τρόπο, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφακτικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α)αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες υπερασπίσεως πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και το σύνολο των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων), από τα οποία το άνω Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση χωρίς να εξαιρέσει κανένα από αυτά και χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο αυτής καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν στο σύνολό τους, όπως αναφέρονται κατ'είδος στην αρχή του αιτιολογικού της, ενώ δεν παρέλειψε κανένα ούτε προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση αυτών, β)ως προς το δόλο της αναιρεσείουσας δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται από την πραγμάτωση των περιστατικών της συγκεκριμένης πράξεως, η δε σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, καθόσον για την στοιχειοθέτησή της συγκεκριμένης πράξης δεν προβλέπεται άμεσος ή υπερχειλής δόλος αλλά αρκεί η συνδρομή κοινού δόλου, γ)ως προς την αιτίαση, ότι δεν αναγράφεται η μειοψηφία των δικαστών που είχαν αντίθετη γνώμη, πρέπει να αναφερθεί, ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, που αποτελούν πλήρη απόδειξη, εφόσον δεν έχουν προσβληθεί ως πλαστά (άρθρ.141 παρ.3 ΚΠοινΔ), συνάγεται ότι η απόφαση ήταν ομόφωνη και, επομένως, ο σχετικός επί μέρους πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως. δ)Ως προς την περαιτέρω αιτίαση περί μη διενέργειας αιματολογικής εξέτασης για την ανίχνευση του ποσοστού οινοπνεύματος πρέπει να αναφερθεί, ότι, κατά τα ανωτέρω δεκτά ανελέγκτως γενόμενα, επρόκειτο για τροχονομικό έλεγχο στο δρόμο από τα αρμόδια όργανα και ο μόνος υποχρεωτικά προβλεπόμενος τρόπος μέτρησης γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου, όπως προβλέπει η προαναφερόμενη Υπουργική απόφαση, οι δε επιμέρους αιτιάσεις, ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία μέτρησης με τη μέθοδο της χρήσεως αλκοολομέτρου, μη πιστοποίηση της συσκευής κ.λπ., αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αποφανθεί επ'αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού τους αντιμετώπισε με των περί ενοχής αιτιολογημένη απόφασή του. Οι επιπλέον αιτιάσεις, ως προς το θέμα αυτό, θίγουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη αναιρετικά, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα λόγοι του κυρίως αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, από το άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'ΚΠοινΔ, ως προς την περί ενοχής κρίση της. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 (ήδη 177 παρ.2) και 333 παρ.2, ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται, ιδιαίτερα, είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο μιάς ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές περιστάσεις, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠοινΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά, για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140 έως 144 του ίδιου κώδικα. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 141 του αυτού κώδικα, τα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις προσθήκες ή τις διαφορές των καταθέσεων που γίνονται στο ακροατήριο σε σχέση με εκείνες που έγιναν στην ανάκριση, όπως επίσης και τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Στην παράγραφο 2, εδ.α'του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δηλώσεως όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στο νόμο, και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια, ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό, άλλωστε, επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ'ακροατηρίω κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το προμνημονευόμενο άρθρο 331 ΚΠοινΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώρηση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξεώς τους. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, κάθε αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ο οποίος υποβάλλεται γραπτώς πρέπει να καταχωρείται στα πρακτικά αλλά και να αναφέρεται ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του. (Ολ.ΑΠ 2/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και το σχετικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Δικαστήριο της ουσίας χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και κατά εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων, κατ'αρθρο 84 παρ.2 α, β, και ε ΠΚ. Όμως οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, προεχόντως, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο παραπάνω ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς, αφού δεν προκύπτει ότι κατατέθηκε έγγραφο υπόμνημα, το οποίο να καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ούτε έγινε προφορική ανάπτυξη, αυτού κατά τα ουσιώδη στοιχεία εκάστης ελαφρυντικής περιστάσεως, ώστε να γίνει αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση, οπότε το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, επομένως, ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψη τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού. Ούτε, βεβαίως, λόγω του μη νομίμου τρόπου υποβολής του αιτήματος για τη χορήγηση ελαφρυντικών περιστάσεων, δύναται να γίνει λόγος περί εφαρμογής του επιεικεστέρου νόμου, που άλλως ρυθμίζει τις περιπτώσεις του άρθρου 84 παρ.2 α και ε ΠΚ (από 1-7-2019), αφού δεν είχαν προταθεί καθόλου πραγματικά περιστατικά για την υπαγωγή τους στις ανωτέρω διατάξεις, οπότε δεν μπορούσαν να ερευνηθούν από το Δικαστήριο της ουσίας, οι δε υποστηρίζοντες τα αντίθετα σχετικοί αναιρετικοί λόγοι (κύριοι και πρόσθετοι) εκ του άρθρ.510 παρ.1 Δ'και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι. Σχετικά με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, ότι δηλαδή επιβλήθηκαν δύο ποινές στην αναιρεσείουσα, ήτοι στερητική της ελευθερίας και χρηματική ποινή, ενώ τούτο ήδη, κατά τους ισχυρισμούς αυτής, υπό την ισχύ του νεότερου και ευνοϊκότερου νόμου, δεν προβλέπεται, προβαλλομένης συναφώς εκ πλαγίου παραβίασης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρ. 510 παρ.1 Ε'ΚΠοινΔ), πρέπει να αναφερθεί, ότι εν προκειμένω πρόκειται περί εφαρμογής ειδικού νόμου, που προβλέπει αθροιστική επιβολή στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής ποινής όπως η σχετική διάταξη παρατέθηκε στην πρώτη παράγραφο της παρούσας και ουδεμία μεταβολή επήλθε ως προς τη διάταξη αυτή από το νεότερο νόμο (Ν.4619/2019 - νέο Π.Κ.) αφού ορίζεται διαφορετικά στην ειδική διάταξη του άρθρου 2 Ν.2696/1999, όπως ισχύει, ενώ με το νέο Π.Κ. δεν αποκλείεται η συμπλεκτική επιβολή, δύο κύριων ποινών (στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής) με το άρθρο δε 57 παρ.2 περ.γ' του νέου Π.Κ ρητά προβλέπεται η αθροιστική επιβολή τέτοιων ποινών. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα σχετικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'κΠονΔ( για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου),που περιέχεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμος.
Από το άρθρο 66 Π.Κ. νέου) προβλέπεται στην παράγραφο 1, "αν ο υπαίτιος διέπραξε έγκλημα που έχει άμεση σχέση με την οδήγηση ή την εκμετάλλευση μεταφορικού μέσου και εφόσον του επιβλήθηκε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον έξι μηνών, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αφαίρεση της άδειας οδήγησης που κατέχει, για όλα ή ορισμένου τύπου μεταφορικά μέσα, ή της άδειας εκμετάλλευσης αντίστοιχης για χρονικό διάστημα από ένα μήνα ως ένα έτος". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, χρηματική ποινή χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ και αφαίρεση κρατικών πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας για χρονικό διάστημα δέκα ημερών. Ήδη, όμως ως προς το θέμα αυτό, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 463 παρ.5 νέου Π.Κ. (Ν.4619/2019), σύμφωνα με την οποία καταργούνται πλέον όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους, με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν, καθώς και του ότι η επιβληθείσα κατά τα άνω στερητική της ελευθερίας ποινή είναι κατωτέρα των έξι (6) μηνών, η επιβολή της παρεπόμενης ποινής της αφαίρεσης κρατικών πινακίδων και αδείας κυκλοφορίας, λόγω της επιεικεστέρας πιο πάνω διατάξεως, δεν προβλέπεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (αρ.2 ΠΚ 460 Π.Κ.) και πρέπει εφαρμοζομένης αυτεπαγγέλτως της ως άνω ευμενέστερης διατάξεως, εφόσον η αναίρεση είναι παραδεκτή (αρθρ.511 εδ.δ'και 514 εδ.δ'περ.β'νέου ΚΠοινΔ), να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την παρεπόμενη αυτή ποινή και να διαταχθεί η απάλειψη αυτής από τον Άρειο Πάγο όπως στο διατακτικό, μη συντρέχουσας περιπτώσεως παραπομπής της υποθέσεως στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου έρευνας.
Τέλος, η παραβίαση των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, πέραν εκείνων που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ, εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους πιο πάνω λόγους. Στην κρινόμενη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με αυτήν παραβιάσθηκε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας για δίκαιη δίκη, που θεσπίσθηκε με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974), πλην όμως εκ των ανωτέρω αναφερομένων ουδόλως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα στερήθηκε κάποιου δικαιώματος ακροάσεως ή άλλου υπερασπιστικού δικαιώματος ούτε αυτό περί δικαίας δίκης, εφόσον με βάση το γεγονός, ότι οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι, η επικαλούμενη παραβίαση των διατάξεων της ΕΣΔΑ δεν στοιχειοθετεί από μόνη της ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι'αυτό είναι απαράδεκτες.
Συνεπώς, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την ως άνω παρεπόμενη διάταξή της διαταχθεί η απάλειψη αυτής, όπως στο διατακτικό και να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι κατά τα λοιπά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό ΑΤ 5267/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Απαλείφει τη διάταξη αυτής για αφαίρεση κρατικών πινακίδων και άδειας κυκλοφορίας για χρονικό διάστημα δέκα ημερών.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3-5-2019 αίτηση (δήλωση) της Χ. Π., χήρας Ν., κατοίκου ..., ως και τους επ'αυτής από 27-8-2019 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της ΑΤ 5267/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ